Supreme Court remands appeal for retrial due to appellate court's failure to clarify if lawyer's fee agreement post-1980 law existed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the Court of Appeals failed to determine whether a specific agreement on lawyer fees exceeding statutory minimums was reached after the relevant law took effect. The appellant argued that the appellate court's refusal to adjust fees was based on an unclear finding regarding the timing of the fee agreement, which is crucial for applying the new minimums. The court held that without this clarification, the appellate judgment lacked sufficient reasoning and violated procedural requirements, necessitating a new trial to resolve the factual dispute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 92 A paragraphs 1 and 2 of the Lawyers Code; Article 559 paragraph 19 and Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: When an appellate court rejects a claim for increased lawyer fees without clarifying whether a post-statutory agreement on higher fees was reached, the judgment is remanded for retrial due to insufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1399 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1399/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τζάνογλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Κοκκίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7081/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 Α παρ. 1 και 2 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν.1093/1980 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988, σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:
α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15o μισθολογικό κλιμάκιο β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8o μισθολογικό κλιμάκιο και γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1o μισθολογικό κλιμάκιο. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γιαυτούς διατάξεις.
Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος. Περαιτέρω με την 2022210/2776/002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 Β΄/21-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και ισχύει από 1-1-1997, επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο πιο πάνω άρθρο 92 Α παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων (ΚΔ) μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του Ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.
Επιπλέον χορηγούνται σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α παρ. 2 του ΚΔ, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται με βάση τα έτη δικηγορίας, κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 1093/1980 προβλέπει ότι σε περίπτωση καθορισμού στο μέλλον -μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (28-11-1980)- με συμφωνία των μερών ποσού περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου ανώτερου του καθοριζόμενου από το άρθρο 2 (άρθρ. 92 Α του ΚΔ), τούτο, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν άλλως, θα προσαυξάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άνω άρθρου, με βάση το ποσό που θα συμφωνηθεί.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ο δικηγόρος, του οποίου καταγγέλλεται η σύμβαση, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό αποζημίωση και, σε περίπτωση μη καταβολής αυτής, δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως, η αξίωση καταβολής της οποίας απορρέει από σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής και όχι από σχέση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ 1/1994).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Δικηγόρος Αθηνών, προσλήφθηκε τη 1-1-1956 με σύμβαση έμμισθης εντολής από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία και παρέσχε σ' αυτή τις νομικές υπηρεσίες του μέχρι τις 31-3-2003, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση και κατέβαλε σ' αυτόν τη σχετική νόμιμη αποζημίωση ποσού 89.257 ευρώ και ότι σε όλο το διάστημα της παροχής των νομικών υπηρεσιών του και ειδικά και κατά τον επίδικο χρόνο (1-1-1998 έως 31-3-2003) καταβάλλονταν στον ενάγοντα, Δικηγόρο τότε στον Άρειο Πάγο (έγγαμο και με συνολική υπηρεσία 42 ετών κατά το έτος 1998), πάγιες μηνιαίες αμοιβές, με βάση το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο των τακτικών δημοσίων
υπαλλήλων, οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τα υπό του άρθρου 92 Α του Κώδικα Δικηγόρων καθοριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής και κάλυπταν τα επιδόματα που εδικαιούτο εκείνος, αφού η κάλυψη αυτή δεν είχε απαγορευθεί από σχετική συμφωνία των διαδίκων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά το περί επιδικάσεως επιδόματος ισολογισμού κεφάλαιο, κατά το οποίο και απέρριψε την αγωγή και επικυρώνοντας αυτή κατά τα λοιπά- έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται α) για το επίδικο χρονικό διάστημα τα καλυπτόμενα από τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές επιδόματα χρόνου υπηρεσίας, γάμου, κινήτρου απόδοσης, εορτών, άδειας και -όσον αφορά ειδικά το διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-2002- οικονομικής ενισχύσεως, β) διαφορά αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως, με συνυπολογισμό και των παραπάνω επιδομάτων επί του συνόλου των καταβαλλόμενων αποδοχών του και γ) την πάγια αντιμισθία των μηνών Απριλίου και Μαΐου του έτους 2003, ως ποινή της αναιρεσίβλητης για τον εξαναγκασμό της προς καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συμφωνίας καταβολής ποσού περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου ανώτερου του καθοριζόμενου από το άρθρο 92 Α του Κώδικα Δικηγόρων. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι σε όλο το διάστημα της παροχής των νομικών υπηρεσιών του καταβάλλονταν στον ενάγοντα πάγιες μηνιαίες αμοιβές, οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τα υπό του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων καθοριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής και κάλυπταν τα επιδόματα που εδικαιούτο αυτός, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν και πότε ακριβώς έγινε σχετική συμφωνία των διαδίκων για την καταβολή στον ενάγοντα ποσού ανώτερου του καθοριζόμενου από το άρθρο 92 Α του Κώδικα Δικηγόρων και ειδικότερα αν συμφωνήθηκε μετά το Νοέμβριο του 1980 ότι θα λαμβάνει αμοιβή ανώτερη των ως άνω ελάχιστων ορίων ή αν οι γενόμενες και μετά τον χρόνο αυτό αυξήσεις της αμοιβής της είχαν συμφωνηθεί σε προγενέστερο χρόνο, ώστε να μπορεί να συναχθεί αν η σχετική συμφωνία έγινε πριν ή μετά τις 28-11-1980 (χρόνο έναρξης ισχύος του Ν.1093/1980) και στη δεύτερη περίπτωση αν η συμφωνία αφορούσε και το επίδικο χρονικό διάστημα.
Το ζήτημα αυτό είναι ουσιώδες για την υπόθεση, αφού μόνον εφόσον μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καθορίστηκε με συμφωνία των μερών ποσό περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου ανώτερο του καθοριζόμενου από το άρθρο 92 Α του ΚΔ, τούτο, εάν τα μέρη δεν όρισαν άλλως, θα προσαυξάνεται σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Έτσι όμως το Εφετείο κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής των διατάξεων που προεκτέθηκαν και επομένως, πρέπει, κατά τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως (δεύτερο σκέλος), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τα κεφάλαια αυτής, που αντιστοιχούν στα προαναφερόμενα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7081/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ