Legislator Case Law & Legislation
1399/2014 AI generated

1399/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1399/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1399/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1399/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κουτράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CORAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" (πρώην "SHELL (ΣΕΛ) ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ"), ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας "ΤΕΧΑΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαύρο Μαυρουδή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στο: Σωματείο με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΔΗΓΩΝ ΒΥΤΙΟΦΟΡΩΝ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ "Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ"", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 33045/2002 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Πρωτοδικείο Καστοριάς. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τον ήδη αναιρεσείοντα, επί της οποίας εκδόθηκε η 2147/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση. Με την με αριθμ. κατάθ. 724.40/14-7-2003 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος επαναφέρθηκε η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2005 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 13-6-2007 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1869/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 116/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-5-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 65 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, δηλαδή εκτός από τους λόγους για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι στη νέα σύνθεση του δικαστηρίου, που θα εκδικάσει την υπόθεση μετ' αναίρεση και κατά παραπομπή σ' αυτό, δεν επιτρέπεται να λάβουν μέρος δικαστές που ήταν στη σύνθεση του δικαστηρίου, η οποία είχε εκδώσει την αναιρεθείσα απόφαση. Η κατά παράβαση της διατάξεως αυτής συγκροτηθείσα σύνθεση του δικαστηρίου δεν είναι νόμιμη και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 2 περ.

α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 223/2005 και 116/2010 αποφάσεις του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, στη σύνθεση του Εφετείου αυτού, από το οποίο εκδόθηκε τόσο η αναιρεθείσα, με την υπ' αριθμ. 1869/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπ' αριθμ. 223/2005 απόφασή του, όσο και η μετά την παραπομπή της υποθέσεως σ' αυτό (Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας), προσβαλλόμενη ήδη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 116/2010 απόφαση, έλαβε μέρος ο εφέτης Νεκτάριος Βαζαίος.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 2 περ. α' ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 116/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στο σύνολό της, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, το οποίο (εδάφιο) προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, διατηρήθηκε και μετά την ως άνω αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 580 με την παρ. 1 του άρθρου 65 του Ν. 4139/2013 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 του ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 ΚΠολΔ, και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μία ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται την δυσχέρανση ή και την ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των παραπάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων, αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Εφόσον, λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται η υπ' αριθμ. 116/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 223/2005 απόφασής του (αναιρεθείσας με την υπ' αριθμ. 1869/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου), πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 116/2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ