Legislator Case Law & Legislation
1399/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove judicial error causally linked to judgment's operative part.

Case Number 1399/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn lower court decisions regarding notarized certificates and correspondence. The appellant argued the appellate court failed to consider specific documents, but the court found the lower court had already taken these documents into account in its reasoning. Consequently, the court ruled that the alleged error was not causally linked to the judgment's operative part, which is a prerequisite for annulment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 575 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible unless the alleged judicial error is causally linked to the operative part of the judgment and decisively influenced it.

Keywords

AI generated
annulment appeal causal link requirement operative part judgment notarized certificates judicial error standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 576(1), (2), (3), 568(1), (4), 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 270(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 36/1997
Case 1874/08
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1399/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πεπονή, που δήλωσε ότι το όνομα του 1ου αναιρεσιβλήτου είναι Ψ1 αντί του εσφαλμένου ... που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2 συζ. Φ, το γένος Α, 3.Ψ3 χας Ζ, το γένος Α, κατοίκων ... και 4. Ψ4 κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν οι μεν 1ος, 2η, και 3η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ζησιμόπουλο, ο δε 4ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-4-2007 αίτησή του που κατατέθηκε α)με αριθ. καταθ.1/2007 στο Πολυμ. Πρωτοδικ. Πρέβεζας και β) αριθ. καταθ. 26/2007 στο Εφετείο Ιωαννίνων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 23-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς όλους τους διαδίκους (ΟλΑΠ 36/1997).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που έγινε με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17.05.2010) δεν εμφανίστηκε, ούτε παραστάθηκε έστω με δήλωση κατά το άρθρο 242 ΚΠολΔ, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Ψ4.

Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 17.12.2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης ορίστηκε το Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, και με την υπό ιδία ημερομηνία πράξη του Προέδρου του εν λόγω Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 16-03-2009 και προθεσμία κοινοποίησης εξήντα ημέρες πριν τη δικάσιμο, και του η κρινόμενη αίτηση συζήτηση.

Κατά την δικάσιμο αυτή, όπως από το πινάκιο του δικαστηρίου προκύπτει, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο (17.05.2010) Από την υπ' αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρεβέζης ...προκύπτει, ότι με εντολή του υπογράφοντος την κρινόμενη αίτηση, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος.

Δικηγόρου Πρεβέζης Βασιλείου Καραβίδα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση για συζήτηση της υπόθεσης, για τη δικάσιμο της 16.03.2009, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον απολιπόμενο τέταρτο αναιρεσίβλητο.

Από το υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην... προκύπτει ότι με αυτό ο αναιρεσείων διόρισε πληρεξούσιο του δικηγόρο, για όλες τις υποθέσεις του, τον άνω δικηγόρο Βασίλειο Καραβίδα, έδωσε δε σ' αυτόν και την εντολή να ασκεί όλα τα ένδικα μέσα, τακτικά και έκτακτα και να εκπροσωπεί τον εντολέα του ενώπιον όλων των Ελληνικών δικαστηρίων, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ρητώς δε δήλωσε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις του εν λόγω πληρεξουσίου του, που έγιναν από αυτόν σε εκτέλεση της άνω εντολής.

Από αυτά προκύπτει, ότι ο απολιπόμενος τέταρτος αναιρεσίβλητος, κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα,, να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την άνω αρχική δικάσιμο της 16.03.2009, και επομένως αφού αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αν ασκήθηκε έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου (Ολ ΑΠ 40/1996).

Επομένως η κρινόμενη αίτηση, καθόσον στρέφονται κατά της πρωτόδικης 22/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, κατά της οποίας η ασκηθείσα έφεση που έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 80/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, είναι απαράδεκτη. III. Κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή.

Ως αχαριστία κατά την έννοια της άνω διατάξεως, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης του δωρεοδόχου προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς το δωρητή ή το σύζυγο ή στενό συγγενή του και αντιβαίνει σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.

Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσεως του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικά αυτά, ενόψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων διαδίκων, του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, συνιστούν ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, αλλ' ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπειαν δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ.

Εξάλλου κατά το άρθρο 512 ΑΚ δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, ασχέτως προς τα ελατήρια τα οποία τον ώθησαν, δωρεά δε από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνη που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνεται από κοινωνική υποχρέωση.

Η φύση της δωρεάς δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνουν σ' αυτή οι συμβαλλόμενοι, αλλά ο χαρακτηρισμός της είναι έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της συμβάσεως τόσο από το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων, το οποίο καθορίζει τους νομικούς κανόνες που προσιδιάζουν στην περίπτωση και πρέπει να εφαρμοστούν, όσο και από στοιχεία που βρίσκονται έξω από το περιεχόμενο της συμβάσεως και επηρεάζουν τους παραπάνω κανόνες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων και οι τέσσερις εναγόμενοι είναι αδέλφια ως γνήσια τέκνα του ... και της .... Οι εναγόμενοι είναι εγκατεστημένοι με τις οικογένειες τους στην Ελλάδα, ενώ ο ενάγων ζει και εργάζεται μόνιμα από πολλών ετών στη Ο πατέρας τους ..., ο οποίος απεβίωσε στην Πρέβεζα στις 14-10-1991, με την υπ' αριθμ. ...

δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του στο 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας, της οποίας ήταν συγκύριος κατά το εν λόγω ποσοστό, τη σύζυγο του ...κατά ποσοστό 8/64 εξ αδιαιρέτου και τους εναγομένους Ψ4, ... και Ψ3, τέκνα του, σε ποσοστό 6/64 εξ αδιαιρέτου τον καθένα τους.

Πρόκειται για διαμέρισμα επιφάνειας 115,30 τμ που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο οικοδομής επί της οδού Το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό του 1/2 του διαμερίσματος αυτού ανήκε στη μητέρα των διαδίκων. Ο παραπάνω διαθέτης δεν εγκατέστησε και τον ενάγοντα ως τέκνο του στην αναφερόμενη διαθήκη, παρόλο ότι και αυτός και η σύζυγός του είχαν εκφράσει σε προηγούμενο χρόνο την επιθυμία τους να περιέλθει όλο το διαμέρισμα μετά το θάνατό τους στον ενάγοντα γιο τους Χ.

Μάλιστα, πριν από τη σύνταξη της ως άνω δημόσιας διαθήκης οι γονείς των διαδίκων είχαν πράγματι αφήσει το παραπάνω διαμέρισμα στον ενάγοντα Χ με τις υπ' αριθμ. ... δημόσιες διαθήκες τους του ιδίου συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού. Στην παραπάνω ενέργεια του της ανάκλησης της πρώτης διαθήκης προέβη ο πατέρας των αντιδίκων ...για το λόγο ότι ο ενάγων τον είχε λυπήσει με την εν γένει συμπεριφορά του, εφόσον ο τελευταίος εκφράζονταν με άκρως υποτιμητικές εκφράσεις για την Ελλάδα, τους Έλληνες και τους πατριώτες του γενικότερα.

Σε ανάκληση της διαθήκης της προέβη και η μητέρα τους ... με την υπ' αριθμ. .. δημόσια διαθήκη της του ίδιου συμβολαιογράφου. Παραταύτα, όμως, οι εναγόμενοι, θέλοντας να διατηρήσουν την ενότητα της ευρύτερης οικογένειας, ώστε να μη νιώθει αποξενωμένος ο ενάγων αδελφός τους με τη δική του οικογένεια, παρότι είχαν ήδη επισημάνει δυσκολίες στο χαρακτήρα του και δεν μπορούσαν εξ αυτού του λόγου να επικοινωνούν μαζί του, από αγάπη προς αυτόν και μόνο δώρησαν τα παραπάνω ποσοστά συγκυριότητας τους στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, που απέκτησαν με την παραπάνω δημόσια διαθήκη του πατέρα τους, στον ενάγοντα αδελφό τους Χ με το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού, έχοντας την ελπίδα ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν, λόγω και της μεγάλης επιφάνειας του διαμερίσματος, να το χρησιμοποιούν όλα τα αδέλφια κατά την περίοδο των διακοπών τους κυρίως, διατηρώντας και ενδυναμώνοντας έτσι τους συγγενικούς τους δεσμούς.

Μετά την παραπάνω δωρεά των εναγομένων προς τον ενάγοντα των εξ αδιαιρέτου ποσοστών τους επί του πατρικού διαμερίσματος, ο ενάγων άρχισε να συμπεριφέρεται προς τους δωρητές αδελφούς του όχι με την επιβαλλόμενη από τη συγγένεια τους ευπρέπεια και αγάπη αλλά προσβλητικά και με πλήρη αγνωμοσύνη. Ειδικότερα άρχισε να συμπεριφέρεται απαξιωτικά προς τον αδελφό του ..., ο οποίος είναι επιτυχημένος γιατρός και συγγραφέας με αξιόλογο συγγραφικό έργο, ως λογοτέχνης και ως ερευνητής της Αρχαίας Ιατρικής με σπουδαία επιστημονικά συγγράμματα που η επιστημονική κοινότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έχει υποδεχθεί με θετικές κριτικές.

Ο ενάγων κατηγορεί τον αδελφό του ότι είναι αντιγραφέας των βιβλίων που έχει γράψει και αποφεύγει κάθε συνάντηση μαζί του, εκφραζόμενος προσβλητικά για το πρόσωπο του έναντι τρίτων. Έτσι, το Νοέμβριο του έτους 2000 που επισκέφθηκε την άρρωστη μητέρα του που νοσηλεύονταν στην κλινική που υπεύθυνος ήταν ο αδελφός του αυτός, απέφυγε να τον συναντήσει και να τον ρωτήσει σχετικά με την μητέρα τους, αλλά απευθύνθηκε στην προϊσταμένη λέγοντας της μάλιστα ότι δεν είναι αδελφός του.

Το Σεπτέμβριο του έτους 2000 απείλησε την αδελφή του Ψ3 (τρίτη εναγόμενη) ότι θα την κάψει ζωντανή αυτή και τα παιδιά της και ότι θα την στείλει στο νοσοκομείο να τη νοσηλεύσει ο αδελφός της, χωρίς η ίδια να τον έχει προκαλέσει με τη συμπεριφορά της. Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του έτους 2000, ειδοποίησε την ίδια αδελφή του Ψ3 να φύγει από το δωρηθέν διαμέρισμα, στο οποίο εκείνη βρισκόταν για να περιποιείται την υπέργηρη μητέρα τους.

Στη συνέχεια έκοψε κάθε επικοινωνία με την αδελφή του Ψ2 και της επέστρεψε διάφορα και ασήμαντης αξίας δώρα που του είχε προσφέρει κατά καιρούς εκείνη. Τον Ιανουάριο του 2001, μετά το θάνατο της μητέρας τους, η συμπεριφορά του ενάγοντος έναντι, των εναγομένων αδελφών του χειροτέρεψε κόβοντας κάθε επικοινωνία μαζί τους.

Μάλιστα κλείδωσε και το παραπάνω διαμέρισμα, αποκλείοντας έτσι τους εναγομένους από τη χρήση του υπολοίπου εξ αδιαιρέτου, το οποίο η μητέρα τους ...το κατέλιπε με διαθήκη σ' αυτούς και ήταν συνεπώς συγκύριοι τούτου. Με την από 12-4-2002 εξώδικη δήλωση του ζήτησε από τους εναγομένους αδελφούς του να του καταβάλουν το χρηματικό ποσό των 458,725 € για αναλογία τους στις κοινόχρηστες δαπάνες, παρότι έκανε αποκλειστικά εκείνος χρήση του διαμερίσματος, ενώ τους ζητούσε να του επιστρέψουν ευτελή μικροαντικείμενα (πετσέτες, σεντόνια, σαπούνια, παντόφλες κ.ά.) που δήθεν του είχαν αφαιρέσει.

Ύστερα από την εν λόγω συμπεριφορά του ενάγοντος προς τους εναγομένους αδελφούς του, οι τελευταίοι με την από 28-8-2001 εξώδικη δήλωσή τους που επιδόθηκε στον ενάγοντα αυθημερόν, ανακάλεσαν την προς αυτόν δωρεά των ποσοστών τους επί του δωρηθέντος διαμερίσματος. Ο ενάγων με την από 31-12-2001 εξώδικη απάντηση του στην ως άνω ανάκληση δωρεάς δέχεται έμμεσα ότι η συμπεριφορά του υπήρξε ενίοτε απρεπής και ανάρμοστη έναντι των εναγομένων, πλην όμως την αποδίδει σε δική τους υπαιτιότητα, επιβεβαιώνοντας έτσι την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης ...

συζ. Ψ12, καθώς και τα βεβαιωθέντα ενόρκως από τη... συζ. Ψ4 με την υπ' αριθμ. 282/2002 ένορκη βεβαίωση της στον Ειρηνοδίκη Πρέβεζας. Η προαναφερόμενη διαγωγή του ενάγοντος προς τους εναγομένους δωρητές αδελφούς του δέχεται το Εφετείο, καταδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς αυτούς που εκδηλώθηκε με βαριά και υπαίτια καταλογιστέα αντικοινωνική συμπεριφορά που αντιβαίνει σε κανόνες δικαίου και στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις για την ηθική και την ευπρέπεια.

Συνιστά, έτσι, η εν λόγω συμπεριφορά αχαριστία του δωρεοδόχου ως καταλογιστέο βαρύ παράπτωμα που αντιβαίνει στα περί κοινωνικής ηθικής παραδεδεγμένα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Με βάση δε τέτοια συμπεριφορά του δωρεοδόχου προς τους δωρητές, δικαιολογείται η ανάκληση της δωρεάς κατά τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ.

Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι η επίμαχη δωρεά των εναγομένων προς τον ενάγοντα, η οποία πράγματι συμφωνήθηκε αμετάκλητη στο αναφερόμενο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο, έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον προς το δωρεοδόχο ενάγοντα. Σε καμιά δε περίπτωση δε συνιστούν τέτοιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή ευπρέπεια, τα μικροδώρα που αντάλλασσαν μεταξύ τους οι αντίδικοι αδελφοί σε διάφορες γιορτές ή κατά τις επισκέψεις του ενάγοντος που πραγματοποιούσε από τη ...

προς την Ελλάδα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο παραπάνω ανακληθέν δωρητήριο συμβόλαιο δεν αναφέρεται ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αν και τούτο δεν είναι απαραίτητο, αφού τα στοιχεία αυτά μπορούν να βρίσκονται και έξω από το περιεχόμενο της σύμβασης της δωρεάς".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 80/2006 απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη αγωγή αυτού εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αχαριστία και βαρύ παράπτωμα, που να δικαιολογούν την ανάκληση από τους εναγομένους δωρητές της γενομένης από αυτούς προς τον ενάγοντα αδελφό τους δωρεάς.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διάταξη των άρθρων 505, 512 ΑΚ, διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των εννοιών της αχαριστίας και του βαρέως παραπτώματος του δωρεοδόχου έναντι των δωρητών ή στερνού συγγενούς αυτών.

Ειδικότερα, για την επάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται η με βαρύ παράπτωμα αχαριστία του δωρεοδόχου έναντι ενός εκάστου των δωρητών αδελφών του, αφού, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις, ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος, όχι μόνο έναντι του ανακαλέσαντος δωρητή ή της συζύγου του, αλλά και έναντι στενού συγγενούς του δωρητή, όπως είναι και ο αδελφός του, υφίσταται δε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης σχέση αδελφών μεταξύ των δωρητών και η επίδειξη τέτοιας συμπεριφοράς προς έναν εξ αυτών από τον δωρεοδόχο αρκεί για την ανάκληση της δωρεάς από όλους.

Τέλος το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν τον ισχυρισμό του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος ότι η επίδικη δωρεά συνεστήθη υπέρ αυτού από τους εναγομένους αδελφούς του από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας. Επομένως οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος αντιστοίχως λόγοι είναι αβάσιμοι.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 559 αρ.20 και 561 ΚπολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚπολΔ , έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που αυτό πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει ύστερα από ορθή ανάγνωση του (Ολ.ΑΠ 1/1999). Από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων δωρεοδόχος φάνηκε, με βαρύ παράπτωμα, αχάριστος απέναντι των δωρητών αδελφών του, αφού μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, και την από 31.12.2001 εξώδικη απάντηση του αναιρεσείοντος, χωρίς την κρίση του αυτή να στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγο έγγραφο. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

V. Επειδή, με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου παραδεκτώς κατ' αρχήν προσκομίζονται στην τακτική διαδικασία τόσο ενώπιον και του μονομελούς πρωτοδικείου όσο στη διαδικασία της αντίστοιχης δευτεροβάθμιας δίκης ενώπιον του εφετείου (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον συντάχθηκαν πριν από τη δικάσιμο και έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενόψει της συγκεκριμένης δίκης κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται από το διάδικο, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντας να παραστεί, αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών ως αποδεικτικών μέσων, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη, η έλλειψη δε του στοιχείου αυτού λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάξας το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επίδοσης και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο.

Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, ο διάδικος που επικαλείται ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες δεν βεβαιώνεται ότι παραστάθηκε ο αντίδικος του, οφείλει να ισχυρισθεί και αποδείξει, με την επίκληση και προσκομιδή των σχετικών αποδεικτικών επίδοσης της σχετικής κλήσης, ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα είχε καλέσει τον αντίδικο του να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων, προκειμένου να ελεγχθεί αν αυτές αποτελούν υποστατό αποδεικτικό μέσο, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο δεν έκανε αυτή την παράλειψη, το διατακτικό της απόφασης θα ήταν ευνοϊκότερο για τον αναιρεσείοντα, διότι ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο όταν προκύπτει ότι το σφάλμα του δικαστή ήταν αιτιωδώς συνδεδεμένο με το διατακτικό της απόφασης και ασκούσε αποφασιστική σημασία σ' αυτό.(ΑΠ 1874/08) Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, ο ήδη αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκε ότι προσκομίζει, εκτός των άλλων, τις υπ' αριθμ. 5138/2004, 5139/2004, 5140/2004, 5141/2004, 7645/2002, 7646/2002 και 5137/2004 ένορκες βεβαιώσεις καθώς και την από 28 Ιουλίου 1997 επιστολή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ψ1.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου στην οποία ρητώς αναφέρεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις υπ' αριθμ. 282/2002, 5137/2004, 5139/2004 και 5140/2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πρέβεζας η πρώτη της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ελένης Βασδέκη οι λοιπές, οι οποίες ελήφθησαν, όπως δέχεται το Εφετείο, μετά νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, αναμφίβολα προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την από 28 Ιουλίου 1997 επιστολή του Ψ1, καθώς και τις υπ' αριθμ. 5137/2004, 5139/2004 και 5140/2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πρεβέζης Ελένης Βασδέκη.

Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις άνω ένορκες βεβαιώσεις ούτε την άνω επιστολή είναι αβάσιμος. Η προβαλλόμενη με τον ίδιο τέταρτο λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και τις υπ' αριθμ. 5138/2004, και 7645/2002 και 7646/2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πρεβέζης Ελένης Βασδέκη η πρώτη και του συμβολαιογράφου Πρεβέζης Ηλία Μαγκλάρα οι λοιπές, ως λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης αβάσιμος διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, με την αιτιολογία, αφενός μεν διότι αυτές ελήφθησαν πέραν των τριών που κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ επιτρέπεται να προσκομίσει κάθε πλευρά, αφ' ετέρου δε δεν αποδεικνύεται ότι ελήφθησαν μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2007 αίτηση του Χ κατά των α) Ψ1, β) Ψ2 συζ. Φ, το γένος Α, γ) Ψ3 χας Ζ το γένος Α και δ) Ψ4, για αναίρεση των υπ' αριθμ. 80/2006 και 22/2003 αποφάσεων του Εφετείου Ιωαννίνων και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης αντιστοίχως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ