Legislator Case Law & Legislation
1398/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against second-instance judgment, remands case for retrial and orders costs.

Case Number 1398/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second-instance judgment, finding the lower court's decision on the admissibility of the plaintiff's claim to be legally flawed. The court determined that the original lawsuit filed by the appellants was indeed unlawful, necessitating a reversal of the second-instance ruling. Consequently, the case was remanded for retrial by the Supreme Court itself, and the appellants were ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(3), 98, 104, 211, 216, 217, 238 of the Code of Civil Procedure; Article 560(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure: When an appeal is deemed admissible but the lower court's decision on the merits or admissibility is erroneous, the Supreme Court may annul the decision, remand the case for retrial, and assign costs to the losing party.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal remand for retrial unlawful claim assignment of costs second instance judgment Code of Civil Procedure annulment of decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(3), 98, 104, 211, 216, 217, 238 of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 573(1), 106, 176(1), 191(2), 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1398 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1398/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ - ού η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - Δ." (ΕΛΓΟ-Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 20-10-2020.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1.Ι. Β. του Γ., κατοίκου ..., 2.Δ. Β. του Η., κατοίκου ..., 3. Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 4.Φ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 5.Ε. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 6.Α. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 7.Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 8.Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 9.Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 10.Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 11.Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 12.Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., 13.Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., 14.Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 15.Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 16.Θ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 17.Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 18.Π. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 19.Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., και 20.Π. Τ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιορδάνη Νεστορίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 30-10-2023 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Είχε δε κατέθεσε προτάσεις στις 10-11-2020 και κατέθεσε α' προσθήκη στις 30-10-2023 και β' προσθήκη στις 3-11-2023.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2384/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 13176/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κατόπιν ανακοπής ερημοδικίας η 5789/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 8-7-2020 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 372/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθούν επιμελεία του αναιρεσείοντος τα αναφερόμενα στο σκεπτικό στοιχεία. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 24-5-2023 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παράγραφος 1, 96 παράγραφος 3, 98, 104 ΚΠολΔ, 211, 216, 217 και 238 ΑΚ προκύπτει ότι ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε ως δικαστικός πληρεξούσιος Δικηγόρος που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του Δικηγόρου που προηγήθηκαν.

Η έγκριση μπορεί να γίνει είτε ρητά, είτε σιωπηρά με πράξεις που αποδεικνύουν πρόθεση για ισχυροποίησή της. Η ύπαρξη της έγκρισης έχει αναδρομική ενέργεια και εξετάζεται και αυτεπάγγελτα, επειδή αφορά στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας (ΟλΑΠ 1408/1984, ΑΠ 776/2021). Οι καλούντες-αναιρεσίβλητοι με την από 24-5-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΚΛ ...-2023 κλήση τους επισπεύδουν νόμιμα νέα συζήτηση της από 8-7-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10344-1126/10-7-2020 αίτησης για αναίρεση α) της υπ' αριθμό 5.789/15-6-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο είχε απορρίψει την από 8-11-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 24453-4012/9-11-2018 ανακοπή ερημοδικίας που είχε ασκήσει το ανακόπτον-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον κατά της υπ' αριθμό 13.176/12-10-2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε δικάσει ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και β) της υπ' αριθμό 13.176/12-10-2018 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου - που είχε δικάσει ως Εφετείο - ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ.

Α 87/23-7-2015) την από 20-2-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3346/2-3-2017 κοινή έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμό 2.384/21-3-2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 372/10-3-2023 παρεμπίπτουσας απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο διέταξε να επαναληφθεί η συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 254 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) για να προσκομισθούν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος έγγραφα από τα οποία θα αποδεικνυόταν ότι είχε παραστεί νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στη δικάσιμο της 10-11-2020 κατά την οποία είχε συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης.

Το αναιρεσείον, ειδικότερα, είχε εκπροσωπηθεί κατά τη δικάσιμο εκείνη από την Αικατερίνη Παπαδοπούλου, Δικηγόρο Θεσσαλονίκης (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. 7.370). Από τα έγγραφα όμως που υπήρχαν στη δικογραφία δεν αποδεικνυόταν ότι το αναιρεσείον είχε χορηγήσει νόμιμα - σύμφωνα με τις αποφάσεις της διοίκησής του- στη Δικηγόρο που προαναφέρθηκε την εξουσία να διεξαγάγει τη δίκη ως δικαστική του πληρεξούσιος και, συγκεκριμένα, είτε α) απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου από το οποίο θα αποδεικνυόταν ότι το συλλογικό αυτό όργανο είχε λάβει έγκυρα απόφαση να χορηγήσει στον πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπό του, Σ.

Χ. του Α., κάτοικο ..., να παράσχει - με το υπ' αριθμό ...-2020 συμβολαιογραφικό έγγραφο που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Λάρισας Ε. Μ.-Α. - στη Δικηγόρο που προαναφέρθηκε την εξουσία να επιχειρήσει όλες τις κύριες και παρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις που ήταν απαραίτητες για να διεξαχθεί η δίκη επί της αναίρεσης, είτε β) σε περίπτωση που την άσκηση της αναίρεσης είχαν αποφασίσει κατ' εξαίρεση - σύμφωνα με την υπ' αριθμό 61/4-6-2015 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος - ο πρόεδρος και ο διευθύνων σύμβουλός του, απόφαση του συλλογικού αυτού οργάνου από την οποία θα αποδεικνυόταν ότι η άσκηση της αναίρεσης και η επιχείρηση όλων των κατά νόμο αναγκαίων εξωδίκων και δικαστικών πράξεων για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης είχαν εγκριθεί με μεταγενέστερη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος, η οποία θα λαμβανόταν στην αμέσως επόμενη συνεδρίασή του.

Για το λόγο αυτό το παρόν Δικαστήριο με την υπ' αριθμό 372/10-3-2023 παρεμπίπτουσα απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο με σκοπό με επιμέλεια του αναιρεσείοντος να προσκομισθούν τα έγγραφα τα οποία προαναφέρθηκαν. Το αναιρεσείον όμως δεν προσκόμισε και δεν επικαλέσθηκε στη σημερινή δίκη κανένα από τα έγγραφα αυτά.

Το διοικητικό συμβούλιο, ωστόσο, του αναιρεσείοντος ήδη ενέκρινε (άρθρο 238 ΑΚ) με την υπ' αριθμό 14/6-10-2023 απόφασή του - η οποία προσκομίσθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 30-10-2023, δηλαδή την προηγουμένη της σημερινής δικασίμου - όλες τις διαδικαστικές ενέργειες που επιχείρησαν τόσο ο πρόεδρος του διοικητικού του συμβουλίου, όσο και η Δικηγόρος Θεσσαλονίκης Αικατερίνη Θ.

Παπαδοπούλου (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. 7.370) με σκοπό να διεξαχθεί η δίκη η οποία άνοιξε με την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται α) ότι το αναιρεσείον προσκόμισε απαραδέκτως το έγγραφο που προαναφέρθηκε το οποίο θα έπρεπε να είχε κατατεθεί το αργότερο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρα 570 παράγραφοι 3 και 1 ΚΠολΔ) και β) ότι εν πάση περιπτώσει η απόφαση αυτή του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος δεν ελήφθη στην αμέσως επόμενη συνεδρίασή του από την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά πολύ μεταγενέστερα.

Ο πρώτος ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η τήρηση της διάταξης αυτής δεν είχε ταχθεί επί ποινή ακυρότητας σύμφωνα με το άρθρο 159 αριθμός 1 του ΚΠολΔ. Οι αναιρεσίβλητοι, άλλωστε, δεν επικαλούνται στο από 3-11-2023 υπόμνημα που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι υπέστησαν δικονομική βλάβη από τη βραδεία κατά την άποψή τους προσκομιδή του συγκεκριμένου εγγράφου (άρθρα 570 παρ. 1 και 159 αριθμός 3 ΚΠολΔ).

Εν πάση περιπτώσει οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν πλήρη γνώση και αντέκρουσαν το περιεχόμενό του με συνέπεια να αποδεικνύεται ότι δεν υπέστησαν δικονομική βλάβη, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί παρά μόνο αν το έγγραφο αυτό δεν λαμβανόταν υπόψη, διότι κατατέθηκε εκπρόθεσμα (ΑΠ 952/2005). Ο δεύτερος ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, επειδή οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται ότι, αν το διοικητικό συμβούλιο του αναιρεσείοντος παρέλειπε να εγκρίνει τις ενέργειες του προέδρου του στην αμέσως επόμενη συνεδρίασή του από την επιχείρησή τους, οι πράξεις αυτές θα ήταν ανίσχυρες, επειδή η προθεσμία που προαναφέρθηκε είναι ενδεικτική.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η διάταξη του άρθρου 5 παράγραφος 4 του ν. 5035/2023 (Φ.Ε.Κ. Α 76/28-3-2023) για το ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει ότι ο Πρόεδρος του Δ.Σ., μεταξύ άλλων, εκπροσωπεί δικαστικά τον οργανισμό διορίζοντας και νομιμοποιώντας προς τούτο δικηγόρους, κατήργησε σιωπηρά την υπ' αριθμό 61/4-6-2015 απόφαση του Δ.Σ.

του αναιρεσείοντος ως προς το ζήτημα της αρμοδιότητάς του να λάβει απόφαση κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση του να ασκήσει αναίρεση ή να εγκρίνει αναίρεση που είχε ήδη ασκηθεί, επειδή η διάταξη του άρθρου 7 του ίδιου νόμου που αναφέρεται στα αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος δεν περιέχει ανάλογη ρύθμιση με συνέπεια να καλυφθούν και μάλιστα αναδρομικά οι τυχόν πλημμέλειες κατά την παροχή της πληρεξουσιότητας.

Στην προκειμένη επομένως περίπτωση το αναιρεσείον, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ-Δ.", το διακριτικό τίτλο "ΕΛΓΟ-Δ." και έδρα την Αθήνα, παρέστη νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δια της πληρεξουσίας Δικηγόρου του Αικατερίνης Παπαδοπούλου, Δικηγόρου Θεσσαλονίκης, η οποία νόμιμα είχε διορισθεί ως πληρεξουσία Δικηγόρος του από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

του αναιρεσείοντος με το υπ' αριθμό ...-2020 συμβολαιογραφικό έγγραφο που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Λάρισας Ε. Μ.-Α. (άρθρα 573 παρ. 1, 591 παράγραφος 1, 94, 96 παρ. 3 , 97, 104 και 242 παράγραφος 2 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης περαιτέρω ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, επειδή η απόφαση που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας επιδόθηκε στις 29-6-2020, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμό ...-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α.

Κ. που προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση, και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του του Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση στις 10-7-2020. Το αναιρεσείον όμως δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο κανένα λόγο αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 5.789/15-6-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης - το οποίο είχε απορρίψει την από 8-11-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 24453-4012/9-11-2018 ανακοπή ερημοδικίας που είχε ασκήσει κατά της υπ' αριθμό 13.176/12-10-2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο είχε δικάσει ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Η αίτηση αναίρεσης επομένως ως προς το κεφάλαιό της αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 349/2015). Κατά τα λοιπά η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1343/2021) και πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Οι είκοσι (20) ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι από τους είκοσι έναν (21) αρχικά ενάγοντες - εκτός του δεκάτου ενάτου από αυτούς, Α. Τ. του Γ., κατοίκου ... - στην από 27-12-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 20399/28-12-2012 αγωγή τους - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και έστρεψαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος - είχαν εκθέσει τα εξής :

Ότι είχαν καταρτίσει αρχικά με το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ-ΕΛΟΓ" και έδρα την Αθήνα, ο οποίος μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΚΡΕΑΤΟΣ-ΕΛΟΓΑΚ" συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφεραν σε αυτό προσηκόντως την εργασία τους ο καθένας με την ειδικότητα που ανέφερε στην αγωγή.

Ότι το εναγόμενο σύμφωνα με τα άρθρα 1, 3 και 4 της Κ.Υ.Α. 188763/2011 (Φ.Ε.Κ. Β 2.284/13-10-2011) αποτέλεσε καθολικό διάδοχο του αρχικού τους εργοδότη. Ότι το μισθολογικό τους καθεστώς διεπόταν - σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 8 της ΚΥΑ που προαναφέρθηκε - από το άρθρο 14 της Υ.Α. 280583/2008 (Φ.Ε.Κ. Β 1.552/5-8-2008) "Έγκριση κανονισμού κατάστασης προσωπικού του "Ελληνικού Οργανισμού Γάλακτος (ΕΛ.Ο.Γ.) (...)".

Ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2010 και εφεξής το εναγόμενο μείωσε τις αποδοχές τους αρχικά σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 5 του ν. 3833/2010, στη συνέχεια για δεύτερη φορά από 1-6-2010 και εφεξής σύμφωνα με το άρθρο τρίτο παράγραφοι 4 και 6 του ν. 3845/2010, στη συνέχεια για τρίτη φορά κατά τις διατάξεις του ν. 3899/2010, κατόπιν και, συγκεκριμένα, από 1-7-2011 σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 23 του ν. 4002/2011 και, τέλος, ως προς τους κτηνιάτρους μόνον κατά το άρθρο 15 του ν. 4024/2011.

Ότι το εναγόμενο δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα με συνέπεια οι μειώσεις που υπέστησαν στις αποδοχές τους σε εκτέλεση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν να μην είναι σύννομες και ότι, τέλος, εν πάση περιπτώσει οι Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 - σε εκτέλεση των οποίων το εναγόμενο μείωσε τις αποδοχές τους - είναι αντίθετοι τόσο με τις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 23, 25, 28 και 106 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως ειδικότερα ανέφεραν στην αγωγή τους.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς συγκεκριμένο χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο από τότε που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ως διαφορά μεταξύ των ποσών που θα λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως και 31-12-2012 σύμφωνα με το άρθρο 14 της Υ.Α. 280583/2008 (Φ.Ε.Κ.

Β 1.552/5-8-2008) "Έγκριση κανονισμού κατάστασης προσωπικού του "Ελληνικού Οργανισμού Γάλακτος (ΕΛ.Ο.Γ.) κ.λπ." σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παράγραφος 8 της Κ.Υ.Α. 188763/2011 (Φ.Ε.Κ. Β 2.284/13-10-2011) και των μειωμένων αποδοχών που έλαβε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα σε εκτέλεση των διατάξεων των άρθρων 1 παράγραφος 5 του ν. 3833/2010, τρίτο παράγραφοι 4 και 6 του ν. 3845/2010, 2 του ν. 3899/2010, 55 παράγραφος 23 του ν. 4002/2011 και 15 του ν. 4024/2011.

Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 2384/21-3-2014 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Οι ενάγοντες - εκτός από τον δέκατο ένατο από αυτούς - άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 20-2-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3346/2-3-2017 κοινή έφεσή τους - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έστρεψαν κατά της εφεσίβλητης-εναγομένης - για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου (άρθρα 591 παράγραφος 1, 520, 522 και 535 ΚΠολΔ) και ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεσή τους και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους κατά του εφεσιβλήτου-εναγομένου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δίκασε την έφεση ερήμην του εφεσιβλήτου-εναγομένου κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 13.176/12-10-2018 απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση. Μετά από αυτό κράτησε και δίκασε την αγωγή στην ουσία της, την οποία περαιτέρω δέχθηκε στο σύνολό της και υποχρέωσε το εφεσίβλητο-εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε εκκαλούντα-ενάγοντα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για την αιτία που προαναφέρθηκε νομιμότοκα από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο είχε γίνει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Το εφεσίβλητο-εναγόμενο άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 8-11-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 24453-4012/9-11-2018 ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 501 επ. ΚΠολΔ) με αίτημα να γίνει δεκτή η ανακοπή και να εξαφανισθεί η ανακοπτομένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η από 20-2-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3346/2-3-2017 έφεση την οποία είχαν ασκήσει οι καθών η ανακοπή ερημοδικίας-εκκαλούντες κατά της υπ' αριθμό 2384/21-3-2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δίκασε την ανακοπή ερημοδικίας αντιμωλία των διαδίκων και εξέδωσε την υπ' αριθμό 5.789/15-6-2020 απόφαση με την οποία απέρριψε την ανακοπή ως αβάσιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...)".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση αυτή εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 7/2023). Το άρθρο 94 παράγραφος 1 του ν. 2127/1993, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν. 3698/2008 (ΦΕΚ Α 198/2-10-2008) και πριν καταργηθεί με το άρθρο 27 περίπτωση β του ν. 5035/2023 (ΦΕΚ Α 76/28-3-2023), όριζε τα εξής : "Συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενο στο δημόσιο τομέα, με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος και Κρέατος" (ΕΛ.Ο.ΓΑ.Κ.), με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.".

Το άρθρο 14 Β παράγραφος 1 εδάφιο δ του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314/27-12-2005), πριν καταργηθεί με το άρθρο 27 περίπτωση ε του ν. 5035/2023 (ΦΕΚ Α 76/28-3-2023), όριζε ότι: "Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού: (...) δ) Ειδικότερα, με την κοινή απόφαση της παρούσας παραγράφου, συγχωνεύονται σε ενιαίο φορέα με την επωνυμία "Ενιαίος Γεωργικός Οργανισμός - "Δ."", τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία (...) και δδ) ο "Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος και Κρέατος (ΕΛ.Ο.ΓΑ.Κ.)".".

Η υπ' αριθμό 188763/2011 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β 2.284/13-10-2011), η οποία είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 14 Β παράγραφοι 1 δ και παράγραφος 2 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314/27-12-2005), και πριν καταργηθεί με το άρθρο 27 περίπτωση ι του ν. 5035/2023 (ΦΕΚ Α 76/28-3-2023) όριζε στο άρθρο 1 ότι : 1 "(...) Ιδρύεται Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ - Δ.", το οποίο ανήκει στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και εποπτεύεται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (...) 3.

Από την ισχύ της παρούσης συγχωνεύονται στο πλαίσιο του Οργανισμού αυτού (...) και δ) ο Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος και Κρέατος (ΕΛ.Ο.ΓΑΚ). 4. Οι αρμοδιότητες των συγχωνευόμενων νομικών προσώπων μεταφέρονται στον ιδρυόμενο Οργανισμό.". Η ΚΥΑ που προαναφέρθηκε όριζε στο άρθρο 2 ότι τα όργανα της διοίκησης του Οργανισμού είναι α) το Διοικητικό Συμβούλιο και β) ο Διευθύνων Σύμβουλος.

Η ίδια ΚΥΑ στο άρθρο 3 παράγραφος 2 όριζε ότι: "Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.", ενώ στην αρχική του διατύπωση το άρθρο 4 παράγραφος 1 της ίδιας ΚΥΑ όριζε ότι : "Ο Πρόεδρος του Δ.Σ.

διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφού προηγηθεί σχετική ακρόαση του υποψηφίου από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.". Το άρθρο 9 της ίδιας ΚΥΑ - το οποίο αναριθμήθηκε ως άρθρο 7 με το άρθρο 45 παράγραφος α της Υ.Α. 919/131869/20-10-2014 (ΦΕΚ Β 2889/27-10-2014) - όριζε ότι : "Οικονομική Διαχείριση και Λειτουργία 1.

Οι πόροι του Οργανισμού προέρχονται από: α) Την ετήσια επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, β) Την ετήσια επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό των δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ή άλλου φορέα, γ) Τις πάσης φύσεως επιχορηγήσεις από Ευρωπαϊκούς Κοινοτικούς ή Διεθνείς Οργανισμούς, δ) Τα έσοδα από την εκτέλεση ερευνητικών και διδακτικών έργων, τη διάθεση προϊόντων και την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών στο Δημόσιο, σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και ιδιώτες, ε) Τα έσοδα από την εκτέλεση εργασιών ελέγχου, πιστοποίησης και επίβλεψης φορέων ελέγχου ή / και πιστοποίησης, στ) Τα έσοδα από την πώληση εκδόσεων του Οργανισμού, ζ) Τα έσοδα από την εκμετάλλευση της περιουσίας του, η) Τις δωρεές, τις χορηγίες και τις κάθε είδους παροχές τρίτων, ι) Τα έσοδα από οποιαδήποτε άλλη πηγή.

Ο σκοπός του ΕΛΟΓ, ο οποίος λειτουργούσε κατ' επιταγήν της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσδιορίζεται από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 94 του Ν. 2127/1993, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2332/1995 και συμπληρώθηκε από την παράγραφο 3 του άρθρου 15 του ν. 3399/2005 και την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του ν. 3698/2008 και είναι:

α) η διαχείριση του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος [όπως αυτό αρχικά θεσμοθετήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/1992], β) η εφαρμογή της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας για την ποιότητα του αγελαδινού, πρόβειου και γίδινου γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, την έρευνα και διαφήμιση καθώς και τις λοιπές δραστηριότητες στον τομέα του γάλακτος των παραπάνω περιπτώσεων και των γαλακτοκομικών προϊόντων, γ) η χρηματοδότηση της λειτουργίας και η λειτουργία Εργαστηρίων Ελέγχου Ποιότητας Γάλακτος και Γαλακτοκομικών Προϊόντων, η χρηματοδότηση των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς για την ανάλυση και τις δοκιμασίες του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων καθώς και η χρηματοδότηση της Εθνικής Επιτροπής γάλακτος για τη συνδρομή της στη Διεθνή Ομοσπονδία Γάλακτος, την οργάνωση συνεδρίων, την πραγματοποίηση μελετών και ερευνητικών εργασιών καθώς και την διοικητική εξυπηρέτηση του έργου της Επιτροπής, δ) η άσκηση συμβουλευτικού ρόλου προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για θέματα που αφορούν τον τομέα του αγελαδινού, πρόβειου και γίδινου γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και η συμμετοχή του σε διεθνείς οργανισμούς και επιτροπές για θέματα της αρμοδιότητάς του, ε) η άσκηση παρεμβατικού ρόλου στην αγορά του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, στ) η διενέργεια έρευνας στον τομέα του γάλακτος για λογαριασμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ή άλλου δημόσιου οργανισμού ή για λογαριασμό επ' αμοιβή ιδιώτη χρήστη των επιστημονικών υπηρεσιών, ζ) η πραγματοποίηση εκδηλώσεων, η προώθηση και προβολή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην εγχώρια και διεθνή αγορά, η) Η διενέργεια ισοζυγίων κρέατος, προκειμένου να εξασφαλισθεί η προέλευση και το είδος του παραγόμενου και διακινούμενου κρέατος Το άρθρο 10 παράγραφος 8 της ίδιας Κ.Υ.Α. (188763/2011) όριζε ότι: "Μέχρι την κατάρτιση Ειδικού Μισθολογίου του Οργανισμού οι υπάλληλοι συνεχίζουν να λαμβάνουν τις αποδοχές τους με τους όρους που τις ελάμβαναν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσης αποφάσεως", δηλαδή τις αποδοχές που προβλέπονταν από το άρθρο 14 παράγραφος 1 της Υ.Α. 280583/2008 (ΦΕΚ Β 1552/5-8-2008) το οποίο όριζε: "Αποδοχές προσωπικού 1.

Για τις αποδοχές τόσο του τακτικού όσο και του εποχιακού προσωπικού εφαρμόζεται ο Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" όπως αυτός τροποποιείται, μεταβάλλεται ή αντικαθίσταται, κατά περίπτωση.

Χορηγούνται επίσης σε όλους τους υπαλλήλους του ΕΛΟΓ τρία επιπλέον επιδόματα: α) το επίδομα εξομάλυνσης το οποίο ανέρχεται στο 35% του βασικού μισθού του υπαλλήλου, β) το επίδομα ειδικής παροχής ύψους 176 €, γ) το επίδομα εργαζομένων σε οθόνες οπτικής καταγραφής το ύψος του οποίου καθορίζεται από την αρ. 2006402/481/022/30/1/1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας "Χορήγηση ειδικού επιδόματος σε προσωπικό των Κέντρων Πληροφορικής του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ" (Β.62) ως εξής:

γ1. στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας καταβάλλεται το 100% του επιδόματος, γ2. στους Γεωτεχνικούς των Εποπτειών και της Γεωτεχνικής Υπηρεσίας του ΕΛΟΓ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταβάλλεται το 50% του επιδόματος, γ3. στους υπαλλήλους των Εργαστηρίων Ελέγχου Ποιότητας Γάλακτος του ΕΛΟΓ καταβάλλεται το 50% του επιδόματος με εξαίρεση τους Διοικητικούς υπαλλήλους στους οποίους καταβάλλεται το 100% του επιδόματος.

Το επίδομα Η/Υ δεν καταβάλλεται στους Οδηγούς - Δειγματολήπτες, Δειγματολήπτες.". Περαιτέρω το άρθρο 1 Β του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α 247) - το οποίο προστέθηκε σε αυτόν με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α 141/17-8-2010) - όπως οι παράγραφοι 2 και 4 του οποίου συμπληρώθηκαν με το άρθρο 50 παρ. 1 α του ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α 66/31-3-2011) - ορίζει ότι : "Ορισμοί Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1.

Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει την Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α). 2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ).

Αναλυτικά τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, τους Ο.Τ.Α. και τους Ο.Κ.Α. προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. 3. Κεντρική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Κεντρική Διοίκηση, εκτός ΟΤΑ και ΟΚΑ. 4.

Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις Ανεξάρτητες Αρχές. Για λόγους στατιστικής ταξινόμησης περιλαμβάνεται και η Βουλή των Ελλήνων, σύμφωνα με τον Κανονισμό της, ως προς τον προϋπολογισμό εξόδων και τον ισολογισμό - απολογισμό αυτής.

Εξάλλου το άρθρο 1 παράγραφος 5 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α 40), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παράγραφος 5 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 65/6-5-2010), ορίζει ότι: "5.Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, που ανήκουν στο κράτος (...) μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).

Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα (...)". Το άρθρο τρίτο παράγραφοι 4, 6 και 18 του ν. 3845/2010, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212) του ν. 3845/2010, ορίζει ότι: "4. Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) [...]", "6.

Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή με ατομική σύμβαση εργασίας για λειτουργούς, υπαλλήλους ή μισθωτούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως 4 (...) καθορίζονται ως εξής :

Α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε 500,00 ευρώ, Β) το επίδομα εορτών Πάσχα σε 250, 00 ευρώ, Γ) το επίδομα άδειας σε 250,00 ευρώ (...)". "18. Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, μειώνονται, από 1.1.2011, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%). [...].

Η μείωση του πρώτου εδαφίου διενεργείται εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων που εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στα δύο προηγούμενα εδάφια, υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αν με την εφαρμογή της διατάξεως του πρώτου εδαφίου οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές γενικά, υπολείπονται του ορίου του προηγούμενου εδαφίου, η μείωση περιορίζεται στο όριο των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ (...)".Το άρθρο 45 παράγραφος 8 του ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α 66/3-3-2011) "Ρυθμίσεις θεμάτων Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους" ορίζει στην παράγραφο 8 ότι : "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 7 του ν. 3833/2010, καθώς και οι διατάξεις του ν. 2685/ 1999 (ΦΕΚ 35 Α`), όπως κάθε φορά ισχύουν, εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (...) που εμπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 2 του ν.3899/2010.".

Το άρθρο 55 αριθμός 23 του ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α 180/22-8-2011) ορίζει τα εξής: "23. Μειώνονται από 1.7.2011 κατά ποσοστό: α) 50% το ποσό της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν.3205/2003 (Α` 297), όπως ισχύει (...)". Το άρθρο 15 του ν. 4024/2011 ορίζει τα εξής: " (...) 1. Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.

Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.".

Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 4 παράγραφος 5 ότι: "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους" και στο άρθρο 25 παράγραφοι 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους (...).

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης".

Περαιτέρω στο άρθρο 79 παράγραφος 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος" και στο άρθρο 106 παράγραφος 1 ότι: "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας (...)".

Από το συνδυασμό των συνταγματικών αυτών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίσει μέτρα για την περιστολή των δημόσιων δαπανών τα οποία συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο.

Η δυνατότητα όμως αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών όσων απασχολούνται είτε στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, είτε ασκούν ελευθέριο επάγγελμα, επειδή η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών συμβάλλει στο γενικό όφελος (...) (Ολ ΑΠ 4/2022, ΟλΣτΕ 431/2018).

Ο νομοθέτης επομένως έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των εργαζομένων και στο Δημόσιο με την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων που διέπουν το μισθολογικό τους καθεστώς μετά από εκτίμηση των δεδομένων κάθε φορά οικονομικών, κοινωνικών και δημοσιονομικών συνθηκών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) μάλιστα αναγνωρίζει ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει αυτό το περιθώριο εκτίμησης, επειδή δέχεται ότι το δικαίωμα απόληψης δεδουλευμένων αποδοχών του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για μελλοντική καταβολή τους εμπίπτει βέβαια στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., αν υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των αξιώσεων αυτών, αλλά με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους, εκτός αν τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση του ενδιαφερομένου.

Όταν εξάλλου στις αρχές του έτους 2010 εμφανίσθηκε στη Χώρα η δημοσιονομική κρίση, ο έλληνας νομοθέτης εκτίμησε ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος χρεοκοπίας του Κράτους και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση αυτή ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Ο νομοθέτης περαιτέρω έναντι της υποστήριξης αυτής έλαβε περισσότερα φορολογικά, διαρθρωτικά και άλλα μέτρα. Ένα από αυτά αποτέλεσε και η μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές άρχισαν με την αναδρομική από 1-1-2010 μείωση των αποδοχών για τους απασχολούμενους σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα κατά 7% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 5 και 9 και 20 παράγραφος 1 του ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα από 1-6-2010 με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 3%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρα τρίτο παράγραφοι 4, 6 και 18 και έβδομο παράγραφος 1 του ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 αριθμός 23 περίπτωση α του ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011).

Με το άρθρο 15 παράγραφος 1 του ν. 4024/2011 ειδικότερα το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας περιορίσθηκε μέχρι του που ποσού των 150 ευρώ κατ' ανώτατο όριο με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών. 'Όλα τα οικονομικά μέτρα που προαναφέρθηκαν είχαν ενταχθεί στις δέσμες μέτρων οι οποίες είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.

Για τους λόγους αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) που θεσπίσθηκαν με νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 δεν παρίσταντο, καταρχήν -και μάλιστα προδήλως-απρόσφορα και μη αναγκαία για να επιτευχθούν οι οικονομικοί στόχοι που προαναφέρθηκαν (ΟλΑΠ 1/2021, ΟλΣτΕ 3372/2015, ΟλΣτΕ 668/2012, ΑΠ 77/2022).

Στον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων α) 11 παράγραφος 1 του ν. 3698/2008 (Φ.Ε.Κ. Α 198/2-10-2008), το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 94 παράγραφος 1 του ν. 2127/1993, 66 παράγραφος 1 εδάφιο δ του ν. 4002/2011 (Φ.Ε.Κ.

Α 180), 14 Β παράγραφος 1 περίπτωση δ και παράγραφος 2 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314) και 1 παράγραφοι 1 και 4, 10 παράγραφος 8 της Κ.Υ.Α. 188763/2011 (Φ.Ε.Κ. Β 2284/13-10-2011) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Υ.Α. 280583/2008 (ΦΕΚ Β 1552/5-8-2008), β) 1 παράγραφος 5 του ν. 3833/2010, τρίτο παράγραφοι 4 και 6 του ν. 3845/2010, γ) 2 του ν. 3899/2010 το οποίο προσέθεσε την παράγραφο 18 στο άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010, δ) 55 παράγραφος 23 α του ν. 4002/2011, ε) 15 παράγραφος 1 του ν. 4024/2011, στ) 4 παράγραφος 5, 22 και 25 του Συντάγματος και ζ) 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, διότι δέχθηκε ότι η μείωση στις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων - οι οποίοι παρείχαν εξαρτημένη εργασία σε αυτό - για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2010 έως και 31-12-2012 σε εκτέλεση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν δεν ήταν σύννομες, επειδή α) το αναιρεσείον δεν αποτελεί φορέα της γενικής κυβέρνησης με συνέπεια να μην υπάγεται στις διατάξεις των νόμων που επέβαλαν μειώσεις στις αποδοχές του προσωπικού του και, επιπλέον, ότι εν πάση περιπτώσει β) οι ίδιοι νόμοι είναι αντίθετοι με τα άρθρα 22 και 25 του Συντάγματος και του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως ειδικότερα αναφέρει σε αυτόν.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δέχθηκε τα εξής :"(...): Ο Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος συστήθηκε με το άρθρο 94 του ν. 2127/6-4-1993 και το πρώτο Δ.Σ. ορίστηκε την 8-12-1993, ενώ οι πρώτοι υπάλληλοι της κεντρικής υπηρεσίας προσλήφθηκαν την 18-4-1994, οπότε ο Οργανισμός άρχισε να λειτουργεί και στην πράξη.

Ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (...), είχε διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, και τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ο Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "Ελληνικό Οργανισμό Γάλακτος και Κρέατος" σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 3698/2008 νόμο (ΦΕΚ 198/2-10-2008 τ.

Α), ο οποίος είναι καθολικός διάδοχος του πρώτου. Σημειωτέον ότι ο ΕΛΟΓΑΚ δεν χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά έχει δικά του έσοδα που προκύπτουν από την καταβολή "ειδικής εισφοράς" 0,75% επί της αξίας του εισκομιζόμενου γάλακτος από τις βιομηχανίες - βιοτεχνίες, καθώς και από την καταβολή εισφοράς 0,2% στην ανά κιλό αξία όλων των ειδών κρέατος.

Ο σκοπός του ΕΛΟΓ, ο οποίος λειτουργούσε κατ' επιταγήν της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης , προσδιορίζεται από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 94 του Ν. 2127/1993, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2332/1995 και συμπληρώθηκε από την παράγραφο 3 του άρθρου 15 του ν. 3399/2005 και την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του ν. 3698/2008 και είναι:

α) η διαχείριση του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος, όπως αυτό αρχικά θεσμοθετήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/1992, β) η εφαρμογή της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας για την ποιότητα του αγελαδινού, πρόβειου και γίδινου γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, την έρευνα και διαφήμιση καθώς και τις λοιπές δραστηριότητες στον τομέα του γάλακτος των παραπάνω περιπτώσεων και των γαλακτοκομικών προϊόντων, γ) η χρηματοδότηση της λειτουργίας και η λειτουργία Εργαστηρίων Ελέγχου Ποιότητας Γάλακτος και Γαλακτοκομικών Προϊόντων, η χρηματοδότηση των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς για την ανάλυση και τις δοκιμασίες του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων καθώς και η χρηματοδότηση της Εθνικής Επιτροπής γάλακτος για τη συνδρομή της στη Διεθνή Ομοσπονδία Γάλακτος, την οργάνωση συνεδρίων, την πραγματοποίηση μελετών και ερευνητικών εργασιών καθώς και την διοικητική εξυπηρέτηση του έργου της Επιτροπής, δ) η άσκηση συμβουλευτικού ρόλου προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για θέματα που αφορούν τον τομέα του αγελαδινού, πρόβειου και γίδινου γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και η συμμετοχή του σε διεθνείς οργανισμούς και επιτροπές για θέματα της αρμοδιότητάς του, ε) η άσκηση παρεμβατικού ρόλου στην αγορά του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, στ) η διενέργεια έρευνας στον τομέα του γάλακτος για λογαριασμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ή άλλου δημόσιου οργανισμού ή για λογαριασμό επ' αμοιβή ιδιώτη χρήστη των επιστημονικών υπηρεσιών, ζ) Η διενέργεια ισοζυγίων κρέατος, προκειμένου να εξασφαλισθεί η προέλευση και το είδος του παραγόμενου και διακινούμενου κρέατος.

Το πεδίο έρευνας, για τη διενέργεια της οποίας οι σχετικές μετρήσεις θα γίνονται στα θεσμοθετημένα όργανα του ΕΛΟΓ αφορά: ι) Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του γάλακτος και τις ποσοτικές αποδόσεις της ελληνικής κτηνοτροφίας σε σχέση με τη χλωρίδα κάθε γεωγραφικής περιοχής, το παρεχόμενο σιτηρέσιο και τη φυλή των ζώων, ιι) Τη μικροβιακή χλωρίδα του παραγόμενου γάλακτος σε σχέση με την κατάσταση υγείας των ζώων, την υγιεινή των σταυλικών εγκαταστάσεων και τις συνθήκες άμελξης, διατήρησης, διαχείρισης και μεταφοράς του γάλακτος για επεξεργασία, ιιι) Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το χαρακτηρισμό του γάλακτος ή των παραγομένων από αυτό γαλακτοκομικών προϊόντων ως προϊόντων βιολογικής γεωργίας ή Προϊόντων Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π.), η) Η πραγματοποίηση εκδηλώσεων, η προώθηση και η προβολή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην εγχώρια και διεθνή αγορά.

Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 338920/2001 υπουργική απόφαση, η οποία τροποποίησε την αντίστοιχη 20381/97 υπουργική απόφαση, ..."κάθε αγοραστής αγελαδινού, πρόβειου και γίδινου γάλακτος είναι υποχρεωμένος : Να τηρεί για το κάθε είδος γάλακτος λογιστικά στοιχεία και να διατηρεί αυτά για τουλάχιστον 3 έτη. Να θέτει στη διάθεση των υπαλλήλων του ΕΛΟΓ, οι οποίοι θα διενεργούν τακτικούς ετήσιους ή έκτακτους ελέγχους, κάθε είδους στοιχείο ή πληροφορία που θα αφορά την αγορά, επεξεργασία και παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων.

Σε περίπτωση που ο αγοραστής δεν ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, επιβάλλονται κυρώσεις. Επίσης η υπ' αριθμ. 20381/97 υπουργική απόφαση , η οποία τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 597/1998, ορίζει ρητά για τη διαδικασία γνωστοποίησης των εισκομισθέντων ποσοτήτων γάλακτος τα εξής : "Κάθε αγοραστής αγελαδινού, πρόβειου και γίδινου γάλακτος είναι υποχρεωμένος στο τέλος κάθε οικονομικού έτους και το αργότερο μέχρι την 15 Φεβρουάριου, να αποστείλει στον ΕΛΟΓ πλήρως συμπληρωμένη και σφραγισμένη συγκεντρωτική κατάσταση των συνολικών ατομικών εισκομίσεων που πραγματοποίησε το προηγούμενο έτος κάθε παραγωγός (δηλ.

από 1/1 μέχρι 31/12) από τον οποίο αγόρασε γάλα και μάλιστα ξεχωριστά για το κάθε είδος. Ακολούθως και σύμφωνα με την υπ' αρ. 296113/2006 απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όλοι οι αγοραστές γάλακτος, οι μονάδες μεταποίησης ή και εμπορίας του γάλακτος, μονάδες τυποποίησης - συσκευασίας γαλακτοκομικών προϊόντων και οι παραγωγοί -κτηνοτρόφοι που μεταποιούν το γάλα της κτηνοτροφικής τους εκμετάλλευσης είναι υποχρεωμένοι να αποστέλλουν στον ΕΛΟΓ κάθε μήνα, το αργότερο ως το τέλος του επόμενου μηνός συμπληρωμένη τη "Μηνιαία Δήλωση Ισοζυγίου Γάλακτος", στην οποία καταχωρούνται:

α) όλες οι ποσότητες γάλακτος που παρελήφθησαν από .... με πλήρη περιγραφή της σύνθεσης, της χώρας προέλευσης κ.λ.π., β) όλα τα παραγόμενα προϊόντα από επεξεργασία γάλακτος του μηνός κατά κατηγορία και ποσότητα, γ) όλες οι ποσότητες πρώτων υλών ή ημικατεργασμένων προϊόντων με ακριβή ονομασία και σύνθεση που διατίθενται σε τρίτους.

Οι παραπάνω μονάδες ελέγχονται: α) για τη νόμιμη χρήση όλων των ειδών γάλακτος ως πρώτης ύλης [...]. συμβατικής υποχρέωσης για τη μη χρησιμοποίηση πρώτων υλών προέλευσης Τρίτων Χωρών, γ) για την ορθότητα των ισχυρισμών των εταιρειών για τη γεωγραφική προέλευση της πρώτης ύλης που χρησιμοποιήθηκε στην παραγωγή συγκεκριμένων γαλακτοκομικών προϊόντων.

Η διαδικασία του ελέγχου αυτού ανατέθηκε στον ΕΛΟΓΑΚ, τα αποτελέσματα του οποίου κοινοποιούνται στη Διεύθυνση Ζωικής Παραγωγής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και όταν διαπιστώνονται παραβάσεις επιβάλλονται κυρώσεις από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα. Επίσης, με τα άρθρα 12 και 13 του ν. 3698/2008 θεσμοθετήθηκε η επιβολή ειδικής εισφοράς 0,2% στην ανά κιλό αξία όλων των ειδών κρέατος, εγχώριου και εισαγόμενου και τροποποιήθηκε η ειδική εισφορά 1% επί της τιμής του εισκομιζόμενου στις βιομηχανίες-βιοτεχνίες αγελαδινού και αιγοπρόβειου γάλακτος που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 94 του ν. 2127/1993, όπως ισχύει, η οποία μειώνεται σε 0,75% στην ανά κιλό αξία όλων των ειδών γάλακτος.

Ο ΕΛΟΓ λειτούργησε με βάση τον Κανονισμό οργανωτικής διάρθρωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 2362/1994 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 92/1994) και τον Κανονισμό Κατάστασης προσωπικού που εγκρίθηκε για πρώτη φορά με την υπ' αρ. 2308/1994 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 184/1994) και για δεύτερη φορά με την υπ' αρ. 332651/2001 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 192/2001), ο οποίος ισχύει μέχρι και την 5/8/2008, οπότε και αντικαταστάθηκε με την 280583/2008 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 1552/5-8-2008 τ.

Β). Ακολούθως, με το άρθρο 66 του ν. 4002/2011 §1 εδ. δ' συγχωνεύονται σε ενιαίο φορέα με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ Δ." (εφεξής ΕΛΓΟ - Δ.) τα νομικά πρόσωπα με την επωνυμία ΕΘΙΑΓΕ, Ο.Γ.Ε.Ε.Κ.Α. Δ., Ο.Π.Ε.ΓΕ.Π. και ΕΛΟΓΑΚ. Στη συνέχεια με το ΦΕΚ 2284/13-10-2011 στο οποίο δημοσιεύτηκε η υπ' αριθμ. 188763/2011 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και τροφίμων, στο άρθρο 1 παρ.1 και 3 της οποίας "Ιδρύεται ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ "Δ."", με έδρα την Αθήνα και "συγχωνεύονται στο πλαίσιο του Οργανισμού αυτού και δ) ο Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος και Κρέατος (ΕΛΟΓΑΚ)".

Οι υπάλληλοι του ΕΛΟΓΑΚ, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στον ΕΛΓΟ - Δ., εξακολουθούν μέχρι την κατάρτιση Ειδικού Μισθολογίου του νέου Οργανισμού, σύμφωνα με τη 10 § 8 διάταξη της υπ' αριθμ. 188763/2011 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και τροφίμων, να λαμβάνουν τις αποδοχές τους με τους όρους που τις ελάμβαναν κατά την έναρξη ισχύος της παραπάνω υπουργικής απόφασης, δηλαδή το μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού, του κάθε φορέα που συγχωνεύεται, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση από την 280583/2008 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 1552/5-8-2008 τ.

Β). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του προαναφερθέντος Κανονισμού, όπως αυτός εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 280583/ΦΕΚ 1552, Τεύχος Β, 5-8-2008 (κατόπιν τροποποίησης του άρθρου 17 του αρχικού υπ' αριθμ. 332651/ ΦΕΚ 192, τεύχος Β728-2-2001 Κανονισμού): "Για τις αποδοχές τόσο του τακτικού όσο και του εποχιακού προσωπικού εφαρμόζεται ο ν. 3205/2003 "Μισθολογικές Ρυθμίσεις λειτουργών του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων, όπως αυτός τροποποιείται, μεταβάλλεται ή αντικαθίσταται κατά περίπτωση.

Χορηγούνται επίσης σε όλους τους υπαλλήλους του ΕΛΟΓ τρία επιδόματα: α) το επίδομα εξομάλυνσης, το οποίο ανέρχεται στο 35% τον βασικού μισθού του υπαλλήλου, β) το επίδομα ειδικής παροχής ύψους 176,00 ευρώ, γ) το επίδομα εργαζομένων σε οθόνες οπτικής καταγραφής". Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται μέχρι σήμερα, ο νέος φορέας ΕΛΓΟ-Δ., διατηρεί τέσσερα διαφορετικά μισθολόγια, όσοι και οι φορείς που συγχωνεύτηκαν, σε ό,τι δε αφορά όλους τους ενάγοντες εξακολουθούν να αμείβονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως και όταν εργάζονταν στον ΕΛΟΓΑΚ.

Τόσο ως υπάλληλοι του ΕΛΟΓΑΚ όσο και στη συνέχεια ως υπάλληλοι του ΕΛΓΟ-Δ., οι ενάγοντες δέχθηκαν τρεις διαδοχικές μειώσεις στις αποδοχές τους, οι οποίες είναι μη νόμιμες. Πιο αναλυτικά: Α) 1η Μείωση Στο πλαίσιο εφαρμογής του Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο νόμος 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης".

Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 που τιτλοφορείται "μείωση αποδοχών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα", ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε ΝΠΙΔ που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παρ. 1, 2 ή και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α 314), μειώνονται κατά ποσοστό 7%.

Τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά 30%, αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, την υπηρεσιακή εξέλιξη, τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους". (1η μείωση), Σημειωτέον ότι η αιτιολογική έκθεση του ν. 3833/2010 αναφέρει ότι: "(...) το σχέδιο νόμου που κατατίθεται στη Βουλή των Ελλήνων για να ψηφισθεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, αποτελεί τη συντονισμένη δράση της Κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών.....

Καθίσταται αναγκαία η λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημοσίων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων". Β) 2η Μείωση Στη συνέχεια, ψηφίστηκε ο ν. 3845/6-5-2010, σχετικά με τα "μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο".

Στην ίδια φιλοσοφία με την προηγούμενη διάταξη το άρθρο 3 με τίτλο "μέτρα για τη μείωσή των δημοσίων δαπανών" και στην § 4 ορίζει: Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του εδ.

α' της παρ.5 του άρθρου 1 τον ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό 3%. Από τη μείωση του προηγούμενου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, την υπηρεσιακή εξέλιξη, τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. 6.

Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς υπαλλήλους και μισθωτούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4 καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ.5, καθορίζονται ως εξής:

Α) το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε 500,00 ευρώ, Β) το επίδομα εορτών Πάσχα σε 250,00 ευρώ, Γ) το επίδομα αδείας σε 250,00 ευρώ. Οι διατάξεις τον άρθρου 3 ισχύουν από 1-6-2010." (2ημείωση) , Με βάση τις ως άνω διατάξεις το εναγόμενο αποφάσισε την περικοπή των αποδοχών των εναγόντων με βάση την παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010.

Κατ' αυτόν τον τρόπο από 1η Ιανουάριου 2010 άρχισε να καταβάλει τις αποδοχές τους με περικοπή της τάξεως του 7% αυτών (...) και με πρόσθετη μείωση της τάξεως του 3% από 1η Ιουνίου 2010. Σχετικά με τις δύο παραπάνω μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων το αντίδικο και ο προκάτοχός του (ΕΑΟΓΑΚ) θεώρησε ότι ανήκει στους φορείς που αναφέρονται στην παρ.5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, δηλαδή στα ΝΠΙΔ:

α) που ανήκουν στο κράτος ή β) επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή γ) είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παρ. 1, 2 ή 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν αποκλειστικά και μόνο τα ΝΠΙΔ με το χαρακτήρα που προαναφέρθηκε. Η ερμηνεία αυτή δεν είναι ορθή. Καταρχήν, [η περίπτωση υπό στοιχείο β' αποκλείεται (...)], διότι ο Οργανισμός δεν επιχορηγείται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Όσον αφορά την υπό στοιχείο α' περίπτωση, έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις περί του κρίσιμου κριτηρίου για τον χαρακτηρισμό ενός ΝΠΙΔ ως κρατικού. Όμως, με βάση το σκεπτικό δύο αποφάσεων, ήτοι της υπ' αριθμ. 513/2003 απόφασης του ΣτΕ και της υπ' αριθμ. 972/2002 του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, προκύπτει ρητά ότι αποφασιστικό κριτήριο για την υπαγωγή ενός ΝΠΙΔ στο Δημόσιο κι άρα στο κράτος, συνιστά το αν χρηματοδοτείται από το Δημόσιο.

Σύμφωνα με την πρώτη υπ' αριθμ. 513/2003 απόφαση του ΣτΕ: "Στο Δημόσιο τομέα υπάγονται τα ΝΠΙΔ που έχουν δημόσιο χαρακτήρα, ήτοι αυτά που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς. Τέτοιο χαρακτήρα έχουν εκείνα τα ΝΠΙΔ τα οποία είτε έχουν ιδρυθεί από το ίδιο το κράτος, δηλαδή με πράξη δημόσιας εξουσίας (νόμο, διάταγμα, υπουργική απόφαση που τα συνιστά και τα εντάσσει στην υπηρεσία του) είτε ανήκουν στο δημόσιο υπό ευρεία έννοια κι εκείνο που έχει καθοριστική σημασία είναι, ανεξάρτητα από τον τρόπο ίδρυσής τους, το κατά πόσο φορέας του συνόλου ή της πλειοψηφίας των κεφαλαίων τους είναι το κράτος ή άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα".

Σύμφωνα με τη δεύτερη υπ' αριθμ. 972/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου: "Η υπαγωγή ενός ΝΠΙΔ στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν κρίνεται από την υπαγωγή του ή μη σε αυτό με διάταξη νόμου, αλλά κρίνεται από τον τρόπο σύστασής του, τους σκοπούς που επιδιώκει, τη χρηματοδότησή του κατά κύριο λόγο από το Δημόσιο κ.λπ.". Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΕΛΟΓΑΚ χρηματοδοτείται από δικούς του πόρους, χωρίς να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, πράγμα που σημαίνει ότι δεν εμπίπτει στην υπό στοιχείο α' περίπτωση.

Ειδικότερα, η χρηματοδότηση του Οργανισμού στηρίζεται αποκλειστικά στα δικά του έσοδα, όπως αυτά προκύπτουν από την καταβολή της ειδικής εισφοράς 1% επί της αξίας του εισκομιζόμενου (αγελαδινού, πρόβειου, γίδινου) γάλακτος από τις βιομηχανίες - βιοτεχνίες. Ήδη με το Ν. 3698/2008 η εισφορά 1% επί της τιμής του εισκομιζομένου στις βιομηχανίες - βιοτεχνίες αγελαδινού και πρόβειου γάλακτος έχει μειωθεί στο 0,75% στην ανά κιλό αξία όλων των ειδών γάλακτος.

Ο ΕΛΟΓΑΚ δημιουργήθηκε και εξυπηρετεί τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΚ 3950/1992 και 854/2004 κατά τους οποίους κρίνεται απαραίτητη η διενέργεια επίσημων ελέγχων στην παραγωγή νωπού γάλακτος, ώστε να ελέγχεται η συμμόρφωση προς τα κριτήρια και τους στόχους της κοινοτικής νομοθεσίας.

Σύμφωνα με τον κανονισμό ΕΚ αρ. 882/2004 η Αρμόδια Αρχή (Γεν. Δ/νση Κτηνιατρικής) μπορεί να αναθέτει τους επίσημους ελέγχους σε φορέα ελέγχου, ο οποίος εργάζεται και διαπιστεύεται σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και είναι αμερόληπτος και ανεπηρέαστος από ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων. Ο ΕΛΟΓΑΚ έχει επιφορτιστεί με το έργο αυτό των αμερόληπτων ελέγχων του νωπού γάλακτος.

Ο φορέας επομένως που διεξάγει τους ελέγχους δεν θα πρέπει να είναι κρατικός και δεν θα επιχορηγείται με κανένα τρόπο και μέσο από τον κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να διασφαλίζεται τυπικά και ουσιαστικά η ανεξαρτησία του. Για το λόγο αυτό ουδέποτε επιχορηγήθηκε ή χρηματοδοτήθηκε και με κανένα ποσό από τον κρατικό μηχανισμό.

Επιπλέον, δεδομένου ότι το ποσό των εισφορών είναι ανελαστικό, το περίσσευμα που ενδεχομένως προκύψει από τη μείωση των αποδοχών του προσωπικού του Οργανισμού μπορεί να εγείρει ζητήματα μείωσης των εισφορών στον οργανισμό από τους αντίστοιχους επαγγελματικούς φορείς. Αυτό θα έχει ως συνέπεια να εξασθενήσει το επενδυτικό πρόγραμμα του Οργανισμού που συμβάλλει στην ανταποδοτικότητα αυτού, αλλά και στην τόνωση της οικονομίας γενικότερα.

Σημειωτέον, ότι οι επαγγελματικοί φορείς που συμβάλλουν με τις εισφορές τους στον Οργανισμό θεωρούν ότι η επιστροφή των πόρων προς αυτούς μέσω των υπηρεσιών που προσφέρει ο ΕΛΟΓΑΚ (εργαστηριακή υποδομή, έλεγχοι, πάταξη του φαινομένου των "ελληνοποιήσεων") αποτελεί και τον ουσιαστικό λόγο για τον οποίο καταβάλλουν την εισφορά τους.

Ενδέχεται, λοιπόν, η υποβάθμιση των υπηρεσιών που προσφέρει ο ΕΛΟΓΑΚ να επιφέρει [ανέλεγκτες] αντιδράσεις. Επίσης, η εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.5 του ν. 3833/2010 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 22 και 25 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ). [...].

Στη συγκεκριμένη περίπτωση της μείωσης των αποδοχών των εναγόντων, κανένας λόγος δημοσίου συμφέροντος δεν προβάλλεται, αλλά ούτε και υπάρχει, ούτε καν με την έννοια του απλού ταμειακού συμφέροντος του Δημοσίου, αφού το Δημόσιο δεν χρηματοδοτεί τη λειτουργία του Οργανισμού και δεν σχετίζεται με κανέναν τρόπο με τη μισθοδοσία των εναγόντων.

Επομένως, καθώς ο Οργανισμός είναι αυτοχρηματοδοτούμενος, η μείωση των αποδοχών των εναγόντων μόνο μείωση σε δημόσια έσοδα θα επιφέρει, λόγω της μείωσης αντιστοίχως και της φορολογίας τους και της μείωσης των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία, χωρίς να συνεισφέρει με κανέναν τρόπο στη βελτίωση των δημοσιονομικών στοιχείων.

Επομένως, η περικοπή των αποδοχών των εναγόντων με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις αντίκειται στο άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ. Επιπλέον, η μείωση των αποδοχών τους με βάση της διατάξεις που προαναφέρθηκαν αντίκειται και στο άρθρο 25 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή στην αρχή της αναλογικότητας (...).

Στην προκείμενη περίπτωση η αρχή της αναλογικότητας προσβάλλεται (...) στο βαθμό που η μείωση των αποδοχών των εναγόντων δεν επιδρά στη δημοσιονομική κατάσταση του κράτους, δεν στηρίζεται καμία αναγκαιότητα για το μέτρο, ώστε να μην είναι στη συνέχεια δυνατόν να στηριχθεί η καταλληλότητα και αναλογικότητά του.

Άλλωστε, από πουθενά δεν προκύπτει πώς η μείωση των αποδοχών των εναγόντων συντελεί στη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, ώστε να κριθεί η καταλληλότητα του μέτρου, η αναγκαιότητά του και τέλος η αναλογικότητα δηλαδή η κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων τους και, μάλιστα, χωρίς αυτή να έχει χρονικό περιορισμό και περιοδικό χαρακτήρα ή έστω να αντισταθμίζεται από κάποιο υπέρτατο όφελος.

Επομένως, η εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του Ν. 3833/2010 και 3845/2010 στην περίπτωση των εναγόντων αντίκειται σαφώς στο άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της ΕΣΔΑ, και στα άρθρα 22 παρ.1 και 25 παρ.1 δ του Συντάγματος.

Συνεπώς, το εναγόμενο προέβη παρά το νόμο σε περικοπή των αποδοχών τους και για το λόγο αυτό πρέπει να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τη διαφορά των αποδοχών που προκύπτει από τις αποδοχές που τους κατέβαλε σε σχέση με αυτές που θα έπρεπε να τους καταβάλει αν δεν είχαν λάβει χώρα οι περικοπές βάσει του άρθρου 1 παρ.5 του Ν. 3833/2010 και άρθρου 3 Ν.3845/2010.

Γ) 3 η Μείωση Στη συνέχεια, με το νόμο 3899/2010 (ΦΕΚ 212Α/17-12-2010), ο οποίος επέφερε ορισμένες σημαντικές τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στο ν. 3429/2005 και στο ν. 3845/2010, επήλθε νέα μείωση κατά 10% του συνόλου των αποδοχών των εναγόντων, για όσους υπαλλήλους οι μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν το ποσό των 1.800,00 ευρώ. (3η μείωση) Ο νέος ως άνω νόμος, με τίτλο "Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Προγράμματος Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας", επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005, στο οποίο υπάγονται πλέον και τα ΝΠΙΔ που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση, σύμφωνα με το ν. 2362/1995.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 Β του ν. 2362/1995, η Γενική Κυβέρνηση περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού, τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών. Η Κεντρική Κυβέρνηση περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση (δηλαδή την Προεδρία της Κυβέρνησης, τα Υπουργεία, τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και τις Ανεξάρτητες Αρχές), τα ΝΠΔΔ, καθώς και τα ΝΠΙΔ που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Κεντρική Διοίκηση.

Σύμφωνα δηλαδή με το γράμμα του νόμου, απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάγεται ένα ΝΠΙΔ στην Κεντρική Κυβέρνηση και κατ' επέκταση στη Γενική, είναι να ελέγχεται και να χρηματοδοτείται από την Κεντρική Διοίκηση. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις λειτουργούν σωρευτικά και όχι διαζευκτικά. Επομένως, από τη στιγμή που ο ΕΑΟΓΑΚ δεν χρηματοδοτείται από την Κεντρική Διοίκηση, δεν πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση προκειμένου να ενταχθεί στους φορείς της γενικής κυβέρνησης.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι περικοπές αφορούν οργανισμούς που επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό σε τακτική βάση.

Συνεπώς, εφόσον υπάρχει αυτοτέλεια των εσόδων συγκεκριμένου οργανισμού ή φορέα δεν πρέπει να γίνεται περικοπή, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται για τους οργανισμούς ή φορείς που έχουν μεν ιδρυθεί κατόπιν κρατικής ρυθμίσεως ή παρεμβάσεως, αλλά αντλούν τα έσοδά τους από πηγές μη κρατικές και πάντως δεν λαμβάνουν οποιοσδήποτε μορφής επιχορήγηση ή έμμεση χρηματοδότηση από το Δημόσιο ή από Οργανισμό του Δημοσίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο έχει μεν ιδρυθεί με κρατική παρέμβαση, ωστόσο, η χρηματοδότησή του - συμπεριλαμβανομένων και των δαπανών μισθοδοσίας - λαμβάνει χώρα αποκλειστικά από ίδια έσοδα. Πιο συγκεκριμένα, έως το 2011 που ο Οργανισμός συγχωνεύθηκε σε ενιαίο φορέα με την επωνυμία ΕΛΓΟ - Δ., δεν επιβάρυνε καθόλου τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ μετά τη συγχώνευση αυτή και πάλι οι εργαζόμενοι του πρώην ΕΛΟΓΑΚ εξακολουθούν να αμείβονται από τα έσοδα των πόρων του ΕΛΟΓΑΚ και δεν επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

Άλλωστε, ο ΕΛΟΓΑΚ δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στις διατάξεις του ως άνω νόμου από μόνο το γεγονός ότι τα έσοδά του είναι θεσμοθετημένα με συγκεκριμένες αποφάσεις και συνεπώς έχουν προβλεφθεί από το Δημόσιο, καθώς υπάρχουν κι άλλοι φορείς (συμβολαιογράφοι, άμισθοι υποθηκοφύλακες, εταιρίες του Δημοσίου ή των ΟΤΑ), οι οποίοι έχουν μεν εκ του νόμου τη δυνατότητα είσπραξης προκαθορισμένων με αποφάσεις αμοιβών, αλλά προδήλως δεν εντάσσονται στις ρυθμίσεις του συγκεκριμένου νόμου.

Επομένως και σύμφωνα πάντα με τη διάταξη της § 3 του άρθρου 1 Β του ν. 3871/2010 ο ΕΛΟΓΑΚ δεν πληροί τα προβλεπόμενα κριτήρια και συνακόλουθα εσφαλμένα εντάχθηκε στο Μητρώο Φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Επειδή στο Μητρώο των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, όπως ορίζει το παραπάνω άρθρο, η Κεντρική Κυβέρνηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Κεντρική Διοίκηση.

Επειδή σύμφωνα με τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις, οι φορείς που υπάγονται στο εν λόγω Μητρώο, υποχρεούνται να αποστέλλουν στην Ελληνική Στατιστική Αρχή οικονομικά στοιχεία, προκειμένου τα στοιχεία αυτά να αποτελούν δικαιολογητικό για την καταβολή της επιχορήγησης. Επειδή ο ΕΛΟΓΑΚ ουδέποτε χρηματοδοτήθηκε και ούτε τώρα δικαιούται να λάβει οποιαδήποτε επιχορήγηση από το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που υποχρεωτικά απαιτεί ο νόμος και αφορά τους λοιπούς φορείς του Μητρώου.

Ακόμη, από τον ίδιο το σκοπό του νόμου 3833/2010, όπως αποδίδεται στον τίτλο του "Προστασία Της Εθνικής Οικονομίας - Επείγοντα Μέτρα για την αντιμετώπιση της Δημοσιονομικής Κρίσης", προκύπτει ότι η μείωση των αποδοχών του προσωπικού ενός φορέα, όπως του ΕΛΟΓΑΚ, ο οποίος, όντας αυτοχρηματοδοτούμενος, δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν θα ωφελήσει το κράτος, αντιθέτως η μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων του επιφέρει μείωση των αντίστοιχων εισφορών για τα ασφαλιστικά ταμεία και την εφορία.

Δεδομένου, λοιπόν, ότι η χρηματοδότηση του ΕΛΟΓΑΚ δεν προέρχεται από το Δημόσιο αλλά και ότι δεν έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει τα ελλείμματά του από τον κρατικό προϋπολογισμό αποκλείεται η εκ του νόμου υπαγωγή του στον ευρύτερο δημόσιο τομέα υπό την έννοια της οικονομικής εξάρτησης.

Συνεπώς ο ΕΛΟΓΑΚ -ως αυτοχρηματοδοτούμενος οργανισμός- δεν ανήκει και στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης και για το λόγο αυτό η τρίτη μείωση της τάξεως του 10% για τις αποδοχές που υπερβαίνουν το ποσό των 1.800,00 ευρώ δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί στους ενάγοντες. Επειδή σύμφωνα με τα παραπάνω ο ΕΛΟΓΑΚ δεν καλύπτει σε καμία περίπτωση το επιβαλλόμενο υποχρεωτικά κριτήριο που θέτει ο νόμος για την ένταξή του στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης και επομένως μη νόμιμα επιβάλλεται και αυτή η μείωση.

Δ) 4η Μείωση Η επόμενη μείωση ήρθε με το ν. 4002/2011 και εφαρμόστηκε από τον Ιούλιο 2011 που αφορά στην Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - θέματα αρμοδιότητας Υπουργείων Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και ειδικότερα στο άρθρο 55 αναφέρει ρητά: 23.

Μειώνονται από 1.7.2011 κατά ποσοστό: α) 50% το ποσό της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν.3205/2003 (Α' 297), όπως ισχύει, β) 30% το ποσό της παραγράφου 3 του άρθρου 47 του ν.3205/2003, όπως ισχύει, γ) 25% τα ποσά της περίπτωσης II του εδαφίου γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 38 και της περίπτωσης ί του εδαφίου γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν.3205/2003, όπως ισχύουν.

δ) (...). Η α' περίπτωση της § 23 του άρθρου 55 αφορά τη μείωση κατά 50% του κινήτρου απόδοσής του, άρθρου 12 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003. Με την ίδια λογική των περιπτώσεων Α και Β των μειώσεων και επειδή οι αμοιβές των εναγόντων υπολογίζονται με βάση το ν. 3205/2003 προέβησαν και στη μείωση αυτή, παρ' όλο που η διάταξη αφορά τους υπαλλήλους Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.

Ε) 5η Μείωση (μόνο στους κτηνίατρους) Στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο νόμος 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015".

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4024/2011, προβλέφθηκε ανώτατο όριο επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας μέχρι του ποσού των 150,00 ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μείωση αυτή αφορά μόνο όσους από τους ενάγοντες είναι κτηνίατροι και λάμβαναν το επίδομα αυτό με ποσοστό στο βασικό μισθό τους. Ειδικότερα, το επίδομα αυτό λάμβαναν με την ιδιότητα του κτηνίατρου μόνο δύο από τους ενάγοντες, η Χ.

Μ. και ο Θ. Π. και υπολογιζόταν σε ποσοστό 30% επί του μισού του βασικού τους μισθού. Η ως άνω διάταξη περιόρισε το ποσοστό θεσμοθετώντας ως ανώτατο όριο το ποσό των 150,00 ευρώ. Στους πίνακες που ακολουθούν προκύπτει με σαφήνεια η μείωση του επιδόματος στον καθένα από τους ενάγοντες. Και η ρύθμιση αυτή αναφέρεται σε εργαζόμενους νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή σε ν.π.δ.δ.

ή σε Ο.Τ.Α. κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους ή επιχορηγούνται τακτικά κατά τις κείμενες διατάξεις από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους. Στους πίνακες που ακολουθούν αναγράφονται το όνομα του καθενός από τους ενάγοντες και την ειδικότητα με την οποία απασχολούνται (...)".

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις παραδοχές του αυτές παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 94 παράγραφος 1 του ν. 2127/1993, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του ν. 3698/2008 (ΦΕΚ Α 198/2-10-2008), 14 Β παράγραφος 1 εδάφιο δ του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314/27-12-2005), 1, 2, 3, 4, 9 και 10 της Κ.Υ.Α. 188763/2011 (Φ.Ε.Κ.

Β 2.284/13-10-2011) - η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 Β παράγραφοι 1 δ και παράγραφος 2 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314/27-12-2005), 94 παράγραφος 2 του ν. 2127/1993, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του ν. 2332/1995 και συμπληρώθηκε με τους ν. 3399/2005 και 3698/2008 - 1 Β του ν. 2362/1995, το οποίο προστέθηκε σε αυτόν με το άρθρο 2 ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α 141), 1 παράγραφος 5 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παράγραφος 5 του ν. 3842/2010 (Φ.Ε.Κ.

Α 58/23-4-2010), τρίτο παράγραφοι 4 και 6 του ν. 3845/2010, 2 του ν. 3899/2010 που προσέθεσε παράγραφο 18 στο άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010, 45 παράγραφος 8 του ν. 3943/2011, 11 του ν. 3832/2010 για τη σύσταση της ΕΣΤΑΤ, 55 παράγραφος 23 α του ν. 4002/2011 και 15 του ν. 4024/2011 και υπέπεσε επομένως στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, επειδή α) το αναιρεσείον αποτελούσε φορέα της γενικής κυβέρνησης και εν πάση περιπτώσει ως δημόσιο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ανήκε στο κράτος και επομένως υπαγόταν στις διατάξεις των νόμων που προαναφέρθηκαν.

Οι ίδιοι εξάλλου νόμοι - οι οποίοι επέβαλαν μειώσεις στις αποδοχές των εργαζομένων και στο αναιρεσείον - δεν είναι αντίθετοι με τα άρθρα 22, 25 του Συντάγματος και του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα: Το αναιρεσείον, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, είχε υπαχθεί ρητά στο δημόσιο τομέα σύμφωνα με τα άρθρα 94 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 2127/1993, 14 Β παράγραφος 1 εδάφιο δ και παράγραφος 2 εδάφιο α του ν. 3429/2005, 1, 2, 3, 4 και 9 της Κ.Υ.Α. 188763/2011 (Φ.Ε.Κ.

Β 2.284/13-10-2011) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 Β παράγραφοι 1 δ και παράγραφος 2 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314/27-12-2005), όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο. Οι ίδιες εξάλλου διατάξεις όριζαν ρητά ότι το αναιρεσείον, το οποίο ιδρύθηκε από το Κράτος και ανήκει σε αυτό, λειτουργούσε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, εποπτευόταν και ελεγχόταν από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο οποίος μάλιστα διόριζε τα όργανα της διοίκησής του, χρηματοδοτείτο κατά κύριο λόγο από το Δημόσιο και από διεθνείς οργανισμούς και επιτελούσε δημόσιο σκοπό.

Τα στοιχεία αυτά στην προκειμένη περίπτωση χαρακτήριζαν με σαφήνεια το αναιρεσείον ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με δημόσιο χαρακτήρα. Το αναιρεσείον, επιπλέον, είχε υπαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 8 του ν. 3943/2011 κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και, συγκεκριμένα, για τα έτη 2010, 2011 και 2012 στο Μητρώο Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από την Ελληνική Στατιστική Αρχή με διοικητικές πράξεις που δεν είχαν προσβληθεί ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών Δικαστηρίων και για το λόγο αυτό παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μάλιστα δεν ερεύνησε σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΚΠολΔ το κύρος τους. Το αναιρεσείον επομένως ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο κατά το άρθρο 1Β παράγραφος 3 του ν. 2362/1995 ελεγχόταν και χρηματοδοτείτο κυρίως από την Κεντρική Διοίκηση, υπαγόταν εκ του νόμου στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υπό την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 και εν πάση περιπτώσει υπαγόταν στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκαν στο Κράτος υπό την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 5 του ν. 3833/2010.

Το αναιρεσείον συνεπώς ενέπιπτε στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων των άρθρων 1 παράγραφος 5 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παράγραφος 5 του ν. 3842/2010, και τρίτο παράγραφος 4, 6 και 18 του ν. 3845/2010 (πρβλ. την ΟλΑΠ 5/2022 ως προς τις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης). Η υπαγωγή περαιτέρω ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μπορεί να εξαρτάται από το αν συντρέχουν κατά περίπτωση λειτουργικά κριτήρια που μπορούν να προσδώσουν τέτοιο χαρακτήρα σε αυτό - όπως, ενδεικτικά, από το αν συστάθηκε με πράξη νομοθετικού οργάνου ή με πράξη που εκδίδεται κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, από το αν ο σκοπός του είναι δημόσιος η κοινωφελής, όπως αυτός προσδιορίζεται στη συστατική του πράξη, από τον τρόπο που επιλέγεται ή διορίζεται η διοίκησή του, από το δημόσιο χαρακτήρα της περιουσίας του, από το αν το κράτος ασκεί εποπτεία σε αυτό, από τον τρόπο με τον οποίο ενεργείται ο υπηρεσιακός και διαχειριστικός του έλεγχος, από τον τρόπο κατά τον οποίο προσλαμβάνεται το προσωπικό του και σύμφωνα με τον οποίο διέπεται και υπηρεσιακή του κατάσταση, από το αν έχει δικονομικά ή άλλα προνόμια και ατέλειες που προσιδιάζουν στο Δημόσιο κ.λπ. - μόνον, όμως, αν η νομική του φύση ως δημοσίου νομικού προσώπου δεν προβλέπεται από ρητή διάταξη του νόμου (πρβλ.

ΑΠ 1245/2022, ΣτΕ 2497/2013 σκέψη 7 στο τέλος). Η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή που ακολούθησε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τη ρύθμιση του νόμου ο οποίος ρητά είχε εντάξει το αναιρεσείον στο δημόσιο τομέα και είχε ορίσει μάλιστα με ειδικές, κανονιστικές, διατάξεις και τα επιπλέον χαρακτηριστικά του τα οποία πιστοποιούσαν το δημόσιο χαρακτήρα του.

Οι διατάξεις εξάλλου των άρθρων 1 παράγραφος 5 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 παράγραφος 5 του ν. 3842/2010, και τρίτο παράγραφος 4, 6 και 18 του ν. 3845/2010, 55 παράγραφος 23 α του ν. 4002/2011 και 15 του ν. 4024/2011 δεν είναι αντίθετες τόσο με τις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 23, 25 και 106 του Συντάγματος, όσο του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επειδή οι μειώσεις στις αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποτέλεσαν ένα αναγκαίο - κατά την εκτίμηση του νομοθέτη μέτρο - για να αντιμετωπισθούν οι επείγουσες εκείνη την περίοδο οικονομικές ανάγκες της Χώρας και να βελτιωθεί στο μέλλον γενικά η δημοσιονομική της κατάσταση.

Ο νομοθέτης, δηλαδή, θέσπισε τις συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις από σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Οι μειώσεις μάλιστα στις αποδοχές των εργαζομένων ήταν πρόσφορες και αναγκαίες για να αντιμετωπισθεί η σοβαρή οικονομική και δημοσιονομική κρίση στην οποία είχε περιέλθει η Χώρα από το έτος 2010.

Οι μειώσεις εξάλλου αυτές αποτέλεσαν ένα από τα περισσότερα μέτρα (οικονομικά, δημοσιονομικά, διαρθρωτικά κ.λπ.) που είχε λάβει ο νομοθέτης με σκοπό να εξέλθει η Χώρα από την οικονομική κρίση. Η δυσμενής μάλιστα αυτή οικονομική κατάσταση της Χώρας δεν αντιμετωπίσθηκε μόνον με τη μείωση των δαπανών μισθοδοσίας των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά με την επιβολή και άλλων οικονομικών, διαρθρωτικών και δημοσιονομικών μέτρων.

Οι ρυθμίσεις επομένως που προαναφέρθηκαν δεν είναι αντίθετες τόσο στην αρχή της αναλογικότητας, όσο και στην αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη (ΑΠ 563/2022). Ο έλληνας νομοθέτης επομένως δικαιολογημένα, δηλαδή από λόγους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς, έλαβε και τα νομοθετικά μέτρα που προαναφέρθηκαν με αποτέλεσμα η επέμβασή του στα περιουσιακά δικαιώματα και των αναιρεσιβλήτων να έχει επαρκές έρεισμα (ΕΔΔΑ, απόφαση της 18-2-2009 στην υπόθεση Andrejeva κατά Λετονίας, σκέψη 86, ΕΔΔΑ, απόφαση της 21 Φεβρουάριου 1986 στην υπόθεση James κ.ά.

κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 46). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 580 παράγραφος 3 εδάφιο α ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκειμένη περίπτωση μετά την αναίρεση της υπ' αριθμό 13.176/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναβίωσε η εκκρεμοδικία της από 20-2-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3346/2-3-2017 έφεσης που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι-εκκαλούντες κατά της υπ' αριθμό 2384/21-3-2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο είχε απορρίψει την από 27-12-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 20399/28-12-2012 αγωγή που είχαν ασκήσει οι εκκαλούντες-ενάγοντες κατά του εφεσιβλήτου-εναγομένου ως μη νόμιμη.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ η αγωγή την οποία είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά του αναιρεσείοντος ήταν πράγματι μη νόμιμη. Μετά από αυτό η υπόθεση - επειδή δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση - θα κρατηθεί και θα δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).

Η από 20-2-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3346/2-3-2017 έφεση επομένως που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι-εκκαλούντες κατά της υπ' αριθμό 2384/21-3-2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - το οποίο κατέθεσε προτάσεις - τόσο της παρούσας αναιρετικής δίκης, όσο και της δίκης ενώπιον του δικαστηρίου του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι ηττήθηκαν στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 παρ. 1, 191 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-7-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10344-1126/10-7-2020 αίτηση για αναίρεση κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ' αριθμό 5.789/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

Αναιρεί την υπ' αριθμό 13.176/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Κρατεί και δικάζει την από 20-2-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 103/2-3-2017 έφεση που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι-εκκαλούντες κατά της υπ' αριθμό 2384/21-3-2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης

Απορρίπτει στην ουσία την έφεση

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων ορίζει για την παρούσα αναιρετική δίκη στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) Ευρώ και, επιπλέον, για τη δίκη ενώπιον δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στο ποσό των εννιακοσίων (900) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρίσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ