Legislator Case Law & Legislation
1399/2007 AI generated

1399/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1399/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1399/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κληρονόμος διαθέτει το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που έχει ως αφετηρία, τον χρόνο γνώσης από αυτόν της επαγωγής και του λόγου της. Στην προκειμένη περίπτωση όπως δέχθηκε το Εφετείο και προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, με την αγωγή αυτής η αναιρεσίβλητη, αφού επικαλέσθηκε ότι με το υπ΄ αριθ. .....

Keywords

AI generated
geographical market precautionary land acquisition territorial scope of the Treaty geographic scope of the infringement exclusive economic zone price of land
AI generated
712/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
505/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
969/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1092/2002 μη οριστική, 2566/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6227/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
564/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
1076/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1399/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλεξάνδρου Κανδαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3361/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9724/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-2-2006 αίτησή της και τους από 2-3-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147, 149, 297, 298, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδειχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία.

Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίον απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βούλησης του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε από την απάτη.

Τέτοια υποχρέωση από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προς παροχή διασαφητικών πληροφοριών και εξηγήσεων έχουν και οι διαπραγματευόμενοι την κατάρτιση συμβάσεως, κατά το στάδιο 5των διαπραγματεύσεων, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ. Εξάλλου όπως προκύπτει από τα άρθρα 1710, 1846 και 1847 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, καθώς η περιουσία του κληρονομουμένου περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα.

Ο κληρονόμος διαθέτει το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που έχει ως αφετηρία, τον χρόνο γνώσης από αυτόν της επαγωγής και του λόγου της. Στην προκειμένη περίπτωση όπως δέχθηκε το Εφετείο και προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, με την αγωγή αυτής η αναιρεσίβλητη, αφού επικαλέσθηκε ότι με το υπ΄ αριθ. .....

συμβόλαιο του Συμ/φου Φαλαρών Λουκά Γεωργίου Φλώρου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η Ζ1 του επώλησε το περιγραφόμενο στην αγωγή κατά θέση και όρια ακίνητο, ότι η άνω πωλήτρια, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά την υπογραφή του συμβολαίου, του παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς, ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο ήταν αγροτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο, με συνέπεια, αυτός να παρασυρθεί από τις παραπάνω απατηλές διαβεβαιώσεις και να το αγοράσει και ότι την αναλήθεια των ανωτέρω πληροφορήθηκε το έτος 1997, οπότε διαπίστωσε ότι το πωληθέν ακίνητο ήταν εκχερσωθείσα δασική έκταση και ως εκ τούτου δεν ήταν οικοδομήσιμο, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα ως κληρονόμος της πωλήτριας, με βάση τις περί απάτης και αδικοπραξιών διατάξεις, διαφορετικά με βάση τις διατάξεις περί πώλησης, αφού κατά την σύναψη της πώλησης έλλειπε η συμφωνημένη ιδιότητα της πωλουμένης έκτασης, να του καταβάλλει ως αποζημίωση, εις ολόκληρον, με τον μη διάδικο Β1 , το ποσό των 81.200.000 δραχμές, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας που είχε η επίδικη έκταση κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και αυτής που θα είχε αν πραγματικά ήταν αγροτεμάχιο άρτιο και οικοδομήσιμο.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή, ως αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία, κατά την κυρία βάση της που έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι πλήρως, κατ΄ άρθρον 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., 914, 147, 148, 297, 198 ΑΚ, ορισμένη, διότι περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η επικαλούμενη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου.

Δεν ήταν δε αναγκαία για το ορισμένο αυτής η αναφορά α)του τιμήματος που καταβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο για την αγορά του επίδικου ακινήτου β)της αξίας "ομοειδών" ακινήτων, και γ)ότι η αναιρεσείουσα ως κληρονόμος της πωλήτριας, αποδέχθηκε την κληρονομία αυτής, αφού η επαγωγή της κληρονομίας, κατά τα προεκτιθέμενα, επάγεται αυτοδικαίως και εις τον κληρονόμο εναπόκειται να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι αποποιήθηκε αυτήν.

Επομένως το Εφετείο που έτσι έκρινε και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για αοριστία της αγωγής δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου δέκατος από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς ή αφορούν επιχειρήματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η Β1 από κληρονομία του συζύγου της Ζ2 , που πέθανε στις 30-1-1967, είχε στην κυριότητά της πολλά στρέμματα ιδιωτικής έκτασης, στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ....Φθιώτιδος. Μετά από την από 18-9-1973 αίτηση της πιο πάνω ιδιοκτήτριας, εκδόθηκε η από .....

απόφαση του διευθυντή δασών Φθιώτιδος, με την οποία εγκρίθηκε η εκχέρσωση σαράντα πέντε (45) στρεμμάτων από την ανωτέρω έκταση, προκειμένου να αποδοθεί για μόνιμη γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια. Στη συνέχεια η Ζ1 την εκχερσωθείσα αυτή έκταση κατέτμησε σε μικρότερα τμήματα, επιφάνειας άνω των τεσσάρων στρεμμάτων το καθένα, διαμόρφωσε δε και δρόμους μεταξύ αυτών, σύμφωνα με το από Ιούλιο 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ......

Στις 9-5-1978 ο Υφυπουργός Γεωργίας, απαντώντας σε αίτημα της άνω ιδιοκτήτριας της γνωστοποίησε ρητά, μεταξύ άλλων, ότι οι παραπάνω εκτάσεις, που προέρχονται από εκχέρσωση δασικών εκτάσεων, που δόθηκαν με σκοπό τη γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια, δεν μπορούν νόμιμα να αξιοποιηθούν οικιστικά, Μετά από εντολή της άνω ιδιοκτήτριας ο προαναφερόμενος μηχανικός συνέταξε το από Σεπτεμβρίου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο φαίνεται μέρος της ανωτέρω εκχερσωθείσας έκτασης, ως αγροτεμάχιο επιφάνειας 23,200 τ.μ., βεβαιώνεται δε σ΄ αυτό ότι πληροί "τους όρους δομήσεως κατά τας κειμένας πολεοδομικάς διατάξεις".

Με το ......συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Φαλάρων Λουκά Γεωργίου Φλώρου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η Ζ1 πώλησε στον ενάγοντα (και τώρα αναιρεσίβλητο) Ψ1 το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο, επιφάνειας 23.200 τ.μ. Τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά την υπογραφή του συμβολαίου η πωλήτρια διαβεβαίωνε τον αγοραστή-ενάγοντα ότι το ανωτέρω ακίνητο ήταν αγροτεμάχιο οικοδομικά εκμεταλλεύσιμο, τούτο δε ρητά αναφέρεται και στο παραπάνω συμβόλαιο, στο οποίο αναγράφεται ότι μεταβιβάζεται αγροτεμάχιο, ξηρικό, ακαλλιέργητο, το οποίο φαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Μυλωνά, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε βεβαιώνεται ότι τούτο πληροί τους όρους δόμησης. Η παράσταση από την πωλήτρια του μεταβιβαζομένου ακινήτου ως αγροτεμαχίου οικοδομήσιμου ήταν εν γνώσει της ψευδής, καθόσον αυτή από τα προαναφερόμενα δύο δημόσια έγγραφα που είχε στα χέρια της γνώριζε ότι τούτο ήταν εκχερσωθείσα ιδιωτική δασική έκταση, που δεν μπορούσε να οικοδομηθεί, η συμπεριφορά της δε αυτή αποσκοπούσε να πείσει τον ενάγοντα στην αγορά του ακινήτου, πράγμα το οποίο και πέτυχε.

Δεν επεδίωκε βέβαια η πωλήτρια την πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα, αλλά προέβλεψε και αποδέχτηκε την επέλευση της ζημίας, ως συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς της, γεγονός που αρκεί, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής της ευθύνης. Κατά το θέρος 1997 ο ενάγων επεδίωξε να οικοδομήσει επί του πιο πάνω ακινήτου του, το δε αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο του ζήτησε πιστοποιητικό ότι η εν λόγω έκταση δεν είναι δασική.

Στην προσπάθειά του να λάβει το έγγραφο αυτό πληροφορήθηκε από την αρμόδια δασική υπηρεσία, αρχικά προφορικά και στη συνέχεια εγγράφως με το από ..... έγγραφο του διευθυντή δασών και περιβάλλοντος, ότι δεν μπορεί να οικοδομήσει σε ιδιωτική δασική έκταση που εκχερσώθηκε νόμιμα για να αποδοθεί σε μόνιμη γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια.

Ήδη με την από 30-9-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με την οποία κηρύσσεται αναδασωτέα έκταση 2.959 στρεμμάτων στο Δ.Δ. ....., παύει να ισχύει "εγκριτική απόφαση εκχέρσωσης της Διεύθυνσης Δασών Ν. Φθιώτιδας, στο όνομα Ζ1 για έκταση 45 στρεμμάτων στη θέση ....., περιφέρειας ....". Από την ανωτέρω αδικοπραξία της Ζ1 ο ενάγων ζημιώθηκε, τη διαφορά της αγοραστικής αξίας που είχε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ή μεταβιβασθείσα ιδιωτική δασική έκταση, με την αγοραστική αξία που θα είχε κατά τον ίδιο χρόνο η ίδια έκταση αν ήταν αγροτεμάχιο.

Η αγοραστική αξία της ως ιδιωτική δασική έκταση ήταν 46.400 ευρώ (2000 ευρώ ανά στρέμμα Χ 23,2 στρέμματα). Η αγοραστική της αξία ως αγροτεμάχιο ήταν 102.080 ευρώ (4.400 ευρώ ανά στρέμμα Χ 23,2 στρέμματα). Επομένως η ζημία του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 55.680 ευρώ (102.080-46400=55680). Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της αναιρεσείουσας και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ΄ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε και το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Ειδικότερα με πληρότητα και χωρίς να δημιουργείται ασάφεια δέχεται το Εφετείο ότι στο επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο ρητώς αναφέρεται ότι το μεταβιβαζόμενο αγροτεμάχιο είναι οικοδομικά εκμεταλλεύσιμο, διότι, όπως επεξηγεί, το εν λόγω συμβόλαιο παραπέμπει για τον ειδικότερο προσδιορισμό του μεταβιβαζόμενου ακινήτου στο από Σεπτεμβρίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ......., στο οποίο διάγραμμα βεβαιώνεται ότι το ακίνητο πληροί τους όρους δόμησης.

Η αναφορά δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον προσδιορισμό της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, ότι η επίδικη έκταση είναι ιδιωτική δασική, δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την προηγούμενη παραδοχή της ότι η έκταση αυτή είχε εκχερσωθεί νόμιμα για να αποδοθεί σε μόνιμη γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια και ότι με την από 30-9-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος έχει κηρυχθεί αναδασωτέα.

Επίσης δεν δημιουργείται ασάφεια εκ του ότι το Εφετείο, που δέχθηκε την κυρία εκ της αδικοπραξίας βάση της αγωγής, δεν καθορίζει το καταβληθέν κατά την κατάρτιση (4-9-1978) του πωλητηρίου συμβολαίου τίμημα, αφού ορθώς προσδιορίζει τη ζημία του αναιρεσιβλήτου "στη διαφορά της αγοραστικής αξίας που είχε κατά τον χρόνο άσκηησης της αγωγής η μεταβιβασθείσα ιδιωτική δασική έκταση, με την αγοραστική αξία που θα είχε κατά τον ίδιο χρόνο η ίδια έκταση αν ήταν αγροτεμάχιο".

Ούτε επίσης δημιουργείται αντίφαση, διότι το Εφετείο, έχει επιληφθεί παραδεκτώς, με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης και της επικουρικής βάσης της αγωγής και των σχετικών με αυτή ενστάσεων και αντενστάσεων προκειμένου να προετοιμάσει την ουσιαστική τους ερευνά για την περίπτωση απόρριψης της κύριας (από αδικοπραξία) βάση της αγωγής.

Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι του κυρίου δικογράφου και οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθού ν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως ζημιώνει άλλον υποχρεούται εις αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει την διαφορά μεταξύ της παρούσης περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος και εκείνης εις την οποία αυτός θα βρισκόταν εάν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Βάσει των ανωτέρω διατάξεων, ως χρόνος προσδιορισμού της διαφοράς αυτής νοείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως (Ολ. ΑΠ 38/1996). Επομένως, αφού με βάση τις άνω παραδοχές του Εφετείου η αγωγή έγινε δεκτή κατά την κυρία εκ της αδικοπραξίας βάση της, ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ αιτίαση ότι το Εφετείο με τον να προσδιορίσει την επιδικασθείσα αποζημίωση με βάση τον χρόνο (2-9-1998) ασκήσεως της αγωγής και όχι τον χρόνο (1977) μεταγραφής του πωλητηρίου συμβολαίου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 149 και 522 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 352-353 Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι η ομολογία θεωρείται η έκθεση, αποδοχή ή αναγνώριση γεγονότος επιβλαβούς, για τον ομολογούνται. Τέτοιο δε είναι το γεγονός που χρησιμεύει προς θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής ή εν γένει αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου. Έτσι αντικείμενο της ομολογίας μπορεί να είναι και η δια συμβολαιογραφικού εγγράφου, νομίμως μεταγραφέντος κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου. Το ότι το άρθρο 369 ΑΚ απαιτεί για την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής συστατικό τύπο (συμβόλαιο) δεν αποκλείει την απόδειξη αυτής με δικαστική ομολογία. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης πωλήσεως του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου, που έγινε με το Νομίμως μεταγραφέν υπ΄ αριθμ. ....... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Φαλάρων Λουκά Γεωργίου Φλώρου, αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία των εναγομένων που περιέχεται στις προτάσεις τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δικ. διότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου με την αιτιολογία ότι από το Σεπτέμβριο 1997, που έλαβε γνώση της ζημίας του ο αναιρεσίβλητος και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2-4-1998) δεν παρήλθε πενταετία, ούτε εικοσαετία, και επομένως η ένδικη αξίωση του ενάγοντος δεν έχει παραγραφεί, παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ., και διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τη ζήτημα αυτό. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την παραπάνω παραγραφή της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αφετηρία, της μεν πενταετούς παραγραφής τον χρόνο (Σεπτέμβριο 1997) που έλαβε γνώση ο αναιρεσίβλητος της ζημίας, της δε εικοσαετούς παραγραφής τον χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας, τον οποίο συγκεκριμενοποιεί και ταυτίζει με τον χρόνο (4-9-1978) κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου, οπότε και ολοκληρώθηκε η αδικοπρακτική συμπεριφορά της πωλήτριας του ακινήτου Ζ1.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ. 2, 562 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα στην αναιρετική δίκη καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά από αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος. Διάφορος εκδοχή θα μετέβαλλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη (Ολ. ΑΠ 38/1996). Επομένως ο προβαλλόμενος το πρώτον με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου υπέκυψε σε παραγραφή γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 16-12-1003, ήτοι μετά παρέλευση 27 ετών από την ζημιογόνο πράξη της υπογραφής του πωλητηρίου συμβολαίου είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ συνάγεται ότι μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο βραχύτερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο ν' ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει δυσμενείς για τα συμφέροντα του οφειλέτη επιπτώσεις, ώστε για την αποτροπή αυτών να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ. 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι ο ενάγων που έλαβε γνώση της ζημίας του το Σεπτέμβριο 1997 και άσκησε την αγωγή την 2-9-1998, δεν αδράνησε για την άσκηση της ένδικης αξίωσής του, αφού κατέθεσε την αγωγή του σε εύλογο χρόνο από την γνώση της ζημίας του, και ότι η καταβολή του επιδικασθέντος ποσού των 55.680 ευρώ δεν θα επιφέρει δυσβάσταχτες οικονομικές συνέπειες στην αναιρεσείουσα, για το λόγο ότι η περιουσία που κληρονόμησε είναι σημαντική και της παρέχει την δυνατότητα να καταβάλει το πιο πάνω ποσό.

Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την αναγκαία περί μη πληρώσεως του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ αιτιολογία χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρει ποια ήταν η κληρονομιαία περιουσία που περιήλθε στην αναιρεσείουσα μετ' αφαίρεση του φόρου κληρονομίας.

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Αφού δε, με βάση τα ανωτέρω, απορρίπτεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθίσταται άνευ αντικειμένου η ασκηθείσα με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση και τους από 2/3/2006 πρόσθετους λόγους της Χ1 για αναίρεση της 9724/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ