Legislator Case Law & Legislation
1399/2016 AI generated

1399/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1399/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη-Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1399/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1399/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη-Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατσιαβό, περί αναιρέσεως της 6751/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως αυτής, αν υποβληθεί νομίμως αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και αυτό απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ιδρύεται και ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 960/2015).

Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.

Το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να υποβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι πρέπει να αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα προσκομισθούν οι νέες αποδείξεις, ώστε να κριθεί αν αυτά είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση και για ποίους λόγους κρίνεται αναγκαία η προσκόμισή τους ενώπιον του δικαστηρίου για την ανακάλυψη της αλήθειας.

Αν το δικαστήριο, απορρίψει το αίτημα αυτό, παρ’ ότι υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφαση του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη ως προς την απορριπτική του κρίση αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης τόσο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, όσο και για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α και Δ του ΚΠοινΔ). Οι λόγοι, όμως, αυτοί δεν ιδρύονται όταν το ως άνω αίτημα δεν υποβλήθηκε παραδεκτώς. (ΑΠ 211/2015, ΑΠ 162/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 6751/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών προκύπτει ότι, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφενός εμφανίστηκε ως άγγελος η Ε.

χήρα Ν. Μ., η οποία ανήγγειλε στο Δικαστήριο για λογαριασμό της πρωτοδίκως παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Ε. Μ. και του συνηγόρου της Ε. Σ., ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να παρασταθεί στο Δικαστήριο καθώς συμμορφώνεται με την απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος και απέχει από τα καθήκοντά του και ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω ανωτέρας βίας στο πρόσωπο εκείνου και της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία απουσίαζε στο εξωτερικό και ήθελε να παραστεί για να εξετασθεί ως μάρτυρας και αφετέρου ο συνήγορος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου: "να παραστεί και να εξετασθεί ως μάρτυρας η πρωτοδίκως παραστάσα ως πολιτικώς ενάγουσα Ε.

Μ.". Το τελευταίο αυτό αίτημα, όμως, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο, καθόσον δεν γινόταν επίκληση των λόγων για τους οποίους ήταν αναγκαία η αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει να καταθέσει η πολιτικώς ενάγουσα και επομένως, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα του κατηγορουμένου και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του.

Παρά ταύτα, το δικάσαν Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τα εξής: "...Περαιτέρω, το αίτημα για αναβολή της δίκης, κατ’ άρθρον 352 παρ. 2 ΚΠοινΔ, για να προσέλθει η παρασταθείσα πρωτοδίκως, ως πολιτικώς ενάγουσα, Ε. Μ. και να καταθέσει, ως μάρτυρας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον η μαρτυρία της δεν κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας".

Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο απέρριψε με πλήρη αιτιολογία το περί αναβολής ένεκα ανωτέρας βίας αίτημα ".... προεχόντως λόγω του κινδύνου παραγραφής της υποθέσεως. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι αφενός μεν δεν αναγγέλθηκε για ποιό λόγο η ως άνω παρασταθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγουσα, απουσιάζει στο εξωτερικό και γιατί κωλύεται να προσέλθει σήμερα, αφετέρου δε δεν προσκομίστηκε εξουσιοδότηση αυτής προς τον ως άνω συνήγορό της που απέχει από τα καθήκοντά του, για να την εκπροσωπήσει στη δίκη αυτή, αλλά και απορριπτική απόφαση του ΔΣΑ για χορήγηση σ’ αυτόν σχετικής αδείας, λαμβανομένου υπόψη ότι η προκειμένη ποινική υπόθεση που αφορά πλημμέλημα εμπίπτει στο πλαίσιο χορήγησης αδειών κατά την αποχή από τον ΔΣΑ, αφού από τον χρόνο τελέσεως των ως άνω πράξεων έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της επταετίας".

Με την απόρριψη αυτή ουδόλως παραβιάσθηκαν τα κατ’ άρθρα 171 παρ. 1δ ΚΠοινΔ και 6 παρ. 2 εδ. δ’ της ΕΣΔΑ, υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης, περί του ότι εχώρησε εκ του λόγου αυτού απόλυτη ακυρότητα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 224 ΠΚ "Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" (όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.3327/2005), κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια ".

Συνεπώς, για την κατ` άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι τα όσα κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Η ένορκη κατάθεση του δράστη πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό όχι μόνον, όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και ως προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και, ως εκ τούτου, γνώριζε, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος που αποτελεί το αντικείμενό της, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 1363/2015, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 27/2015).

Η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή, εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη, νόμου να γίνει ένορκη κατάθεση, η οποία δύναται στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή αρμόδια προς διάγνωση της διαφοράς.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από το άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. ‘ Οταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Για την πληρότητα επομένως της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για ψευδορκία μάρτυρα πρέπει, εκτός άλλων να αναφέρονται σ` αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ’ αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήσαν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτός είχε γνώση ότι αυτά ήσαν ψευδή.

Διαφορετικά, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ. (ΑΠ 221/2014, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 707/2013). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο απ’ αυτά κατ’ επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ ΑΠ 1/2005, ΑΠ 27/2015, ΑΠ 583/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, ότι: " .... Από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, την εκκαλουμένη απόφαση και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, καθώς και την απολογία του 1ου κατηγορουμένου, Ι.

Σ., (ήδη αναιρεσείοντος) και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι : Δυνάμει των υπ’ αριθ. .../6-12-2006 περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλου που έχουν μεταγραφεί νομίμως, η Ε. χήρα Ν. Μ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο, και η θυγατέρα της, μηνύτρια, Ε.

θυγ. Ν. Μ. απέκτησαν κατά κυριότητα αντίστοιχα την … αποθήκη (οριζόντια ιδιοκτησία) του δώματος, επιφανείας 12 τ.μ., με τον περιβάλλοντα χώρο της, καθώς και την Δ-1 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του Δ’ ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ... Αττικής και επί της οδού ..., επιφανείας 130 τ.μ., με τα παρακολουθήματα αυτής, ήτοι τις Ρ-1 και Ρ-2 θέσεις στάθμευσης και την … αποθήκη του ισογείου.

Οι δύο ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες που είχαν αγοραστεί το έτος 2004 από την οφειλέτιδα εταιρεία, είχαν συνενωθεί σε μία και επικοινωνούσαν με εσωτερική κλίμακα, αποτελώντας ουσιαστικά ένα διαμέρισμα (μαιζονέτα), πολυτελούς κατασκευής, στο δώμα του οποίου, εκτός από την υπάρχουσα αποθήκη, είχε κατασκευαστεί και πισίνα.

Ήδη από τις 27-2-2006 όλο το ως άνω ακίνητο είχε εκμισθωθεί προς τον 2° κατηγορούμενο, Δ. Μ., από την καθής η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτιδα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπηθείσα από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Χ. Λ., δυνάμει της υπ’ αριθ. .../27-2-2006 συμβάσεως μισθώσεως της συμβ/φου Αθηνών Χριστίνας Μάνδρου, για να χρησιμοποιηθεί, ως κύρια κατοικία, για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 300 € για τα τρία πρώτα έτη της μισθώσεως, αναπροσαρμοζόμενου κάθε τριετία κατά ποσοστό 5% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος.

Οι κυρίες των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών άσκησαν την από 28-7-2008 αγωγή τους κατά της ως άνω εκμισθώτριας εταιρείας-τελούσας τότε σε κατάσταση πτωχεύσεως, δυνάμει της υπ’ αριθ. 350/2008 απόφασης του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών-του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, Χ. Λ., και του ως άνω μισθωτή (2ου κατηγορουμένου), ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω μισθωτικής συμβάσεως, ως εικονικής, η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 328/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ως αόριστη.

Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής, η οποία εκδικάστηκε στις 13-11-2008 στο Ειρηνοδικείο Αθηνών εξετάστηκε ενόρκως ο 1ος κατηγορούμενος, ως μάρτυρας ανταποδείξεως, προταθείς από τους τότε εναγομένους, ο οποίος κατέθεσε ότι η σύμβαση μισθώσεως δεν ήταν εικονική, ότι ο 2ος κατηγορούμενος (μισθωτής) έμενε πάντα στο μίσθιο ακίνητο, στο ..., διότι οι δουλειές του είναι εκεί κοντά, ότι παρά ταύτα αυτός δήλωνε ως έδρα της εταιρείας του το πατρικό σπίτι της συζύγου του στο Ελληνικό, επειδή το σπίτι στο ... (μίσθιο) ήταν ενοικιασμένο, ότι αυτός δαπάνησε πολλά χρήματα για την ανακαίνιση του μισθίου και γι’ αυτό συμφωνήθηκε χαμηλό μίσθωμα, για να συμψηφισθεί η δαπάνη, ότι αυτός (205 κατηγορούμενος) δεν γνώριζε για τον πλειστηριασμό, ότι κατά την ημέρα της αποβολής βρέθηκε στο μίσθιο ακίνητο ο Χ.

Λ. (νόμιμος εκπρόσωπος της εκμισθώτριας), αδελφός της συζύγου του 2ου κατηγορουμένου (μισθωτή), Ά. Λ., διότι είχαν πάει εκείνη την ημέρα τη μητέρα της τελευταίας στο γιατρό και ότι τα πράγματα που βρίσκονταν στο μίσθιο ήταν του 2ου κατηγορουμένου (μισθωτή). Τα ως άνω κατατεθέντα ήταν ψευδή, καθόσον ο 2ος κατηγορούμενος δεν έμενε ποτέ στο ως άνω εκπλειστηριασθέν διαμέρισμα στο ..., αλλά σε διαμέρισμα της επί της οδού ...

στην περιοχή "Ελληνικό" πολυκατοικίας, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της συντρόφου και μετέπειτα συζύγου του Ά. Λ., αδελφής του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω μισθώτριας εταιρείας. Η προαναφερόμενη σύμβαση μισθώσεως των ως άνω, μετέπειτα εκπλειστηριασθέντων, ακινήτων καταρτίστηκε εικονικά μεταξύ του 2ου κατηγορουμένου Δ.

Μ. και του γαμβρού του Χ. Λ. (ως νομίμου εκπροσώπου της εκμισθώτριας ανώνυμης εταιρείας "..."), προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι επίδοξοι πλειοδότες, λόγω της μακράς διάρκειας της μισθώσεώς του σε συνδυασμό με το χαμηλό του μίσθωμα, ώστε να αποτραπεί τελικώς ο πλειστηριασμός του και σε κάθε περίπτωση να καθυστερήσει η απόδοσή του στον πλειοδότη, λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω εκμισθώτρια εταιρεία είχε ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, ύψους 4.264.767 €, και για το λόγο αυτό κηρύχθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση πτωχεύσεως.

Πράγματι ο 2ος κατηγορούμενος ούτε είχε πρόθεση ούτε και κατοίκησε ποτέ στο ως άνω εκπλειστηριασθέν διαμέρισμα, στο οποίο κατοικούσε ο Χ. Λ. του Ν. Μ. και τα παιδιά τους. Μάλιστα, ο 2ος κατηγορούμενος είχε δηλώσει ως έδρα της μετέπειτα (τον Νοέμβριο του 2006) συσταθείσας εταιρείας του τη διεύθυνση της πραγματικής κατοικίας του στο Ελληνικό (...) και όχι αυτή του μισθίου ακινήτου.

Επίσης, ένοικοι της πολυκατοικίας, στην οποία βρίσκεται το εκπλειστηριασθέν ακίνητο, μεταξύ των οποίων και ο κ. Κ. που κατοικεί σε διαμέρισμα του Γ’ ορόφου, πληροφόρησε τη μητέρα της μηνύτριας, Ε. Μ., ότι πράγματι στο μίσθιο ακίνητο κατοικούσαν ο Χ. Λ. και η σύζυγός του, ενώ ένοικοι της επί της οδού ... πολυκατοικίας πληροφόρησαν την ίδια ως άνω μάρτυρα ότι στο διαμέρισμα της Ά.

Λ. κατοικούσε η ίδια με το σύζυγό της (2° κατηγορούμενο). Μάλιστα, κατά τον χρόνο της βιαίας αποβολής από το μίσθιο ακίνητο και εγκατάστασης σ’ αυτό της μηνύτριας, στις 31-7-2008, εις εκτέλεση της ως άνω κατακυρωτικής πράξης, βρέθηκε μέσα σ’ αυτό να κοιμάται ο Χ. Λ., πραγματικός κάτοικος του εν λόγω διαμερίσματος ο οποίος κατά την αποβολή του πήρε μαζί με τη σύζυγό του Ν.

Μ. τα υπάρχοντα στο μίσθιο προσωπικά τους είδη, ενώ δεν βρέθηκε σ’ αυτό ούτε ο 2ος κατηγορούμενος μισθωτής ούτε η σύζυγός του Ά. Λ., διότι δεν κατοικούσαν πράγματι σ’ αυτό. Η σχετική εξήγηση που δόθηκε για το ζήτημα αυτό από τον 10 κατηγορούμενο, κατά την ως άνω ένορκη εξέτασή του στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ότι βρέθηκε μέσα στο διαμέρισμα ο Χ.

Λ., διότι δήθεν είχαν συνοδεύσει εκείνη την ημέρα τη μητέρα τους στο γιατρό, δεν είναι αληθής. Τούτο προκύπτει από τη διαφορετική εξήγηση που έδωσε ο Χ. Λ., ο οποίος δικαιολογώντας την παρουσία του στο ως άνω ακίνητο κατά τον χρόνο της αποβολής ισχυρίσθηκε ότι δήθεν ανέμενε την αδελφή του (Ά. Λ.), η οποία είχε μεταβεί σε θεραπευτικό κέντρο για να υποβληθεί σε εξωσωματική γονιμοποίηση.

Το αληθές ήταν ότι κατά τον ως άνω χρόνο βρέθηκε στο ως άνω διαμέρισμα ο Χ. Λ., διότι κατοικούσε ο ίδιος σ’ αυτό, στο οποίο, άλλωστε, υπήρχαν παντού φωτογραφίες του ιδίου και της συζύγου του, ανευρέθησαν δε σ’ αυτό και παιδικά παιχνίδια, τα οποία ανήκαν στα παιδιά του, ενώ, με την διαφορετική εκδοχή ότι σ’ αυτό κατοικούσε ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος δεν είχε αποκτήσει παιδιά, δεν δικαιολογούνταν η ανεύρεσή τους στο εν λόγω διαμέρισμα.

Περαιτέρω, ούτε εργασίες επισκευής -και μάλιστα εκτεταμένες, για τις οποίες δήθεν απαιτήθηκαν πολλά χρήματα - είχε πραγματοποιήσει στο ως άνω διαμέρισμα ο 2ος κατηγορούμενος (όπως ψευδώς κατέθεσε ο 1ος κατηγορούμενος), ώστε δεν δικαιολογούνταν το συμφωνηθέν χαμηλό μίσθωμα των 300 € μηνιαίως για το ως άνω πολυτελές διαμέρισμα.

Τούτο προκύπτει από τη σύγκριση των φωτογραφιών που απεικονίζουν το εσωτερικό αυτού καθώς και άλλων διαμερισμάτων της ίδιας πολυκατοικίας που δεν έχουν ανακαινιστεί (του Β’ ορόφου, ιδιοκτησίας Σ., και Γ’ ορόφου, ιδιοκτησίας Κ.), τα οποία δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Κυρίως, όμως, το ψεύδος για την επισκευή του διαμερίσματος προκύπτει από τα σχετικά παραστατικά που προσκομίσθηκαν από το 2° κατηγορούμενο στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στις 22-5-2009, κατά τη συζήτηση της από 18-3- 2009 αγωγής της μηνύτριας και της μητέρας της Ε.

Μ. κατά της τελούσας σε πτώχευση ως άνω εκμισθώτριας εταιρείας, του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, Χ. Λ., και του ως άνω μισθωτή (2ου κατηγορουμένου), με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω μισθωτικής συμβάσεως, ως εικονικής, η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1331/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Ειδικότερα, ο 2ος κατηγορούμενος είχε ισχυρισθεί ότι την ανακαίνιση του ως άνω διαμερίσματος είχε αναλάβει και εκτελέσει η εταιρεία "....", αντί του ποσού των 83.291,67 €, προσκομίζοντας σχετικώς το από 8-3-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό περί ανακαίνισης κατοικίας που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της ως άνω εταιρείας, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 103.030,20 €, το από 19-5-2006 πρωτόκολλο παραλαβής-παράδοσης εργασιών ανακαίνισης κατοικίας, τις απ’ αριθ.

…/30 3-2006 και …/25-9-2006 αθεώρητες αποδείξεις εισπράξεως, καθώς και την υπ’ αριθ. …/30-5-2006 αθεώρητη απόδειξη παροχής υπηρεσιών που έχουν εκδοθεί από την ως άνω εργολήπτρια εταιρεία. Πλην όμως, από έρευνα που πραγματοποίησε ο δικηγόρος της μηνύτριας και της μητέρας της Ε. Μ. προέκυψε ότι όλα τα αναγραφόμενα στη σφραγίδα της εργολήπτριας εταιρείας στοιχεία αυτής (έδρα, τηλεφωνικοί αριθμοί και ΑΦΜ αυτής) ήταν ψευδή και για το λόγο αυτό υπέβαλαν την από 2-3-2010 καταγγελία τους προς το Σ.Δ.Ο.Ε., το οποίο διενήργησε σχετικό έλεγχο και διαπίστωσε ότι η εν λόγω εταιρεία είναι ανενεργός επαγγελματικά από το έτος 1996, οπότε απεβίωσε ο ομόρρυθμος εταίρος της, με ποσοστό συμμετοχής 70%, και διαχειριστής της, Δ.

Γ. (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. .../12-5-2015 έγγραφο του Σ.Δ.Ο.Ε). Όλα τα προαναφερόμενα συνηγορούν υπέρ της εικονικότητας της μισθωτικής συμβάσεως και της μη πραγματοποίησης ουδεμιάς επισκευαστικής εργασίας από τον 2° κατηγορούμενο. Άλλωστε, με τον 5° όρο της προαναφερόμενης σύμβασης μισθώσεως κατοικίας ο 2ος κατηγορούμενος δήλωσε ότι είχε ελέγξει ενδελεχώς το μίσθιο, το είχε βρει της απολύτου αρεσκείας του και είχε παραλάβει ανεπιφύλακτα τη χρήση του, σε αρίστη κατάσταση.

Αν, όμως, είχε συμφωνηθεί πράγματι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών η ανακαίνιση του μισθίου εκ μέρους του μισθωτή 2ου κατηγορουμένου και μάλιστα σε τόσο μεγάλη έκταση, συνεπαγόμενη πολύ μεγάλη δαπάνη (ύψους 80.000 € περίπου), ώστε για το συμψηφισμό της να συμφωνηθεί τόσο χαμηλό μίσθωμα, θα αναγραφόταν οπωσδήποτε η ανάληψη της υποχρέωσης αυτής από τον τελευταίο στην ως άνω έγγραφη μισθωτική σύμβαση.

Ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας ποτών, γνώριζε την αναλήθεια των ως άνω κατατεθέντων απ’ αυτόν, καθόσον συνεργαζόταν επαγγελματικά με τον 2° κατηγορούμενο, ο οποίος εκμεταλλευόταν καφετέρια, και κυρίως συνδεόταν μαζί του με στενή φιλική σχέση, ώστε εξ ιδίας αντιλήψεως γνώριζε ότι αυτός κατοικούσε στην οδό ...

στο Ελληνικό και ποτέ δεν είχε κατοικήσει στο διαμέρισμα στο ..., όπου, επίσης, αυτός (105 κατηγορούμενος) καλώς γνώριζε ότι κατοικούσε ο αδελφός της συζύγου τού 2ου κατηγορουμένου, Χ. Λ. με την οικογένειά του και ότι αυτό ανήκε στην κυριότητα της μετέπειτα πτωχεύσασας εταιρείας "...". Μάλιστα, ο κατηγορούμενος, απολογούμενος στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ενώ αρνήθηκε ότι είχε φιλική σχέση με οποιονδήποτε από τους εμπλεκόμενους, κατέθεσε ότι τον 2° κατηγορούμενο τον είχε συναντήσει και πενήντα φορές "εκτός σπιτιού" και 6-8 φορές στο διαμέρισμα στο ...

εντός του 2007 και 2008, όπου είχε πάει για να πάρει επιταγές για τα εμπορεύματα που πωλούσε προς αυτόν, ώστε εμμέσως δέχεται τη φιλική τους σχέση. Άλλωστε, ο ίδιος, εξεταζόμενος ενόρκως, ως μάρτυρας, στις 20-2-2008, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προταθείς από τον 2° κατηγορούμενο, κατά τη συζήτηση των από 5-7-2007 ανακοπών του άρθρου 936 ΚΠολΔ που είχε ασκήσει ο τελευταίος κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης των κατακυρωτικών εκθέσεων των δύο ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατέθεσε "...Είμαστε φίλοι (εννοεί τον Μ.) και έχουμε και επαγγελματική σχέση...".

Περαιτέρω, κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε ότι τα κατατεθέντα απ’ αυτόν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών είναι αληθή και είναι γεγονότα που γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως. Αντίθετα, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, επιχειρώντας να αποσείσει την εις βάρος του κατηγορία, με έγγραφη δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αρνείται το δόλο του, ισχυριζόμενος ότι όσα κατέθεσε προέρχονται από εσφαλμένη πληροφόρησή του από το 2° κατηγορούμενο, αλλά και απολογούμενος κατέθεσε "...Όλα μου τα έλεγε ο Μ....

Ό,τι κατέθεσα αισθανόμουν ότι είναι αλήθεια ". Πλην όμως στην επίμαχη κατάθεσή του στο Ειρηνοδικείο Αθηνών δεν κατέθεσε ότι πηγή των πληροφοριών του ήταν διηγήσεις του 2ου κατηγορουμένου ή κάποιου άλλου, ενώ από την κατηγορηματικότητα της κατάθεσής του προκύπτει ότι έχει ιδία αντίληψη και δεν αμφιβάλλει ούτε επ’ ελάχιστον για όσα καταθέτει.

Ήδη, όμως, στην απολογία του στο ακροατήριο, καταθέτει "...Γνώριζα 2,5-3 χρόνια τον Μ.. Όταν πήγα στο ... μου είπε ότι δεν το χρησιμοποιεί και για να μείνει. Δεν ξέρω την κατοικία της οικογένειας του...Επίσημα δεν ξέρω την κατοικία του...Δεν ξέρω πού δηλώνει...Το 2006 δεν ξέρω πού έμενε. Το 2008 νόμιζα ότι έμενε στο ....

Δεν ξέρω πού διέμενε στην πραγματικότητα... Το 2006 έμενε στην … στο σπίτι της γυναίκας του", ώστε όχι μόνον δεν εμμένει σε όσα κατέθεσε ανενδοίαστα, κατά την επίμαχη εξέτασή του, για τον τόπο κατοικίας του 2ου κατηγορουμένου ("..Ο κ. Μ. έμενε πάντα στο ..., στο επίδικο μίσθιο, διότι οι δουλειές του είναι εκεί κοντά .

Τα πράγματα που βρίσκονταν στο μίσθιο ήταν του κ. Μ."), αλλά αφίσταται ουσιωδώς απ’ αυτήν. Επίσης, όσον αφορά τις επισκευαστικές εργασίες στο μίσθιο ακίνητο, ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά ότι ο 2ος δεν είχε πραγματοποιήσει τέτοιες εργασίες, ούτε είχε υποβληθεί σε καμία σχετική δαπάνη, καθόσον αυτός δεν διέμενε ποτέ σ’ αυτό, ως μισθωτής, ούτε το χρησιμοποιούσε ως γραφείο, και η προαναφερόμενη μισθωτική σύμβαση ήταν εικονική, συνεβλήθη δε σ’ αυτήν μόνον για να εξυπηρετήσει τον αδελφό της συζύγου του, Χ.

Λ., που διέμενε σ’ αυτό, αφού ανήκε στην κυριότητα της νομίμως εκπροσωπούμενης απ’ αυτόν ως άνω εταιρείας, με σκοπό να αποφευχθεί η εκπλειστηρίασή του από τους πιστωτές της εν λόγω, μετέπειτα πτωχεύσασας εταιρείας, γεγονότα που επίσης καλώς εγνώριζε ο κατηγορούμενος, λόγω της στενής φιλικής του σχέσης με τον 2°, Δ.

Μ.. Άλλωστε, ο τελευταίος αναμφίβολα, γνώριζε για τον επικείμενο πλειστηριασμό των δύο ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών της "...", λόγω της συγγενικής σχέσης του με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Χ. Λ., και γι’ αυτό έστερξε στην κατάρτιση της εικονικής συμβάσεως μισθώσεως, προκειμένου να τον συνδράμει, πράγμα που γνώριζε ο 1ος κατηγορούμενος.

Η αντίφαση μεταξύ της απολογίας αυτού στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ("...Ό,τι έχω πει είναι αλήθεια, είναι γεγονότα που ξέρω εξ ιδίας αντιλήψεως..") καθώς και αυτής στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την κατηγορηματικότητα της επίμαχης ψευδούς κατάθεσής του στηρίζουν πλήρως την κρίση του Δικαστηρίου ότι κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα. ...

Επομένως, ... ο 1ος κατηγορούμενος (νυν αναιρεσείων) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ψευδορκίας μάρτυρα, όπως και πρωτοδίκως". Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ένοχο του ότι : " στην Αθήνα στις 13-11-2008 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα και συγκεκριμένα:

Ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία συνεδρίασε, συζήτησε και εκδίκασε την από 28-7-2008 αγωγή μεταξύ των εγκαλουσών-εναγουσών Ε. Μ. και Ε. Μ. και των εναγομένων 1) "...", 2) Χ. Λ. και 3) Δ. Μ., εξετάστηκε με όρκο ως μάρτυρας και τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους κατέθεσε μεταξύ των άλλων και ότι "...

Η μίσθωση άρχισε το 2006. Ο κ. Μ. γνώρισε την κ. ‘ Α. Λ. που είχε σπίτι στο Ελληνικό, όπου έμεναν οι γονείς της. Ο κ. Μ. έμενε πάντα στο ..., στο επίδικο μίσθιο, διότι οι δουλειές του είναι εκεί κοντά. Ο κ. Χ. Λ. (αδελφός της ‘ Α.) βρέθηκε την ημέρα της αποβολής στο μίσθιο, διότι είχαν πάει εκείνη την ημέρα τη μητέρα της ‘ Α.

στον γιατρό. Την απόφαση για τη μίσθωση την είχε πάρει το Δ.Σ. της εταιρίας. Ο κ. Δ. Μ. έριξε πολλά χρήματα για να φτιάξει το ακίνητο και για τον λόγο αυτό έβαλαν χαμηλό μίσθωμα για να συμψηφίσουν τη δαπάνη. Η μίσθωση δεν ήταν εικονική. Ο Δ. δεν γνώριζε για τον πλειστηριασμό. Για την ημέρα που έγινε η εκτέλεση ήμουν κι εγώ εκεί και με έδιωξαν οι δικηγόροι και οι επιμελητές.

Ο κ. Μ. δηλώνει ως έδρα της εταιρίας του το πατρικό σπίτι της γυναίκας του, στο Ελληνικό, επειδή το σπίτι στο ... είναι ενοικιασμένο. Στη μετακόμιση ήταν παρούσα και η κ. Ά.. Η Ν. μάλλον είναι η σύντροφος του κ. Λ.. Τα πράγματα που βρίσκονταν στο μίσθιο ήταν του κ. Μ." ενώ τα ανωτέρω κατατιθέμενα ήταν αναληθή και ο ίδιος το γνώριζε".

Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 224 παρ. 2-1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα: α] το δικάσαν Τριμελές Εφετείο για να αχθεί στην καταδικαστική του κρίση έλαβε υπόψη, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ’ είδος στο προοίμιο του σκεπτικού μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης να αναφέρει σε ποια συγκεκριμένη απόδειξη στήριξε την κάθε παραδοχή της, έλαβε δε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων τόσο την υπ’ αριθ. .../27-2-2006 σύμβαση μίσθωσης της επίμαχης κατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Μάνδρου, όσο και την υπ’ αριθ. 1331/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που αναγνώσθηκαν και εξαίρονται ειδικώς στο σκεπτικό, χωρίς να έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αφενός να προσδιορίσει και να παραθέσει τι συγκεκριμένα έχει προκύψει από το καθένα από αυτά τα έγγραφα και αφετέρου να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση, συγκριτική στάθμιση και ανάλογη εκτίμησή τους, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, β] παρατίθενται για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα θεμελιωτικά για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας στοιχεία, γ] αναφέρεται η αρχή ενώπιον της οποίας κατέθεσε την 13-11-2008, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, ήτοι ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 27-8-2008 αγωγής των εγκαλουσών-εναγουσών Ε.

Μ. και Ε. Μ. κατά των εναγομένων "...", Χ. Λ. και Δ. Μ., εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ανταπόδειξης, προταθείς από τους εναγομένους, δ] προσδιορίζονται ποια είναι τα ψευδή που αυτός κατέθεσε ενόρκως που ανάγονταν στο αποδεικτέο θέμα της εικονικότητας της μίσθωσης, ενώ, παράλληλα παρατίθενται τα αληθή, ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει με την παραδοχή στο σκεπτικό ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης ήταν εικονική με το αναφερόμενο στο διατακτικό ως ψευδές: "η μίσθωση άρχισε το 2006", αφού, όπως συνάγεται σαφώς από τις παραδοχές της απόφασης, αυτή δεν άρχισε στην πραγματικότητα, ως εικονικώς καταρτισθείσα, "μεταξύ του 2ου κατηγορουμένου Δ.

Μ. και του γαμβρού του Χ. Λ., ως νομίμου εκπροσώπου της μισθώτριας ανώνυμης εταιρίας [...], προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι επίδοξοι πλειοδότες... ώστε να αποτραπεί τελικώς ο πλειστηριασμός και σε κάθε περίπτωση να καθυστερήσει η απόδοσή του στον πλειοδότη..." και ε] με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια θεμελιώνεται η κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος της ψευδορκίας και συγκεκριμένα αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων κατέθεσε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, θεμελιούμενη (η γνώση του), σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε άμεση ιδία αντίληψη αυτού και με την παράθεση πραγματικών περιστατικών σχετικών με την γνώση, μολονότι αυτή δεν ήταν αναγκαία (Α.Π. 294/2015, Α.Π. 657/2015), όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ’ ΚΠοινΔ λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου αβάσιμοι είναι και οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των αποδείξεων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όμως, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, είναι απαράδεκτοι.

Μετά ταύτα, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-5-2016 αίτηση του Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6751/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ