Legislator Case Law & Legislation
1399/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling family compensation amounts are independently reviewable.

Case Number 1399/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding tort damages for psychological suffering. The appellant argued the court erred in awarding a lower sum compared to other family members and failed to provide sufficient reasoning. The court rejected these claims, stating that individual compensation amounts are independent and the second instance court exercises its own discretion without being bound by the first instance's assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932, 93, 576 of the Code of Civil Procedure; The court's assessment of damages for psychological suffering in tort cases is an independent exercise of discretion, and individual compensation amounts are not subject to review based on disparities with other family members.

Keywords

AI generated
tort damages psychological suffering discretionary power family compensation appeal admissibility independent review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Code of Civil Procedure
Article 93 paragraph 3 of the Constitution
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1399/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Χ., το γένος Τ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Γιαλάογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-3-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. 1660Β'/26-7-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Χ. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του νομίμως εκπροσωπήσαντος αυτήν πληρεξούσιου δικηγόρου της Στέργιου Γιαλάογλου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-2-2017 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (2-3-2018) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο .... Ο αναιρεσίβλητος, όμως, αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔικ., παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ'?Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ'?εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει το ύψος της δικαιούμενης από την αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο του αδελφού της, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την κάλυψη της αστικής ευθύνης από την πρόκληση απ' αυτό ζημιών σε τρίτους στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, στο ποσό των 15.000 ευρώ, μετά από εξαφάνιση κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, της πρωτόδικης απόφασης, που της είχε επιδικάσει για την ίδια αιτία, το ποσό των 40.000 ευρώ, και μάλιστα έχοντας δεχτεί συγκλίνουσα υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος του τραυματισθέντος θανάσιμα παραπάνω αδελφού της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 932 ΑΚ, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή της εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, αφού το επιδικασθέν σ' αυτήν ποσό είναι υπέρμετρα χαμηλό σε σχέση με την ένδικη αδικοπραξία και τα επιδικαζόμενα από τα δικαστήρια σε ανάλογες περιπτώσεις ποσά και ιδίως σε σύγκριση με τα επιδικασθέντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσά των 60.000 ευρώ για τη σύζυγο και των 30.000 ευρώ για καθένα από τα τέκνα του θανόντος αδελφού της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη στις 27-7-2013, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο πεζός Δ. Ζ., αδελφός της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, παρασυρθείς από το υπ' αριθμ ...24 ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, και ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, για την κάλυψη της αστικής ευθύνης από την πρόκληση ζημιών σε τρίτους, καθ' ον χρόνο (ο ως άνω πεζός), διέσχιζε κάθετα, λίγα μέτρα πριν από τη διάβαση πεζών, την επαρχιακή οδό Ευλάλου - Ξάνθης, στο ύψος του 6ου χλμ.

της ανωτέρω οδού εντός του χωρίου Λεύκη, ήταν ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου, και ότι δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα τον πεζό ως προς την επέλευση του ένδικου ατυχήματος, καθότι, από τα αποδειχθέντα προκύπτει, ότι το γεγονός ότι αυτός δεν διέσχισε κάθετα την οδό από τη διάβαση των πεζών, ως όφειλε, αλλά λίγα μέτρα πριν από αυτή, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, δηλαδή της παράσυρσής του και του θανάσιμου τραυματισμού του, ακολούθως, αναφορικά με την αξίωση της αναιρεσείουσας, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν ο μοναδικός αμφιθαλής αδελφός της ενάγουσας (βλ.

το με αριθμ. πρωτ. ..43/3.2.2014 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ξάνθης) και κατά τέσσερα χρόνια μικρότερός της. Ο θανών κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν εξήντα εννέα ετών και υγιής. Αντιμετώπιζε βέβαια κάποια αναπνευστικά προβλήματα, και συγκεκριμένα δύσπνοια, γι' αυτό το λόγο καλούσε σε τακτά χρονικά διαστήματα το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, το οποίο τον μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου όμως δεν νοσηλευόταν, αλλά αφού αντιμετωπιζόταν το πρόβλημα της δύσπνοιάς του εξερχόταν μετά από λίγες ώρες.

Η ενάγουσα μοιράστηκε τα παιδικά της χρόνια με τον θανόντα, μοναδικό αδερφό της, αλλά και μετέπειτα διατηρούσε άριστες σχέσεις μαζί του. Ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατός του προξένησε ασφαλώς σ' αυτή έντονο ψυχικό άλγος, λόγω της απώλειας ενός τόσο προσφιλούς σ' αυτή προσώπου. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και στον εντεύθεν θάνατο του Δ.

Ζ., αδερφού της ενάγουσας, του είδους του προπεριγραφέντος συγγενικού και ψυχικού δεσμού της ενάγουσας με τον θανόντα, της έντασης του ψυχικού άλγους που αυτή βίωσε, την ηλικία τόσο του θανόντος όσο και της ενάγουσας, και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, με εξαίρεση αυτή της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση αυτής για την αποκατάσταση της ψυχικής της οδύνης, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 15.000,00 ευρώ.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση που τα αντίθετα έκρινε, ορίζοντας το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται η ενάγουσα στο ποσό των 40.000,00 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της α' έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, ενώ αντίθετα ο σχετικός λόγος της β' έφεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...".

Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφ' ενός, και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας αφ' ετέρου, και δη ως προς το σχετικό με την υπαιτιότητα λόγο της έφεσης της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχτεί ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανόντος πεζού, κατά ποσοστό 80% και 20%, αντίστοιχα, και ως προς το λόγο της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία πρωτοδίκως είχε καθοριστεί στο ποσό των 40.000 ευρώ, καθόρισε, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστη η αναιρεσείουσα από το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο ατύχημα του προαναφερόμενου αδελφού της, το ποσό των 15.000 ευρώ.

Καθορίζοντας το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη της αναιρεσείουσας στο παραπάνω ποσό, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015), ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού το επιδικασθέν ως άνω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται καταφανώς από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, καθόσον αφορά: α) στις περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις οποίες, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αυθαίρετα και παραβιάζοντας τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, επιδίκασε καταφανώς διαφορετικό ποσό σ' αυτήν σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ενώ τα κριτήρια προσδιορισμού (αντικειμενικοί προσδιοριστικοί παράγοντες ψυχικής οδύνης) που αναφέρθηκαν στο σκεπτικό της θα έπρεπε κατά λογική ακολουθία να οδηγήσουν στην επιδίκαση υψηλότερου ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δεδομένου ότι τα ως άνω κριτήρια προσδιορισμού είναι ενιαία και κοινά για όλα τα μέλη της οικογένειας και β) τον επικουρικώς προβαλλόμενο, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί αβάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας, λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει σαφώς και ευκρινώς τους λόγους για τους οποίους περιόρισε το επιδικασθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ποσό για την ψυχική της οδύνη και ειδικότερα δεν προκύπτει, όπως θα έπρεπε, αν η απόφαση ήταν ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος) η αξιολόγηση και η εκτίμηση ποιού αντικειμενικού παράγοντα επιμέτρησης της ψυχικής οδύνης οδήγησε το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο να μειώσει υπέρμετρα το ύψος της ψυχικής οδύνης, οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, εφόσον με αυτές ουσιαστικά πλήττεται η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας των προσδιοριστικών της χρηματικής ικανοποίησης στοιχείων, η οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ανεξαρτήτως του ότι, καθόσον μεν αφορά στην πρώτη αιτίαση, η απαίτηση καθενός από τους περισσότερους δικαιούχους χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από εκείνη των άλλων δικαιούχων και συνεπώς είναι δυνατό να επιδικασθεί διαφορετικό ποσό σε καθένα απ' αυτούς, καθόσον δε αφορά στον επικουρικώς προβαλλόμενο παραπάνω λόγο, το Εφετείο δεν δεσμεύεται από την κρίση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά εκφέρει δική του κρίση σχετικά με την επιδικαστέα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρασταθείσας δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρασταθείσας δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ