1399/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11795/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2339/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/12/2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1399/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για τη εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1399 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1399/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Aντώνιο Αθηναίο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης Α.Ε. (Δ.Ε.Θ. Α.Ε.), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργιάδη.
Του αναιρεσίβλητου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11795/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2339/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/12/2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για τη εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 27 παρ.1, εδάφια α, β του ν. 735/1997, συνίσταται ανώνυμη εταιρία με την ελληνική επωνυμία ''ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.'', ή κατά συντομογραφία ''Δ.Ε.Θ. Α.Ε.'', με την επωνυμία ''ΗELLEXPO'', και από της ενάρξεως ισχύος του ως άνω νόμου (14-10-1977) καταργείται το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ''ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ'' και η ''Δ.Ε.Θ.
Α.Ε.'' υποκαθίσταται αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση σ' όλα γενικά τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ν.π.δ.δ., της μεταβίβασης αυτής υλοποιούμενης με καθολική διαδοχή. Ακόμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2687/1999 ''Αναμόρφωση και εκσυγχρονισμός της Διεθνούς Έκθεσης Θεσ/νίκης'' συνίσταται ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (Δ.Ε.Θ.
Α.Ε.)'', η οποία διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920 και του ν.2414/1996 (άρθρο 1 παρ.1), το σύνολο των μετοχών της οποίας ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 1 παρ.7). Επίσης συνίσταται και ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ HELLEXPO Α.Ε.'', που διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920 (άρθρο 2 παρ.1), οι μετοχές της οποίας ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 2 παρ.6).
Η εταιρία του Ν.735/77 παύει να υπάρχει μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των αποφάσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 6 του άρθρου 1 και 5 του άρθρου 2 του νόμου αυτού (άρθρο 3 παρ.3 εδάφιο α' του ν.2687/1999), που προβλέπουν τα του διορισμού των μελών του πρώτου διοικητικού συμβουλίου, του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου των ως άνω εταιριών.
Η συνιστώμενη με το άρθρο 1 του νόμου αυτού εταιρία (Δ.Ε.Θ. Α.Ε. του ν.2687/1999) αναλαμβάνει το σύνολο των υποχρεώσεων της συσταθείσας με το ν. 735/1977 εταιρίας έναντι τρίτων και οι σχετικές δίκες συνεχίζονται κατ' αυτής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση (άρθρο 3 παρ.4). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου πιο πάνω νόμου (2687/1999), που αφορά στα θέματα προσωπικού της Δ.Ε.Θ. :
Μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των αποφάσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 6 του άρθρου 1 και 5 του άρθρου 2, το υπηρετούν μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου στην εταιρία του ν. 735/1977 προσωπικό μεταφέρεται και συνεχίζει να υπηρετεί με την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους στην εταιρία του άρθρου 1.
To προσωπικό αυτό, εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της προβλεπόμενης στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου απόφασης, δύναται να ζητήσει τη μεταφορά του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σε κενές θέσεις ή προσωποπαγείς θέσεις που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς των υπηρεσιών του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης ή υπηρεσιών άλλων Υπουργείων, οι οποίες έχουν την έδρα τους στην περιφέρεια του Νομού Θεσσαλονίκης, της Περιφέρειας Κεντρικής Θεσσαλονίκης, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Νομού Θεσσαλονίκης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που έχουν την έδρα τους στο Νομό Θεσσαλονίκης ή και σε κενές θέσεις ή σε προσωποπαγείς θέσεις που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς δημοσίων υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που έχουν την έδρα τους και εκτός του Νομού Θεσσαλονίκης.
Η μεταφορά γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μακεδονίας-Θράκης σε κλάδους ίδιων ή συναφών τυπικών προσόντων της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας. Οι μεταφερόμενοι κατατάσσονται βαθμολογικά και μισθολογικά ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και το συνολικό χρόνο της υπηρεσίας τους στην παραπάνω εταιρία.
Ως προς τις αποδοχές των μεταφερομένων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του ν. 2515/1997 (παρ.1). Ύστερα από αίτηση των υπηρετούντων μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου στην εταιρία του ν. 735/1977 είναι δυνατή κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας του άρθρου 2, η επιλογή ορισμένων από αυτούς για τη μεταφορά τους και τη συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης στην εταιρία του άρθρου 2 (παρ.2).
Το κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου προσωπικό της εταιρίας του ν.735/1977, που δεν ζήτησε τη μεταφορά του στις υπηρεσίες της παραγράφου 1 ή δεν επιλέχθηκε για τη μεταφορά του στις υπηρεσίες αυτές, ή δεν επιλέχθηκε για τη συνέχιση της εργασιακής του σχέσης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, μεταφέρεται και συνεχίζει να υπηρετεί με την ίδια σχέση και τους ίδιους όρους που ισχύουν σήμερα στη συνιστώμενη με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου εταιρία.
Με απόφαση της προβλεπόμενης στην παράγραφο 5 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου Εκτελεστικής Γραμματείας, εφόσον το όργανο αυτό έχει συσταθεί, άλλως του Διοικητικού Συμβουλίου της παραπάνω εταιρίας, που εγκρίνεται από τη Γενική της Συνέλευση, προσδιορίζεται ονομαστικά το πλεονάζον προσωπικό της, το οποίο μεταφέρεται, με την ίδια σχέση, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μακεδονίας-Θράκης, σε κενές ή προσωποπαγείς θέσεις, που συνιστώνται με την πράξη μεταφοράς των υπηρεσιών που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και έχουν την έδρα τους στην περιοχή του Νομού Θεσσαλονίκης.
Οι μεταφερόμενοι κατατάσσονται βαθμολογικά και μισθολογικά ανάλογα με τα τυπικά προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους στην εταιρία του ν. 735/1977. Ως προς την επιλογή του φορέα μεταφοράς και τις αποδοχές των μεταφερομένων, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του ν 2515/1997.
Στην έννοια των τακτικών αποδοχών για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνονται και το καταβαλλόμενο επίδομα εξομάλυνσης και το κίνητρο απόδοσης (παρ 3). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μακεδονίας-Θράκης καθορίζεται η ειδικότερη διαδικασία και ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ως και κάθε αναγκαία σχετική λεπτομέρεια.
Με την ίδια απόφαση προσδιορίζονται οι προβλεπόμενες στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου θέσεις και ορίζονται τα κριτήρια και η διαδικασία επιλογής για τη μεταφορά του προσωπικού σε αυτές (παρ.4). Το προσωπικό που προέρχεται από την πρώην Δ.Ε.Θ. Ν.Π.Δ.Δ. συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του στη συνιστώμενη με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου εταιρία μέχρι τη συνταξιοδότηση του (παρ 6 εδάφιο α').
Με την υπ' αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/ΦΑ/983/19117/8-10-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μακεδονίας-Θράκης "Καθορισμός της διαδικασίας μεταφοράς εργαζομένων στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ Α.Ε.)" που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της πιο πάνω διάταξης της παρ.4 του ν. 2687/1999 και δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. (Τεύχος Β', αριθμός φύλλου 1983/18-10-1999) ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
Όσοι επιθυμούν να μεταφερθούν, θα πρέπει να υποβάλλουν σχετική αίτηση στη Διεύθυνση προσωπικού της Δ.Ε.Θ. Α.Ε. εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης.......Εντός της ανωτέρω προθεσμίας των δύο μηνών, το Δ.Σ. της Δ.Ε.Θ. Α.Ε. υποχρεούται να γνωστοποιήσει προς το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, με κοινοποίηση στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης, το προσωπικό κατά ειδικότητα, που είναι απαραίτητο για τις ανάγκες της.
Το προσωπικό που θα χαρακτηρισθεί ως πλεονάζον θα μεταφερθεί στις Υπηρεσίες και φορείς της παραγράφου 1 της παρούσας (που αναφέρονται και στον πιο πάνω νόμο), με απόφαση της Εκτελεστικής Γραμματείας ή του Διοικητικού Συμβουλίου Δ.Ε.Θ. Α.Ε., που εγκρίνεται από τη Γενική της Συνέλευση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν.2687/1999 (παρ.2).
Μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων και την οριστικοποίηση του πίνακα του υπό μεταφορά προσωπικού, υποβάλλεται στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, με κοινοποίηση της κατάστασης στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης, συγκεντρωτική κατάσταση των υποψηφίων για μεταφορά, με στοιχεία που αφορούν την υπηρεσιακή τους κατάσταση (χρόνια υπηρεσίας, ειδικότητα, Μ.Κ.
κ.λ.π. - παρ.3). Το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης γνωστοποιεί στις υπηρεσίες και τους φορείς της παραγράφου 1 και τις θέσεις ή τις ανάγκες κατά ειδικότητα στη Δ.Ε.Θ. Α.Ε. προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν δήλωση προτίμησης για τον φορέα στον οποίο επιθυμούν να μεταφερθούν, με κοινοποίηση στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης.
Οι υποψήφιοι για μεταφορά καλούνται από τη Διοίκηση της Εταιρίας να υποβάλουν μέχρι τρεις (3) προτιμήσεις φορέων, κατά νόμο, στους οποίους επιθυμούν να μεταφερθούν (παρ.4). Εάν για την ίδια θέση υποβληθούν περισσότερες αιτήσεις, ο υποψήφιος θα επιλεγεί με βάση τα εξής κριτήρια, κατά σειρά: Α)Προηγούνται αυτοί που έχουν υποβάλει αίτηση εθελούσιας μετάταξης.
Β)Λαμβάνονται υπόψη κατά σειρά: Ο βαθμός, προηγουμένων εκείνων με τον υψηλότερο βαθμό. Ο χρόνος προϋπηρεσίας στη Δ.Ε.Θ. Α.Ε., προηγουμένων εκείνων με τα περισσότερα χρόνια. Η οικογενειακή κατάσταση των υπό μεταφορά, προτιμώμενων των εγγάμων με τα περισσότερα τέκνα ή των εγγάμων έναντι των αγάμων. Ο βαθμός τίτλου σπουδών (παρ.5).
Η μεταφορά διενεργείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μακεδονίας-Θράκης και του Υπουργού, στην αρμοδιότητα του οποίου γίνεται η μεταφορά (παρ. 7). Οι μεταφερόμενοι καταλαμβάνουν κενές ή προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της ίδιας ειδικότητας, που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς.
Επίσης η μεταφορά γίνεται και με συναφείς ή παρεμφερείς ειδικότητες για τις οποίες οι υπό μεταφορά υπάλληλοι έχουν τα τυπικά προσόντα (παρ. 8). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι με τον ως άνω νόμο προβλέφθηκε η διαδικασία μετάταξης και μεταφοράς προσωπικού από τη Δ.Ε.Θ. Α.Ε. στους λοιπούς φορείς που αναφέρονται πιο πάνω, ενόψει της αναδιάρθρωσης για οικονομικοτεχνικούς λόγους της εταιρίας αυτής, του περιορισμού των σκοπών της (λόγω της σύστασης της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ - HELLEXPO A.E. ", που ανέλαβε τη διοργάνωση εκθέσεων, συνεδρίων και γενικότερα εκδηλώσεων κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, βλ.
άρθρα 1 παρ.3 και 2 παρ.3 του ν. 2687/1999) και της ανάγκης για δραστική μείωση του προσωπικού της, με σκοπό την ορθολογικότερη οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών της, ενώ παράλληλα λήφθηκε μέριμνα ώστε να μην φαλκιδευτούν τα δικαιώματα των εργαζομένων σε αυτήν. Η επιλογή του υπαλλήλου που μετατάσσεται εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση του Δ.Σ. (ή της Εκτελεστικής Γραμματείας, εφόσον το όργανο αυτό έχει συσταθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο επιλογής του πλεονάζοντος προσωπικού) της ως άνω εταιρίας, η οποία, όμως, ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με τους όρους της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όταν το ανωτέρω όργανο, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως, επιλέγει για τη μετάταξη υπαλλήλους που (δεν επιθυμούν τη μετάταξη και) υπερτερούν καταφανώς έναντι των συναδέλφων τους που παραμένουν (πρβλ.
ΑΠ 201/1995, Εεργ 1996.217). Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή (επιλογής του πλεονάζοντος προσωπικού), ενόψει του ότι, κατά τα άρθρα 281, 200, 288 ΑΚ, ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να ασκεί το διευθυντικό του δικαίωμα κατά τρόπο προφανώς αντίθετο προς τις επιταγές της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ελέγχεται αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής συγκεκριμένου εργαζομένου (εάν δηλαδή γίνεται πραγματικά στα πλαίσια της αντιμετώπισης των προβλημάτων κλπ.
της επιχειρήσεως) και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου. Συγκεκριμένα η επιλογή του τελευταίου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, για να θεωρηθεί ότι καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη καταχρηστική, πρέπει να συντρέχουν και άλλα περιστατικά σε συνδυασμό και προς την μεγαλύτερη προϋπηρεσία του επιλεγομένου, ως πλεονάζοντος προσωπικού έναντι των λοιπών εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, η οποία μόνη δεν αρκεί για τη θεμελίωση του άρθρου 281 ΑΚ (πρβλ.
ΑΠ 48/2005, Ελλ. Δνη 46 1686). Tέτοια δε περιστατικά είναι, πλην της αρχαιότητας, η ηλικία, η οικονομική, η οικογενειακή κατάσταση του επιλεγέντος προς μετάταξη, έναντι των μη επιλεγέντων (βλ. σχ. ΑΠ 63/2007), καθώς και η υπηρεσιακή απόδοση και ικανότητα (ΑΠ 573/2007), λόγοι εκδίκησης κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, με αυτή το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: ''Αποδείχθηκε ότι από προφανή υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ η εφεσίβλητη δεν θεώρησε ως πλεονάζον προσωπικό σύμφωνα με το ν.2687/1999, τους .....
και ....., που προσλήφθησαν στις 24-10-1983 και 18-3-1986 αντίστοιχα, ενώ θεώρησε, ως πλεονάζον προσωπικό τον ενάγοντα, που προσλήφθηκε το έτος 1978 (24-3-1978). Η πολυετής διαφορά στην πρόσληψη των τριών αυτών εργαζομένων, καθιστά καταχρηστική άνευ άλλου την απόφαση της εναγομένης να μεταθέσει τον ενάγοντα και να κρατήσει τους άλλους δύο''.
Με βάση δε τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε, αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως προς τη βάση αυτή, ως αόριστη, ότι πρέπει να γίνει αυτή δεκτή και κατ' ουσίαν. Με την ανωτέρω κρίση του, περί καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ως προς τον τρόπο επιλογής του αναιρεσιβλήτου στο πλεονάζον προσωπικό της, με μοναδικό κριτήριο τη μεγαλύτερη προϋπηρεσία αυτού, έναντι των άλλων δύο εργαζομένων σε αυτή και συνακόλουθα περί αποδοχής κατ' ουσίαν της αγωγής του, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Και τούτο γιατί τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου (281 ΑΚ), ενόψει του ότι μόνο η μεγαλύτερη προϋπηρεσία που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ότι είχε ο αναιρεσίβλητος, έναντι των άλλων δύο εργαζομένων στην αναιρεσείουσα, δεν αρκούσε, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτή καταχρηστικώς άσκησε το διευθυντικό της δικαίωμα, ως προς την επιλογή αυτού (αναιρεσιβλήτου) στο πλεονάζον προσωπικό της, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, όπως υπεροχή αυτού έναντι των άλλων δύο εργαζομένων στην υπηρεσιακή απόδοση, διαφορά ηλικίας, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση κλπ.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό είναι εφικτό (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2339/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης
Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ