1399/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, που ανακάλεσε την από 17/10/2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1399/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί πλέον, για το ορισμένο του λόγου, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 § 2), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α’ έως γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1419/2007).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1399 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1399/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, που ανακάλεσε την από 17/10/2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Χατζημιχαήλ με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, που ανακάλεσε την από 17/10/2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Χατζημιχαήλ με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2014 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 1/9/2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11963/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 486/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 18/4/2016 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 29/6/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 18/4/2016 αιτήσεως και την απόρριψη της από 29/6/2016 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, την παραδοχή της από 29/6/2016 αιτήσεως και την απόρριψη της από 18/4/2016 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 18-4-2016 και 29-6-2016 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 486/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού, με τον τρόπο, αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 486/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των 25-8-2015, 14-9-2015, 24-9-2015 και 8-10-1015 εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ’ αριθμ. 11963/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές η από 27-8-2014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου Γ.
Π., καθώς και η από 1-9-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γενικό ...". Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Το κυρίως εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. υπό την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, αποτελεί, κατά τον συστατικό του νόμο (Ν. 1964/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2618/1998), αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτελείας και λειτουργεί βάσει των αρχών της ιδιωτικής οικονομίας (πλην των προβλεπομένων στον ίδιο ως άνω νόμο εξαιρέσεων, οι οποίες δεν συντρέχουν εν προκειμένω) το δε εντασσόμενο και απασχολούμενο σ’ αυτό ιατρικό προσωπικό τελεί σε οργανική σχέση μ’ αυτό, υπαγόμενο στη δικαιοδοσία και στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων αυτού (κυρίως εναγομένου).
Εφόσον δε προκύπτει ότι παρέχει στον ιατρό γενικές οδηγίες ως προς τον τρόπο και χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του, θεωρείται ότι "προέστησε" αυτόν στην υπηρεσία του κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ και ευθύνεται έναντι του παθόντος για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ιατρού κατά την παροχή των υπηρεσιών του στο νοσοκομείο.
Στο άνω νοσοκομείο παρέχονται ιατρικές υπηρεσίες από ιατρούς περισσοτέρων ειδικοτήτων και είναι οργανωμένο σε περισσότερες κλινικές βάσει του είδους των υπηρεσιών που παρέχονται από εκάστη εξ αυτών. Στις κλινικές αυτές περιλαμβάνεται και νευροχειρουργική κλινική, η οποία κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2002 έως 2012 διευθυνόταν από τον ιατρό - νευροχειρούργο Η.
Κ. (μάρτυρα ανταποδείξεως), όμως οι γενικές οδηγίες ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες παροχής υπηρεσιών από το ιατρικό προσωπικό της εν λόγω κλινικής καθορίζονταν από τη διοίκηση του κυρίως εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ. και επομένως το ιατρικό προσωπικό της άνω κλινικής θεωρείται ως προστηθέν από το κυρίως εναγόμενο στην υπηρεσία του κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ ....
Ο κυρίως ενάγων εξάλλου από νεαρή ηλικία έπασχε από οσφυαλγία, με πολύ έντονο πόνο ιδίως κατά τις πρωινές ώρες, η οποία αντιμετωπιζόταν συντηρητικώς με φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπείες. Κατά το 1° πεντάμηνο του έτους 2008 παρουσίασε επιδείνωση της οσφυαλγίας, με αιμωδίες (μουδιάσματα) του δεξιού μεγάλου δακτύλου του δεξιού του ποδός και διαλείπουσα χωλότητα στα 20 μέτρα περίπου (βλ.
σχετ. το επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο του, από 19-5-2008, ιατρικού ιστορικού του, που προσκομίζει με επίκληση). Λόγω της εντάσεως και της συχνότητος εμφανίσεως των συμπτωμάτων αυτών και της δυσμενούς επιδράσεως που είχαν στον καθημερινό βίο του, απεφάσισε να διερευνήσει τη δυνατότητα οριστικής επιλύσεως του προβλήματος της υγείας του διαμέσου της χειρουργικής αντιμετωπίσεώς του.
Προς τούτο τον μήνα Μάιο του έτους 2008 εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου του
κυρίως εναγομένου, όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από χρόνια οσφυοϊσχυαλγία με αιμωδίες του δεξιού σκέλους κατανομής της ρίζας του πέμπτου σπονδύλου της οσφυϊκής μοίρας. Για τον λόγο αυτό υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εξέταση στη νευροχειρουργική κλινική του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου, ώστε να διαπιστωθεί η γενεσιουργός αιτία της καταστάσεώς του και να επιδιωχθεί η θεραπεία της με την κατάλληλη ιατρική μέθοδο.
Ο κυρίως ενάγων εξετάστηκε από τον διευθυντή της ως άνω κλινικής, Η. Κ. (μάρτυρα ανταποδείξεως), ο οποίος διέγνωσε την ύπαρξη μιας μεγάλης κήλης μεσοσπονδυλίου δίσκου μεταξύ των 4ου και 5ου οσφυϊκών σπονδύλων καθώς και μία προβολή μεσοσπονδυλίου δίσκου μεταξύ των 5ου οσφυϊκού σπονδύλου και 1ου σπονδύλου της ιεράς μοίρας, προέκρινε δε ως κατάλληλη θεραπεία, είτε με σταθεροποίηση με σπονδυλοδεσία, είτε με μικροχειρουργική δισκεκτομή της προεξάρχουσας παθήσεως.
Ο κυρίως ενάγων επέλεξε την δεύτερη θεραπεία, ήτοι την μικροχειρουργική δισκεκτομή της προεξάρχουσας παθήσεως και, ακολουθώντας τις υποδείξεις του ως άνω θεράποντος ιατρού του, εισήχθη στη νευροχειρουργική κλινική του νοσοκομείου του κυρίως εναγόμενου την 19η-5-2008, προκειμένου να υποβληθεί την επόμενη ημέρα στη χειρουργική επέμβαση.
Πράγματι την 20η-5-2008 πραγματοποιήθηκε η επέμβαση, στην οποία συμμετείχαν τόσο ο προμνησθείς Η. Κ., όσο και ο νευροχειρουργός Τ. Μ.. Ειδικότερα την επέμβαση ξεκίνησε ο δεύτερος (Τ. Μ.), ο οποίος, κατά τη διάρκειά της και ειδικότερα κατά την παρασκευή του διαμεσοτοξίου "παραθύρου", προκάλεσε κεντροπλάγιο τραυματισμό της σκληρός μήνιγγος στη ραχιαία επιφάνειά της μήκους πέντε (5) χιλιοστών.
Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να αναλάβει τη συνέχιση της επεμβάσεως ο πρώτος (Η. Κ.), ο οποίος προέβη σε αφαίρεση της δισκοκήλης, ενώ στη συνέχεια πραγματοποίησε συμπλησιαστική συρραφή της σκληράς μήνιγγος με δύο (2) ράμματα και διενήργησε μικρή πλαστική στη ραχιαία επιφάνειά της για πλήρη στεγανοποίηση.
Σημειώνεται ότι, τόσο η συμμετοχή του ιατρού Τ. Μ. στην ανωτέρω επέμβαση, όσο και η εναλλαγή των δύο χειρούργων κατά τη διάρκειά της, έλαβαν χώρα κατόπιν εντολής του Η. Κ., η οποία καταχωρήθηκε στο πρακτικό του χειρουργείου (βλ. επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο του από 20-5-2008 πρακτικού χειρουργείου ή άλλης επέμβασης του νοσοκομείου του κυρίας εναγομένου, που προσκομίζει νομίμως και με επίκληση ο κυρίως ενάγων).
Μετά την ολοκλήρωση της επεμβάσεως και την έξοδο του κυρίως ενάγοντος από το χειρουργείο, τούτος εμφάνισε δυσχέρεια τόσο στην ούρηση όσο και στην αφόδευση, με συνέπεια να παραταθεί η νοσηλεία του στο νοσοκομείο του κυρίως εναγομένου πέραν του χρόνου, ο οποίος συνηθίζεται για τις, συγκεκριμένου είδους, επεμβάσεις, προκειμένου να εντοπιστεί η αιτία του ως άνω προβλήματος και να ληφθούν τα αναγκαία ιατρικά μέτρα για την επίλυσή του.
Στο πλαίσιο της νοσηλείας του αυτής διαπιστώθηκε ότι ο κυρίως ενάγων έπασχε από ιππουριδική συνδρομή, η οποία οφειλόταν στον τραυματισμό της σκληράς μήνιγγος κατά την, κατά τα ανωτέρω περιγραφόμενη, χειρουργική επέμβαση, ήτοι πάθηση η οποία εκδηλώθηκε με ασυστολία εξωστήρος μυός της ουροδόχου κύστεως.
Αποτέλεσμα του ανωτέρω τραυματισμού του ήταν να περιέλθει ο κυρίως ενάγων σε πλήρη αδυναμία ουρήσεως και να καθίσταται αναγκαίος ο διαλείπων αυτοκαθετηριασμός του με εκατόν πενήντα (150) τεμάχια καθετήρων μίας χρήσεως μηνιαίως (βλ. ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο της υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου .../18-6-2008 ιατρικής γνωματεύσεως του ιατρού της Β’ Ουρολογικής Κλινικής του κυρίως εναγομένου, Α.
Α., που προσκομίζει νομίμως και με επίκληση ο κυρίως ενάγων). Ο κυρίως ενάγων εξήλθε από το νοσοκομείο του κυρίως εναγομένου την 19η-6-2008 (βλ. ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο του από 19-6-2008, εξιτηρίου, που επίσης προσκομίζει νομίμως και με επίκληση ο κυρίως ενάγων), χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η αποκατάσταση της βλάβης (ιππουριδικής συνδρομής - ασυστολίας εξωστήρος μυός της ουροδόχου κύστεως) που υπέστη στο πλαίσιο της ως άνω χειρουργικής επεμβάσεως, καθ’ όσον η αναγραφόμενη στο εξιτήριο έκβαση: "βελτίωση" αφορά μόνο στην θεραπεία της διαμεσοτοξίου δισκεκτομής στην οποία υποβλήθηκε χειρουργικώς και όχι στην βλάβη που του προκλήθηκε συνεπεία του τραυματισμού της σκληράς μήνιγγος κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επεμβάσεως.
Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο του κυρίως εναγομένου, ο κυρίως ενάγων υποβλήθηκε σε σειρά τακτικών ελέγχων με αντικείμενο την κατάσταση της ουροδόχου κύστεώς του και σε θεραπείες για την αποκατάσταση της λειτουργίας της. Ωστόσο, η κατάστασή του έχει παραμείνει η ίδια, με αποτέλεσμα να τελεί μονίμως σε αδυναμία ουρήσεως και να υποβάλλεται καθημερινώς σε διαλείποντες αυτοκαθετηριασμούς, ο αριθμός των οποίων ανέρχεται στους πέντε (5) ημερησίως [βλ.
τα ανεπικύρωτα φωτοτυπικά αντίγραφα των κάτωθι εγγράφων, τα οποία νομίμως και με επίκληση προσκομίζει ο ενάγων, χωρίς να προβληθεί αμφισβήτηση του περιεχομένου τους εκ μέρους του κυρίως εναγομένου, ήτοι: ι) του από 28-8-2008 πορίσματος νευροουρολογικής μελέτης της Β’ ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου, που υπογράφει ο προμνησθείς ιατρός Α.
Α., 2) της, από 27-5-2009, ιατρικής γνωματεύσεως του αυτού ως άνω ιατρού, 3) του, από 17-8-2009, πορίσματος νευροουρολογικής μελέτης της Β’ ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου, 4) της, από 12-8-2009, ιατρικής γνωματεύσεως του αυτού ως άνω ιατρού (Α.Α.), 5)
της υπ’ αριθμ πρωτ. .../6-10-2009 ιατρικής γνωματεύσεως του αυτού ως άνω ιατρού (Α. Α.), 6) της, υπ’ αριθμ. πρωτ. .../30-10-2009 ιατρικής γνωματεύσεως του ιατρού της νευροχειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου, Τ. Μ., 7) της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../1-7-2010 ιατρικής γνωματεύσεως του προμνησθέντος ιατρού της Β’ ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου (Α. Α.), 8) της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../1-2-2011 ιατρικής γνωματεύσεως του αυτού ως άνω ιατρού (Α.Α.),
9)της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../8-2-2011 ιατρικής γνωματεύσεως του ιατρού της νευροχειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου, Α. Π., 10) του, από 22-2-2011, πορίσματος νευροουρολογικής μελέτης του Ιατρού της Β’ ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου Β. Μ., 11) της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../16-3-2012 ιατρικής γνωματεύσεως της Β’ ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου, που υπογράφεται από τον προμνησθέντα ιατρό (Α.
Α.), 12) του, από 16-3-2012, πορίσματος νευροουρολογικής μελέτης των ιατρών της Β’ ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου του εναγομένου, Α. Α. και Β. Μ., 13) της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../15-3-2013 ιατρικής γνωματεύσεως των ιατρών της Β’ ουρολογικής κλινικής του εναγομένου, Ε. Τ. και Α. Α., 14) της υπ’ αριθμ. πρωτ. ...20-9-2013 ιατρικής γνωματεύσεως των ιατρών της Β’ ουρολογικής κλινικής του εναγομένου, Δ.
Λ. και Α. Α. και 15) της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../19-9-2014 ιατρικής γνωματεύσεως του ιατρού της Β’ ουρολογικής κλινικής του εναγόμενου, Α. Α.. Βάσει των, μέχρι την 24η-3-2010, εκδοθέντων ως άνω γνωματεύσεων, ο κυρίως ενάγων κρίθηκε από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του τοπικού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Κοζάνης, ανάπηρος σε ποσοστό 51% με τη διάγνωση (αυτολεξεί): "...
Ο εξεταζόμενος παρουσιάζει νευρογενή ουροδόχο κύστη σε έδαφος, ιππουριδική συνδρομή - χειρουργηθείσα δισκοκήλη Ο4 - Ο5 ..." (βλ. την υπ’ αριθμ. ...3-2010 γνωμάτευση της ως άνω επιτροπής που προσκομίζει με επίκληση σε απλό φωτοαντίγραφο). Ενδιαμέσως ο κυρίως ενάγων εμφάνισε ουρολοιμώξεις με εμπύρετο ρίγος και πυώδες έκκριμα ουρήθρας από τη συχνή αλλαγή των καθετήρων και προς τούτο εξετάσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης την 30η-7-2009, αλλά και την 3η-7-2013 (βλ.
το, από 30-7-2009, ενημερωτικό σημείωμα της παθολογικής κλινικής του άνω νοσοκομείου και την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../3-7-2013 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της ουρολογικής κλινικής του ίδιου νοσοκομείου, που προσκομίζει με επίκληση σε απλό και σε επικυρωμένο, αντιστοίχως, φωτοαντίγραφο). Επίσης από το, υπό ημεροχρονολογία 13-5-2013, παραπεμπτικό του Ι.Κ.Α.
για παρακλινική εξέταση, προκύπτει ότι ο κυρίως ενάγων πάσχει από (αυτολεξεί): "...υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις λόγω διαλειπόντων καθετηριασμών κύστεως...", ενώ από την, υπό ημεροχρονολογία 25-8-2014,
ιατρική γνωμάτευση του χειρούργου - ουρολόγου ιατρού, ..., προκύπτει ότι ο κυρίως ενάγων (αυτολεξεί): "...πάσχει από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις επί εδάφους διαλειπόντων καθετηριασμών λόγω νευρογενούς ουροδόχου κύστεως. Το τελευταίο έτος εμφάνισε στοιχειοθετημένα με γενική ούρων ή καλλιέργεια τρία επεισόδια, Σεπτέμβριος 2013, Ιανουάριος 2014 και Μάιος 2014 και λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Ενδιάμεσα εμφανίζει ασυμπτωματική πυουρία που βεβαιώνεται με stick ούρων..." (βλ. τα ως άνω πρωτότυπα έγγραφα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση από τον κυρίως ενάγοντα). Τέλος, από την, υπό ημεροχρονολογία 9-2-2015,
γνωμάτευση του χειρούργου - ουρολόγου ιατρού Π. Σ., ο κυρίως ενάγων πάσχει (αυτολεξεί): "...από νευρογενή κύστη ατονικού τύπου λόγω χειρουργηθείσας δισκοκήλης. Κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο 2008 μέχρι σήμερα υποβάλλεται σε διαλείποντες καθετηριασμούς της ουροδόχου κύστεως. Σ’ αυτό το διάστημα ο ασθενής έχει υποστεί επανειλημμένες ουρολοιμώξεις καί έχει λάβει ης εξής φαρμακευτικές αγωγές. Αντιβίωση:
ciprofloxacin, ofloxacin, nitrofurantoin, trimenthoprime, ήτοι Ciproxin, tavanic, lidaprim forte, aygmentin, selexid, amicasil, claripen, revionorin, Amoxil, topistin καί furolin, καθώς καί a- bloker ήτοι xatral OD..." (βλ. την γνωμάτευση, που επιβεβαιώνεται και από τα, προσκομιζόμενα με επίκληση, φωτοτυπημένα φύλλα του βιβλιαρίου ασθένειας του κυρίως ενάγοντος). Η ως άνω πάθηση του κυρίως ενάγοντος ήδη από το έτος 2012 χαρακτηρίζεται από τους ιατρούς της Β’ ουρολογικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγόμενου ως "χρονία" (βλ. ιδίως τις ανωτέρω υπ’ αριθμ. πρωτ. .../16-3-2012,
.../15-3- 2013, .../20-9-2013 και .../19-9-2014 ιατρικές γνωματεύσεις), ενώ σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα των δυο νοσοκομείων και του Ι.Κ.Α. αποδίδεται κατά πάγιο τρόπο η αιτιώδης σύνδεση της παθήσεως του κυρίως ενάγοντος στην ουροδόχο κύστη με την ένδικη χειρουργική επέμβαση, γεγονός που επιβεβαίωσε ενόρκως και ο μάρτυρας ανταποδείξεως (Η.
Κ.): "...σαφώς οφείλεται (στην επέμβαση), διότι πιο μπροστά δεν την είχε, άρα ήταν αποτέλεσμα της επεμβάσεως..." (βλ. τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης). Σημειώνεται ότι πράγματι, προ της επεμβάσεως, ο κυρίως ενάγων ουδεμία πάθηση στην ουροδόχο κύστη του καθώς και ουδέν ουρολογικό πρόβλημα είχε εμφανίσει (βλ.
την κατάθεση της μάρτυρα αποδείξεως, σε συνδυασμό με το, από 30-9-2014, ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρικού κέντρου ... - Γερμανίας, που προσκομίζεται στο πρωτότυπο και σε ακριβή επικυρωμένη μετάφρασή του από τη γερμανική στην ελληνική γλώσσα). Ο αυτός ωστόσο μάρτυρας (Η. Κ.) κατέθεσε ότι πρόκειται περί επιπλοκής, καθ’ όσον σε τέτοιου είδους επεμβάσεις: "...
υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ... να έχει συμπτώματα νευροφυτικών διαταραχών, δηλαδή διαταραχών ουρήσεως καί αφοδεύσεως..." (βλ. επίσης τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης), ήτοι επιβεβαίωσε ενόρκως τον βασικό ισχυρισμό του κυρίως εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ. περί του ότι πρόκειται για επιπλοκή της συγκεκριμένης επεμβάσεως.
Ως προς τον ισχυρισμό αυτό αποδείχθηκε ότι η χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε ο κυρίως ενάγων, συγκαταλέγεται στην κατηγορία των οσφυϊκών μικροδισκεκτομών, οι οποίες πραγματοποιούνται προς αντιμετώπιση της οσφυϊκής κήλης μεσοσπονδύλιου δίσκου. Οι επεμβάσεις αυτές πραγματοποιούνται σε περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι: i.
αντιμετωπίζουν πόνους σε ένα από τα κάτω άκρα τους, ii. πάσχουν από μυϊκή αδυναμία ενός από τα κάτω άκρα τους ή iii. έχουν περιέλθει σε κατάσταση ιππουριδικής συνδρομής, δηλαδή πάσχουν από αδυναμία αμφότερων των κάτω άκρων ή εμφανίζουν διαταραχές ουρήσεως και αιμωδία (μούδιασμα) στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, εξ αιτίας της πιέσεως που δέχεται κάποιο από τα νεύρα που διέρχονται διαμέσου του σπονδυλικού σωλήνος της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης από κάποιον από τους δίσκους που παρεμβάλλονται των πέντε (5) επιμέρους σπονδύλων αυτής.
Ο αντικειμενικός σκοπός των επεμβάσεων αυτών συνίσταται στην αποσυμπίεση του νεύρου μέσω της αφαιρέσεως τμήματος του δίσκου, ο οποίος προκαλεί την πίεση, και ο βαθμός αναγκαιότητάς της ποικίλει αναλόγως με τη μορφή και την ένταση των συμπτωμάτων, τα οποία αντιμετωπίζει ο ασθενής. Εξάλλου, οι επεμβάσεις αυτού του είδους πραγματοποιούνται με τη χρήση χειρουργικού μικροσκοπίου και μικροχειρουργικής τεχνικής.
Η πρόσβαση στο εσωτερικό του σπονδυλικού σωλήνος εξασφαλίζεται αρχικώς μέσω μίας δερματικής τομής στο κατώτερο μέρος της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, στη συνέχεια διαμέσου της δημιουργίας ενός ανοίγματος ("παραθύρου") στην εξωτερική επιφάνεια αυτής με την αφαίρεση τμήματος του ωχρού συνδέσμου, ο οποίος εκτείνεται από την οπίσθια επιφάνεια του πετάλου του κατωτέρου σπονδύλου μέχρι την πρόσθια επιφάνεια του πετάλου του ανωτέρου σπονδύλου, όπως επίσης και μικρού τμήματος από τα πέταλα αυτά και τελικώς με τον παραμερισμό της σκληράς μήνιγγος, δηλαδή του εξωτερικού περιβλήματος του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Με τον τρόπο αυτό παρέχεται στο νευροχειρούργο η δυνατότητα, αρχικώς να εντοπίσει με ακρίβεια το νεύρο που πιέζεται και την ένταση της πιέσεως που δέχεται αυτό, εν συνεχεία δε να προβεί στην αφαίρεση του τμήματος του μεσοσπονδυλίου δίσκου, ο οποίος προκαλεί το φαινόμενο αυτό. Οι επεμβάσεις αυτού του είδους θεωρούνται γενικώς ασφαλείς και το συνολικό ποσοστό εμφανίσεως επιπλοκών από αυτές, όπως αυτό προκύπτει από τις αναφορές στην οικεία ιατρική βιβλιογραφία, κυμαίνεται από 1,5% έως 15,8%, παρουσιάζοντας μέσο όρο 7,8%.
Στις, συχνότερα εμφανιζόμενες επιπλοκές, περιλαμβάνονται η επίσχεση ούρων, η ρήξη της μήνιγγος, η κάκωση ρίζας και πρόκληση ιππουριδικής συνδρομής. Το Δικαστήριο συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι η ως άνω μετεγχειρητική χρονία πάθηση που εμφάνισε ο κυρίως ενάγων με τις προεκτεθείσες δυσμενέστατες για την υγεία του συνέπειες, δεν συνιστά επιπλοκή της εν λόγω χειρουργικής επεμβάσεως, ήτοι μια παθολογική εκδήλωση που προστίθεται στη συνηθισμένη εξέλιξη της ως άνω επεμβάσεως και την επιδεινώνει, όπως αβασίμως υποστηρίζει το κυρίως εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.
και όπως μη πειστικώς... κατέθεσε ο μάρτυρας ανταποδείξεως (βλ. ανωτέρω), αλλά αντιθέτως οφείλεται αποκλειστικώς στην αμελή συμπεριφορά των, προστηθέντων από το κυρίως εναγόμενο, ως άνω ιατρών. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, μολονότι την χειρουργική επέμβαση ανέλαβε να εκτελέσει ο διευθυντής της νευροχειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου του εναγομένου (Η.
Κ.), αυτός, όντας παρών στο χειρουργείο, την ανέθεσε στο νευροχειρουργό της ιδίας κλινικής, Τ. Μ.. Αμφότεροι δε ήσαν προστηθέντες από το κυρίως εναγόμενο, ως μέλη του ιατρικού προσωπικού της νευροχειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου αυτού (βλ. ανωτέρω) και θεωρούνται ως "παρέχοντες υπηρεσίες" κατά την έννοια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, ως κατά τα προεκτεθέντα ισχύει.
Ο δεύτερος νευροχειρουργός (Τ. Μ.), μολονότι ήταν υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματος του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή σύμφωνα με τα δεδομένα και τις προόδους της ιατρικής επιστήμης, εντούτοις, κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επεμβάσεως, από αμέλειά του δεν προέβλεψε την επέλευση του κατωτέρω αναφερομένου ζημιογόνου αποτελέσματος, ειδικότερα δε παρέλειψε να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς νευροχειρουργού, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αυτού αποτελέσματος, η δε παράλειψή του αυτή ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ως άνω αναπηρία του κυρίως ενάγοντος, όπως και πράγματι την επέφερε.
Συγκεκριμένα, προκειμένου να επιτύχει πρόσβαση στο εσωτερικό του σπονδυλικού σωλήνος για να εντοπίσει με ακρίβεια το πιεζόμενο νεύρο του χειρουργουμένου κυρίως ενάγοντος και την ένταση της επ’ αυτού πιέσεως, ώστε εν συνεχεία να προβεί στην αφαίρεση του τμήματος του μεσοσπονδυλίου δίσκου που προκαλεί την πίεση, αρχικώς πραγματοποίησε την ενδεδειγμένη δερματική τομή στο κατώτερο μέρος της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης του κυρίως ενάγοντος, η οποία (δερματική τομή) ήταν απαραίτητη προκειμένου να δημιουργηθεί ένα άνοιγμα ("παράθυρο") στην εξωτερική επιφάνεια αυτής (οσφυϊκής μοίρας) δια της αφαιρέσεως τμήματος του ωχρού συνδέσμου, ο οποίος εκτείνεται από την οπίσθια επιφάνεια του πετάλου του κατωτέρου σπονδύλου μέχρι την πρόσθια επιφάνεια του πετάλου του ανωτέρου σπονδύλου.
Εν συνεχεία όμως, ενεργώντας κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να επιδείξει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, κατά τον, επίσης απαραίτητο, παραμερισμό της σκληράς μήνιγγος, ήτοι του εξωτερικού περιβλήματος του κεντρικού νευρικού συστήματος, προκάλεσε σ’ αυτήν (σκληρά μήνιγγα) τραύμα μήκους πέντε (5) χιλιοστών του μέτρου.
Στο σημείο αυτό της επεμβάσεως, ο διευθυντής της νευροχειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου (Η. Κ.), αντιληφθείς τον τραυματισμό της σκληράς μήνιγγος, ανέλαβε ο ίδιος τη συνέχιση και περάτωση της επεμβάσεως, αρχικώς αφαιρώντας τη δισκοκήλη και εν συνεχεία πραγματοποιώντας "συμπλησιαστική συρραφή της σκληράς μήνιγγος" με δύο (2) ράμματα, εν τέλει δε διενήργησε μικρή πλαστική στη ραχιαία επιφάνειά της για πλήρη στεγανοποίηση αυτής.
Το γεγονός του τραυματισμού της σκληράς μήνιγγος στη σπονδυλική στήλη του κυρίως ενάγοντος προκάλεσε στον τελευταίο νευρογενή ιππουριδική συνδρομή (ασυστολία εξωστήρος της ουροδόχου κύστεως) και τον κατέστησε ανάπηρο σε ποσοστό 51%, καθ’ όσον αδυνατεί έκτοτε μονίμως να ουρήσει παρά μόνο μέσω "διαλειπόντων καθετηριασμών", με τις περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες για την υγεία του, που προαναφέρθηκαν (συχνές ουρολοιμώξεις και πυουρία).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κυρίως ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε την 3η-9-1966 (βλ. την, από 4-2-2015, βεβαίωση του Υπουργείου Εσωτερικών/Διεύθυνση Αστικής & Δημοτικής Κατάστασης), κατά τον χρόνο της ως άνω χειρουργικής επεμβάσεως διήνυε το τεσσαρακοστό δεύτερο (42°) έτος της ηλικίας του, ενώ κατά τον χρόνο της συζητήσεως της ενδίκου αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διήνυε το τεσσαρακοστό έβδομο (47°) έτος αυτής.
Είναι έγγαμος με την Μ. Γ. (μάρτυρα αποδείξεως) με την οποία απέκτησαν δυο ανήλικα ακόμη τέκνα, ήτοι την Ε. Π., που γεννήθηκε την 9η-12-1999 και τον Ι. Π., που γεννήθηκε την 11η-8-2003 (βλ. την ως άνω βεβαίωση). Προ της ανωτέρω χειρουργικής επεμβάσεως είχε επανακάμψει στην Ελλάδα από τη Γερμανία, όπου γεννήθηκε και εργαζόταν ως μηχανοτεχνίτης σε εργοστάσιο πλαστικών.
Μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα, εργαζόταν στη Δ.Ε.Η. με συμβάσεις οκταμήνου διάρκειας ως μηχανοτεχνίτης. Η ως άνω χρονία πάθησή του έχει περιορίσει σημαντικώς τη δυνατότητά του προς εξεύρεση εργασίας, καθ’ όσον δεν είναι πλέον ικανός να παράσχει εργασία με σωματική καταπόνηση, όπως ορθοστασία, άρση βαρών και κάμψη οσφύος (βλ.
την προμνησθείσα υπ’ αριθμ. πρωτ. .../8-2-2011 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού της νευροχειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου του κυρίως εναγομένου, Α. Π.), ενώ δεν διαθέτει άλλες γνώσεις ή δεξιότητες, οι οποίες θα του εξασφάλιζαν μία διαφορετική επαγγελματική διέξοδο. Επίσης η κοινωνική του ζωή υφίσταται πλέον σημαντικούς περιορισμούς, οι οποίοι πηγάζουν από την ανάγκη πραγματοποιήσεως καθημερινών αυτοκαθετηριασμών, αλλά και από το γεγονός ότι συνεπεία αυτών υφίσταται συχνές ουρολοιμώξεις και υποχρεούται να λαμβάνει τακτικώς αντιβιοτική φαρμακευτική αγωγή και να βρίσκεται υπό σε ιατρική παρακολούθηση.
Για το λόγο αυτό, ως προεκτέθη, κρίθηκε από την αρμόδια πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Τοπικού Υποκαταστήματος Κοζάνης του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως ανάπηρος κατά ποσοστό 51% (βλ. ανωτέρω). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων υπάρχει η δυνατότητα να επηρεάζει κατά το δυσμενέστερο η ως άνω αναπηρία του κυρίως ενάγοντος το μέλλον αυτού, οι δε δυσμενείς αυτές συνέπειες είναι περισσότερο έντονες στην παρούσα περίοδο οικονομικής δυσχερείας και στενότητος στην αγορά εργασίας, καθ’ όσον ο βαρυνόμενος με αναπηρία κυρίως ενάγων μειονεκτεί και κινδυνεύει να ευρεθεί εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων του.
Συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως υπέρ του αυτού χρηματικής παροχής, η οποία, μετά από την εκτίμηση του είδους της αναπηρίας του, του βαθμού αυτής, της ελλείψεως οιασδήποτε μορφής υπαιτιότητος του ίδιου στην πρόκλησή της, του φύλλου, της ηλικίας του και των κλίσεών του εν γένει ανέρχεται στο ποσό των 25.000,00 €, το οποίο κρίνεται εύλογο....
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχτηκε ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων ιατρών του κυρίως εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ. είχε ως συνέπεια να υποστεί ο κυρίως ενάγων και ηθική βλάβη, λόγω της ταλαιπωρίας, της στενοχώριας και του άγχους που υφίσταται σε μόνιμη και σταθερή βάση μετά την πραγματοποίηση της ενδίκου επεμβάσεως.
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος και την έκταση της αναπηρίας του που οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων από το κυρίως εναγόμενο, ιατρών, το φύλλο, την ηλικία του, τις μόνιμες και επώδυνες συνέπειες που υφίσταται λόγω της αναπηρίας, καθώς και την κοινωνικοοικονομική του θέση και κατάσταση, κρίνει ότι, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 35.000,00 € το οποίο είναι εύλογο και εντός των ορίων της αναλογικότητος που προαναφέρθηκαν....".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, καθώς και τις από 24-9-2015 και 8-10-2015 εφέσεις και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, υποχρέωσε το μεν αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γενικό ..." να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 60.000 ευρώ, την δε παρεμπιπτόντως εναγομένη και αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." να καταβάλει στο αναιρεσείον το ίδιο ποσό.
Α) Επί της από 18-4-2016 αιτήσεως αναιρέσεως:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολομ.
ΑΠ18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, ή η ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν μνημονεύονται απλώς τα στοιχεία του νόμου, χωρίς αναφορά των περιστατικών, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας, ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 του Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου σε αποζημίωση, η παράνομη συμπεριφορά αυτού έναντι του ζημιωθέντος και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 931 Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα από αδικοπρακτική συμπεριφορά, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση αποζημιώσεως, αν επιδρά δυσμενώς στο οικονομικό μέλλον αυτού και του προκαλεί ζημία, η οποία δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ.
Η ζημία δε αυτή, ως εκ της φύσεώς της και του μελλοντικού της χαρακτήρα, δεν είναι δυνατόν και επομένως, ούτε νομικώς αναγκαίο να συγκεκριμενοποιείται και να καθορίζεται με ακρίβεια, αλλά αρκεί να είναι βεβαία με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (Ολομ. ΑΠ 18/2008).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία τα οποία ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 του ιδίου Κώδικος, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, προκειμένου για αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 297, 298 Α.Κ. προκύπτει ότι, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα, τα οποία συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου.
Πρέπει επίσης να αναφέρονται τα γεγονότα, τα οποία δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της επελθούσης στον ενάγοντα ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, τα οποία προσδιορίζουν την θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος. Τέλος, καθόσον αφορά την αποζημίωση εκ του άρθρου 931 Α.Κ., θα πρέπει για το ορισμένο και το νόμω βάσιμο της αγωγής να αναφέρονται εκείνα τα περιστατικά, τα οποία διακρίνουν, κατά τα ανωτέρω, την σχετική αξίωση από τις αξιώσεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ (ΑΠ 361/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωσή του για πρόσθετη αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 ΑΚ, εκθέτει στην ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της (ΚΠολΔ 561 § 2) τα εξής: "...Είμαι μηχανοτεχνίτης, ηλικίας 47 ετών, παντρεμένος κι έχω δύο ανήλικα παιδιά ηλικίας 13 και 10 ετών, βρίσκομαι δε σε κακή οικονομική κατάσταση.
Από το 1985 μέχρι το 2006 εργαζόμουν μόνιμα στη Γερμανία ως εργοδηγός σε εργοστάσιο κατασκευής πλαστικών. Από το έτος 2007 άρχισα να εργάζομαι στη ΔΕΗ ως μηχανοτεχνίτης με συμβάσεις οκτάμηνης διάρκειας, ενώ από το Δεκέμβριο 2012 δεν εργάζομαι, αφού η ΔΕΗ δεν ανανέωσε την τελευταία 8μηνη σύμβαση που είχε λήξει.
β) Μέχρι να υποβληθώ στην παραπάνω χειρουργική επέμβαση δεν είχα κανένα άλλο πρόβλημα υγείας, πλην της δισκοκήλης. γ) Λόγω της αντισυμβατικής, παράνομης και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των παραπάνω νευροχειρουργών και του εναγόμενου νοσοκομείου πέραν της προαναφερόμενης καθημερινής σωματικής και ψυχικής μου ταλαιπωρίας, που είναι ασυνήθιστη για την ηλικία μου και την μέχρι τότε κατάσταση της υγείας μου, ιατρικά είναι απαγορευτικό να εργαστώ σε εργασία που απαιτεί σωματική καταπόνηση, όπως ορθοστασία, άρση βαρών, κάμψη οσφύος κλπ, καθημερινά δε η σωματική μου αυτή κατάσταση χειροτερεύει.
Έτσι με την από 24-3-2010 απόφαση της Α/βαθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ κρίθηκα ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 51%, λόγω μη λειτουργικής ουροδόχου κύστης σε έδαφος ιππουριδικής συνδρομής-χειρουργηθείσα δισκοκήλη 04-05 και πεταλεκτομή. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι η πιο πάνω μόνιμη, βαριά σωματική βλάβη συνιστά έλλειψη της σωματικής ακεραιότητάς μου και κατ’ επέκταση -κατά την ιατρική κοινότητα-μόνιμη αναπηρία.
Επειδή η αναπηρία αυτή, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 51%, παρεμποδίζει το φυσιολογικό μου βίο και μπορεί να επιφέρει κατά η συνήθη πορεία των πραγμάτων αρνητικές επιπτώσεις στο μέλλον μου, δηλ. στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική μου εξέλιξη, που δεν μπορούν να καλυφθούν εντελώς με τις παροχές των αρθ. 929 και 932 ΑΚ.
Και τούτο, διότι αυτή η αναπηρία σε συνδυασμό με όλους τους περαιτέρω κινδύνους που εγκυμονεί για την υγεία μου, ήδη έχει και θα έχει στο μέλλον με βεβαιότητα δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική μου εξέλιξη, δεδομένου ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η αναπηρία αυτή αποτελεί άλλως θα αποτελέσει με βεβαιότητα - αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και εργασίας μου, κυρίως σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, όπου οι βαρυνόμενοι με αναπηρία μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους αλλά και στις μελλοντικές κοινωνικές και οικογενειακές τους
συναναστροφές, ενόψει και της ηλικίας τους. Εξάλλου, κι αν ακόμη επαναπροσληφθώ στη ΔΕΗ ή σε άλλη παρεμφερή της ειδικότητάς μου εργασία, είναι βέβαιο, ενόψει των προεκτεθέντων, ότι θα μειονεκτώ έναντι των υγιών συναδέλφων μου-ενόψει και της φύσεως της εν λόγω εργασίας. Εξάλλου, όπως είναι προφανές και κοινό τοις πάσι, παρά το γεγονός ότι είμαι παντρεμένος και έχω τεκνοποιήσει, μειονεκτώ και θα συνεχίζω δια βίου να μειονεκτώ στις μελλοντικές κοινωνικές και οικογενειακές μου συναναστροφές, ενόψει του σοβαρού προβλήματος της υγείας μου και της ηλικίας μου.
Κατόπιν τούτων, η αναπηρία μου έχει και θα έχει δυσμενή επίδραση στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική μου εξέλιξη, διότι δε θα δύναμαι να ασκήσω επαγγέλματα που απαιτούν καταβολή σωματικής δύναμης, ορθοστασία, άρση βαρών, κάμψη οσφύος κλπ, με συνέπεια να μειονεκτώ έναντι των υγιών και αρτιμελών συναδέλφων μου της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας, πράγμα που στα πλαίσια του ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας θα περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητά μου να ανεύρω έστω άλλη κατάλληλη εργασία με προοπτικές ανέλιξης και ανάλογες απολαβές, και ως εκ τούτου θα αποτελέσει τροχοπέδη στην επαγγελματική και οικονομική μου πρόοδο.
Παράλληλα δε ήδη αποτελώ αντικείμενο συμπάθειας και οίκτου από τον περίγυρό του (οικογενειακό, φιλικό) και οπωσδήποτε η σωματική μου μειονεξία επηρεάζει και θα επηρεάσει τις μελλοντικές κοινωνικές και οικογενειακές μου συναναστροφές και την εν γένει κοινωνική του εξέλιξη, δημιουργώντας αρνητικές προϋποθέσεις, αφού εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια δεν μπορώ "να λειτουργώ" ως υγιές και φυσιολογικό άτομο.
Ως εκ τούτου, η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και συνεπώς θα πρέπει να μου επιδικαστεί ως αυτοτελής αποζημίωση με βάση το αρθ. 931 ΑΚ το ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο είναι εύλογο και δίκαιο...". Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου δήλωσε τα εξής: "..
Διορθώνουμε την αγωγή μας στην πρώτη σελίδα τέταρτη σειρά, μετά από το έτος 2007, προστίθεται η φράση "άρχισα να εργάζομαι στη ΔΕΗ ως μηχανοτεχνίτης-τεχνικός ορυχείων, όμως συνέχεια λόγω του σοβαρού και χρόνιου προβλήματος που μου δημιούργησε η επίμαχη σύμβαση, συνέχισα να εργάζομαι ως βοηθός μηχανοτεχνίτη προκειμένου να αποφύγω την ορθοστασία, την καταπόνηση και την άρση βαρών".
Προστίθεται αυτό και διαγράφεται η φράση "άρχισα να εργάζομαι στη ΔΕΗ ως μηχανοτεχνίτης με συμβάσεις 8μήνης διάρκειας..". Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, κατά το αντίστοιχο αίτημά της είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η δε ως άνω δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου δεν αποτελούσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αλλά παραδεκτή συμπλήρωση-διόρθωσή της.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Από το άρθρο αυτό προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν, αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Περαιτέρω, τα άνω προσδιοριστικά στοιχεία πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια, ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας
στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".
Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού, που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ( Ολομ.
ΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι επιδίκασε υπέρ του αναιρεσιβλήτου για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το αναφερόμενο παραπάνω ποσό των 35.000 ευρώ και ότι έτσι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς από τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατά το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει, από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Η δικαστική επιδίωξη αποκλείεται, μόνον οσάκις συντρέχουν νομικά κωλύματα, τα οποία καθιστούν αδύνατη τη δικαστική επιδίωξη, τα οποία, είτε αναφέρονται, ευθέως, στο νόμο, είτε αποτελούν αναβλητικές ενστάσεις.
Η πιο πάνω διάταξη, εξάλλου, εισάγει ένα γενικό κανόνα, από τον οποίο υπάρχουν εξαιρέσεις, που εξαρτούν την αφετηρία της παραγραφής από άλλους λόγους, όπως, πλην άλλων, και εκείνη του άρθρου 937 ΑΚ. Έτσι, σε περίπτωση αδικοπραξίας (ΑΚ 914), η σχετική απαίτηση του ζημιωθέντος παραγράφεται, μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, αν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που, κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτό ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης.
Επομένως, η ειδική αυτή διάταξη, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση αδικοπραξίας, δηλαδή σε οιαδήποτε, υπό ευρεία έννοια, αντικειμενικά παράνομη συμπεριφορά από την οποία γεννάται αξίωση αποζημίωσης, αφορά δε και την από το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 901/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 § 1 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής, η παραγραφή δε που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, ενώ κατά το άρθρο 264 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτουν επίσης: 1. η επίδοση επιταγής πληρωμής κάτω από εκτελεστό δικαιόγραφο, 2.
η αναγγελία για επαλήθευση σε πτώχευση, 3. η αναγγελία για κατάταξη σε πλειστηριασμό, 4. η υποβολή ένστασης συμψηφισμού της αξίωσης. Οι παραπάνω όμως περιπτώσεις διαφέρουν από εκείνη κατά την οποία με την άσκηση της αγωγής εισάγεται η υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς της αναφερομένης στην ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξιώσεως, η οποία δεν επιφέρει την διακοπή της παραγραφής εφ’ όσον στη περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει λόγος περί διατηρήσεως των συνεπειών της ασκήσεώς της.
Εξαίρεση εισάγεται, με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, που, κατά τη θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα. Με τη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όχι μόνο όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων αντιλαμβανόμενος, ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διατάξεως, που συνίσταται στη σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι, με την εσφαλμένη άσκηση βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 53/2012, ΑΠ 1028/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος, η αξίωση του οποίου κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη στις 20-5-2008, άσκησε την υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ... 20-5-2013 αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκε στις 20-5-2013, ότι ακολούθως και επειδή αντιλήφθηκε ότι το ανωτέρω Δικαστήριο εστερείτο δικαιοδοσίας, δεν ανέμενε την έκδοση αποφάσεως, αλλά άσκησε ενώπιον του καθ’ ύλην αναρμοδίου λόγω ποσού Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθ.
εκθέσεως καταθέσεως .../28-5-2013 και ομοίου περιεχομένου με την ένδικη, αγωγή και ότι από τα δικόγραφα των αγωγών αυτών παραιτήθηκε, με την κρινόμενη αγωγή, αλλά και με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης και ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου δεν υπέκυψε στην παραπάνω πενταετή παραγραφή, διότι αυτή διακόπηκε με την εντός της πενταετούς προθεσμίας άσκηση αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας και για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του -, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης), είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως , ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν, κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24 Α.Ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από τον μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του.
Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στην διάθεσή του μέσα, ένας συνετός και επιμελής ιατρός.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι’ αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει, το εάν, τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 633/2014, ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 180/2011).
Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η χρόνια μετεγχειρητική πάθηση, που εμφάνισε ο αναιρεσίβλητος Γ.
Π., οφειλόταν αποκλειστικά σε συγκλίνουσα αμέλεια των θεραπόντων ιατρών του, που είχαν προστηθεί στην υπηρεσία του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, αρκούν για να χαρακτηρίσουν ως αμελή τη συμπεριφορά των θεραπόντων ιατρών του αναιρεσιβλήτου και να τη συνδέσουν αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, στο οποίο ικανώς συνέβαλαν οι παραλείψεις τους, οι οποίοι κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί και επιμελείς ιατροί της ειδικότητάς τους και της κτηθείσης πείρας τους, δεν προέβλεψαν την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το πρακτικό χειρουργείου, καθώς και απόσπασμα διεθνούς βιβλιογραφίας και συγκεκριμένα ιατρικό άρθρο "Spine, J.
Surg. 64 1994 Clev. Clin. J. Med. Med. 74 (8) 2007 Can. J. Neurol. Sc/37 (1) 2010", που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα το αναιρεσείον. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από την εκτίμηση "...όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νομίμως και με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, ακόμη και αν τα έγγραφα αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθ’ όσον λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικώς και εκτιμώνται ελευθέρως...., μερικών μάλιστα των οποίων (εγγράφων) γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών...., σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία, για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο, από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου ώστε από τη σύγκριση με εκείνο, που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (333/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, καθόσον το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πρακτικού χειρουργείου, δίνοντας στο περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό νόημα από το αληθινό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος.
Επειδή, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, κατά το διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.
Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολομ.
ΑΠ 5/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο, ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα εξής: "...
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, επικουρικώς των ανωτέρω, το κυρίως εναγόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος του κυρίως ενάγοντος, δια της εγέρσεως της ενδίκου αγωγής, παρίσταται ως καταχρηστική με την ειδικότερη μορφή της αποδυναμώσεως του δικαιώματος του, διότι, πέραν του ότι οι ισχυρισμοί του είναι αντιφατικοί (αυτολεξεί):"...ο
αντίδικος στράφηκε κατά του Νοσοκομείου μας για πρώτη φορά ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων με κατάθεση και επίδοση δικογράφου την ημέρα εκπνοής της παρόδου πενταετίας από την επίμαχη χειρουργική επέμβαση, χωρίς έως τότε το Νοσοκομείο μας να οχληθεί.... Σε κάθε περίπτωση το Νοσοκομείο εύλογα είχε κάθε λόγο να πιστέψει ότι όλα συνέβησαν lege artis παρά τα όποια παράπονα ενδεχομένως του ασθενούς που αντιμετώπιζε το πρόβλημά του κυρίως ως συνέπεια δικαιολογημένης επιπλοκής παρά ως έλλειψη ενημέρωσης, που πιθανόν τον οδηγούσε σε ακύρωση της επέμβασης στη σπονδυλική στήλη.
Σε κάθε περίπτωση η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με την ΑΚ 281...". Ο ισχυρισμός αυτός, καθ’ όσον μεν αφορά το πρώτο σκέλος του στο οποίο γίνεται επίκληση της πενταετούς αδρανείας του κυρίως ενάγοντος να στραφεί εναντίον αυτού (κυρίως εναγόμενου) και της ευλόγου πεποιθήσεως του τελευταίου ότι όλα συνέβησαν "lege artis" είναι μη νόμιμος καθ’ όσον η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων...
Καθ’ όσον δε αφορά το δεύτερο σκέλος του είναι ομοίως απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού επικαλείται δικαιολογημένη επιπλοκή της επεμβάσεως και με τον τρόπο αυτό προβάλει άρνηση της αδικοπρακτικής κυρίας βάσεως της αγωγής, που ερευνάται εν προκειμένω....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια, ο ανωτέρω (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος "...περί της συνεχούς έλευσης του αντιδίκου στο νοσοκομείο μας και την παρακολούθησή του από τους ιατρούς μας, με την επίδειξη εμπιστοσύνης σ’ αυτούς, χωρίς να τους εκφράσει επί 5 έτη το οποιοδήποτε παράπονο, αποδεχόμενος ό,τι έχει συμβεί ως επιπλοκή, χωρίς υπαιτιότητα και καταλογισμό ευθύνης, αφού διαφορετικά δεν θα έρχονταν στο δικό μας νοσοκομείο... " είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και τον απέρριψε, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων, διαφορετικών, προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013).
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 18-4-2016 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί το τελευταίο λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Β) Επί της από 29-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως:
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, από τους οποίους επιδιώκεται μ’ αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατ’ εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ’ αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 731/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 29-6-2016 αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." προσβάλλεται, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η υπ’ αριθμ. 486/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των 25-8-2015, 14-9-2015, 24-9-2015 και 8-10-1015 εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ’ αριθμ. 11963/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές η από 27-8-2014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου Γ.
Π., καθώς και η από 1-9-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γενικό ...". Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, ζητεί την αναίρεση της ως άνω απόφασης μόνο κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρεώθηκε να καταβάλει στο παρεμπιπτόντως ενάγον νομιμοτόκως το ποσό των 60.000 ευρώ.
Αντίθετα, δεν πλήττεται η απόφαση, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο απορρίφθηκε η από 25-8-2015 έφεση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος και αφού έγινε δεκτή η από 14-9-2015 έφεση του κυρίως ενάγοντος, έγινε δεκτή εν μέρει η από 27-8-2014 κύρια αγωγή του αναιρεσιβλήτου Γ. Π. και υποχρεώθηκε το παρεμπιπτόντως ενάγον να του καταβάλει το ποσό των 60.000 ευρώ.
Επομένως, απαραδέκτως η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του τελευταίου, τον οποίο δεν αφορά η αποδιδόμενη μ’ αυτήν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει ως προς αυτόν να απορριφθεί. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ ορθή εκτίμηση μόνο, 11 περ.
γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν αναφέρει ποια από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις) έλαβε υπόψη του, πέραν της γενικής αναφοράς σ’ αυτά. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, αρκούσε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011).
Επί πλέον, για το ορισμένο του λόγου, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 § 2), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α’ έως γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1419/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση μόνο, 11 περ. β’ ΚΠολΔ αιτίαση και ειδικότερα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα του αναιρεσιβλήτου, μολονότι δεν έγινε νόμιμη προσαγωγή και επίκλησή τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιες ήταν οι αποδείξεις, τις οποίες το Δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα, ούτε και αναφέρεται ότι η παράλειψη της επικλήσεώς τους προβλήθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατά το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 1334/2005).
Το απαράδεκτο εκ της άνω διατάξεως αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 30/2006). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 19, 11 και 20 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο παράνομα και λανθασμένα, απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι η τελευταία έχει υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα, ενώ η ίδια ισχυρίστηκε ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση, ενόψει του ότι με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ορίστηκε ότι "η Εταιρία μας θα παραμείνει υπεύθυνη και μετά τη λήξη του ασφαλιστηρίου για οποιαδήποτε απαίτηση τρίτου που θα εγερθεί εντός 4 ετών από την λήξη του ασφαλιστηρίου, εφόσον το συμβάν προκλήθηκε και δημιουργήθηκε κατά την διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου και για το οποίο ο ασφαλιζόμενος και η Εταιρία μας δεν είχαν λάβει γνώση" και ως εκ τούτου, μετά την πάροδο του χρόνου αυτού δεν καλύπτεται ασφαλιστικά το αναιρεσίβλητο, σύμφωνα και με το άρθρο 10 του Ν. 2496/1997 και ότι ο ισχυρισμός της αυτός, τον οποίο πρότεινε με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου προτάσεις, σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, "ενόψει του ότι αφορά αποσβεστική προθεσμία την οποία όχι μόνον ορίσαμε μετά του αντιδίκου ΝΠΙΔ, αλλά και προβλέπεται από τον νόμο (αρθρ. 10 Ν. 2496/1997)...".
Ο λόγος αυτός και ανεξαρτήτως των αιτιάσεων που αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον συγκεκριμένο ισχυρισμό προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο προβολής και επανέφερε νομίμως με λόγο έφεσης στο Εφετείο.
Επί πλέον, πέραν του ότι δεν παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, δεν καθίσταται σαφές το περιεχόμενο του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, αν δηλαδή πρότεινε ένσταση απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος ή ένσταση παραγραφής της αξίωσης της ασφαλισμένης αναιρεσίβλητης, κατ’ άρθρο 10 Ν. 2496/1997.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 29-6-2016 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει η τελευταία, λόγω της ήττας της, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
Θα επιδικαστεί όμως ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη για τον καθένα, αφού η χωριστή εκπροσώπησή τους με διαφορετικούς δικηγόρους, ενόψει της αντιδικίας τους στη συνεκδικαζόμενη υπόθεση, ήταν αναγκαία και δεν έγινε από υπερβάλλουσα πρόνοια, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 2 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 18-4-2016 και 29-6-2016 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 486/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 18-4-2016 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γενικό ...".
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε το αναιρεσείον στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 29-6-2016 αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...".
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει στην αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για τον καθένα από αυτούς. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ