Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling employer's refusal to accept services is not a valid ground for appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the employer's refusal to accept the workers' services was a procedural error, but the court held this was not a valid ground for appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 and 106 of the Code of Civil Procedure; The refusal of a new employer to accept services does not constitute a valid ground for appeal as it is not an independent claim with decisive impact on the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1398 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1398/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Ι. Κ. Ε. με την επωνυμία «O. Ι. Ο. Μ. Ι. Ι. Κ. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Παπανικολάου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. Κ. του Β., κατοίκου ... 2) Χ. Α. του Ι., κατοίκου ... και 3) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Τζιαφέττα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 13290/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1601/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 7-9-2018 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 227/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε και παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 636/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-5-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1578/ 178/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 636/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζοντας κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης ενώπιόν του με την υπ' αριθ. 227/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία (έφεση) στρεφόταν κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 13290/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς τη δεύτερη εναγομένη, η από 29-3-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5031/2017) αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά 1) της (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. Ι. Π. - Ο. Α. Ε." και 2) της ήδη αναιρεσείουσας Μονοπρόσωπης Ι.Κ.Ε. και β) αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη δεύτερη εναγομένη, δέχθηκε ως προς αυτήν την αγωγή και διέταξε όσα αναφέρονται κατωτέρω. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 29-3-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5031/2017) αγωγή κατά 1) της (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. Ι.
Π. - Ο. Α. Ε." και 2) της Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "O. Ι. Π. Μ. Ι. Κ. Ε." και ήδη "O. Ι. Ο. Μ. Ι. Ι. Κ. Ε.", ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στις 2-6-2008 μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγομένης, η οποία είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας οδοντικής υγείας, προσελήφθησαν από αυτήν, προκειμένου να της παρέχουν τις υπηρεσίες τους, υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στην αγωγή, ως βοηθός οδοντιάτρου οι πρώτη και τρίτη εξ αυτών και ως υπάλληλος γραφείου η δεύτερη, στο πολυοδοντιατρείο που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή της ....
Ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη συνεχώς από την πρόσληψή τους έως την 5-1-2017, οπότε αυτή κατήγγειλε εγγράφως και χωρίς προειδοποίηση τις συμβάσεις εργασίας τους. Ότι μοναδικός οδοντίατρος και βασικός μέτοχος της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, με ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής 51%, ήταν ο Α.
Γ.. Ότι στις 2-11-2016 ο τελευταίος, κατά παράβαση του άρθρου 8 του καταστατικού της πρώτης εναγομένης, συνέστησε τη δεύτερη εναγομένη Μονοπρόσωπη ΙΚΕ, με έδρα τη ..., στην οποία μετέφερε τον κινητό εξοπλισμό και το ηλεκτρονικό πρόγραμμα πελατολογίου της πρώτης, καθώς και μέρος του προσωπικού της, ενώ ο ίδιος (Α.
Γ.) παρέχει έκτοτε τις υπηρεσίες του ως οδοντίατρος στην εν λόγω ΙΚΕ, η οποία εμφανίζεται ως συνέχεια της πρώτης εναγομένης, που έπαυσε να λειτουργεί. Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στη δεύτερη και συνακόλουθα μεταβολή του προσώπου του εργοδότη αυτών (εναγουσών).
Ότι η εκ μέρους της πρώτης εναγομένης καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, στις 5-1-2017, είναι άκυρη, διότι αφενός μεν τους καταβλήθηκε μέρος μόνο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, αφετέρου δε, αυτή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης των πρώτης και τρίτης εξ αυτών.
Με βάση το ως άνω ιστορικό ζητούσαν α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τους όρους που έχουν συνομολογηθεί με τις ένδικες συμβάσεις, και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2017 έως 2-6-2017 (ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η υπ' αριθ. 13290/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τη δεύτερη εναγομένη, καθόσον κρίθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε επέλθει μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στη δεύτερη, έγινε δεκτή δε ως προς την πρώτη εναγομένη, αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η εκ μέρους της καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας από τον χρόνο της καταγγελίας έως την 2-6-2017 (ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 2.695,44 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 1.813,82 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 1.626,92 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που αφορούν οι μισθοί υπερημερίας.
Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγουσες άσκησαν την από 24-10-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 113884/4399/2017) έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής, ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η υπ' αριθ. 1601/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των εκκαλουσών, έγινε δε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη - εναγομένη, εξαφανίστηκε ως προς αυτήν η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση κατά το εκκληθέν σκέλος της, έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη, καθόσον κρίθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση είχε επέλθει μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης σ' αυτήν, αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών και υποχρεώθηκε η δεύτερη εναγομένη α) να απασχολεί τις ενάγουσες με τους ίδιους όρους, που ίσχυαν προ της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και β) να καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας από την 5-1-2017 (ημερομηνία καταγγελίας) έως την 2-6-2017 (ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 2.695,44 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 1.813,82 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 1.626,92 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που αφορούν οι μισθοί υπερημερίας.
Κατά της απόφασης αυτής η δεύτερη των εφεσιβλήτων - εναγομένων άσκησε την από 7-9-2018 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 227/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1601/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Η ως άνω απόφαση αναιρέθηκε για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα επειδή, όπως αναφέρει η αναιρετική απόφαση, "... το εφετείο διέλαβε στην 1601/2018 απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή (ή μη) εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002, αναφορικά με τη συνδρομή (ή μη) περιπτώσεως μεταβιβάσεως επιχειρήσεως από τη (μη διάδικο) εταιρεία "E. A.E." στην ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία "O.
Ι. Π. Μ. Κ. Ε.". Ειδικότερα, ως προς τα στοιχεία της απασχολήσεως ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού (προσωπικού) της "E. A.E." από την αναιρεσείουσα, καθώς και της μεταβιβάσεως ή μη της πελατείας της "E. A.E." στην αναιρεσείουσα, που είναι καθοριστικές ενδείξεις μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, το εφετείο, ενώ, στην αρχή, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα "ανέλαβε μέρος του προσωπικού και πελατεία της", στη συνέχεια, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα "ανέλαβε το υπόλοιπο προσωπικό και την πελατεία της".
Έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αναιρετικώς, εάν τα στοιχεία, που μεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα, ήταν ικανά (ή όχι) για την πραγματοποίηση του ίδιου σκοπού, όπως δηλ. τον επεδίωκε η εταιρεία "E. A.E.", η οποία, κατά τις παραδοχές, "διατηρούσε οργανωμένο πολυοδοντιατρείο" και "παρείχε οδοντιατρικές υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας προς το κοινό, έναντι αμοιβής, έχουσα ...
βοηθητικό παραϊατρικό προσωπικό, γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη και υπηρεσία ενημέρωσης των ασθενών (πελατών)". Επομένως το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ...". Ακολούθως, με την υπ' αριθ. κατάθεσης 2511/2203/22-9-2021 κλήση των εκκαλουσών - εναγουσών επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η από 24-10-2017 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 113884/4399/2017) έφεσή τους κατά της υπ' αριθ. 13290/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνον ως προς τη δεύτερη των εφεσιβλήτων - εναγομένων Μονοπρόσωπη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία με την επωνυμία "O. Ι. Ο. Μ. Ι. Ι. Κ. Ε.", εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 636/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τη δεύτερη των εναγομένων - εφεσιβλήτων, έγινε δεκτή ως προς αυτήν η αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών και υποχρεώθηκε η δεύτερη εναγομένη α) να απασχολεί τις ενάγουσες με τους ίδιους όρους, που ίσχυαν προ της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, και β) να καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας από την 5-1-2017 (ημερομηνία καταγγελίας) έως την 2-6-2017 (ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 2.695,44 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 1.813,82 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 1.626,92 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που αφορά κάθε μισθός υπερημερίας.
Κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 636/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης άσκησε η δεύτερη των εφεσιβλήτων - εναγομένων, ήδη αναιρεσείουσα, την υπό κρίση (νέα) αίτηση αναίρεσης.
Ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 559 αριθ. 18, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος δεχόμενος τον σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί εάν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση.
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1176/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 534/2015, 1708/2014).
Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτή, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 1176/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 923/2017, ΑΠ 201/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με το κύριο σκέλος των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, ήτοι της μη συμμόρφωσης προς την αναιρετική απόφαση.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή, όπως προεκτέθηκε, με την υπ' αριθ. 227/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθ. προηγούμενη 1601/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτή, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στους κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002, χωρίς όμως να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτών.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 764/2016 ΑΠ 1398/2010).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 208/2011).
Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 913/2005, ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν (ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 1011/2018).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2053/2014).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, ΑΠ 887/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το επικουρικό σκέλος των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης, καθώς και με τους τρίτο, τέταρτο και ένατο (τελευταίο) λόγους αναίρεσης (εκ των οποίων ο ένατος φέρει τον τίτλο "Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ)", ωστόσο από το περιεχόμενό του προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω ανυπαρξίας, ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της μεταβίβασης (ή μη) της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στη δεύτερη, ενώ με τους πέμπτο και έβδομο λόγους αναίρεσης προσάπτεται σ' αυτήν η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 656 εδ.
α', 349 και 350 ΑΚ, αντίστοιχα. Όσον αφορά το επικουρικό σκέλος των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης, καθώς και τους τρίτο, τέταρτο και ένατο λόγους αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθόσον αφενός δεν αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου η προσβαλλόμενη απόφαση, αφετέρου δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, αλλ' αντιθέτως παρατίθενται μεμονωμένες, αποσπασματικές παραδοχές αυτής, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας.
Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον αφενός δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποίησε η προσβαλλόμενη απόφαση τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφετέρου ουδόλως παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Όσον αφορά δε τον έβδομο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 656 εδ.α', 349 και 350 ΑΚ, κρίνεται επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, αλλ' αντιθέτως παρατίθενται μεμονωμένες, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 22/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, είχε μεταξύ άλλων ως αίτημα, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να απασχολούν τις ενάγουσες σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν με τις συμβάσεις εργασίας τους, πλην όμως το αίτημα τούτο είναι αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, καθόσον οι εναγόμενες εταιρείες είναι δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα με διαφορετική έδρα το καθένα και ειδικότερα, η πρώτη εξ αυτών εδρεύει στην Καλαμαριά και η δεύτερη στη ..., συνεπώς δεν είναι εφικτή η ταυτόχρονη ή έστω παράλληλη απασχόληση των εναγουσών από αμφότερες τις εναγόμενες, ωστόσο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτό το ανωτέρω αίτημα, αντί να απορρίψει τούτο ως απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "E. Ι. Π. - Ο. Α. Ε." δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δίκασε κατόπιν παραπομπής της προκειμένης υπόθεσης σ' αυτό με την υπ' αριθ. 227/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου και εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 636/2022 απόφασή του με διαδίκους αφενός τις εκκαλούσες - ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες, και αφετέρου την εφεσίβλητη - δεύτερη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, ενώ η πρώτη εναγομένη δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω αναιρετική απόφαση ούτε στην κατ' έφεση (κατόπιν παραπομπής) δίκη.
Και τούτο, διότι, όπως προελέχθη, η αγωγή είχε γίνει δεκτή ως προς την πρώτη εναγομένη με την υπ' αριθ. 13290/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και υποχρεώθηκε αυτή να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση, η οποία κατέστη τελεσίδικη ως προς τις ανωτέρω διατάξεις της μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1601/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκηθείσα έφεση των εναγουσών κατά το σκέλος της που αφορούσε την πρώτη εναγομένη, ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτών.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Μονοπρόσωπη ΙΚΕ δια του μοναδικού μετόχου της εκδήλωσε τη βούλησή της να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες των εναγουσών, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες με την αγωγή τους δεν είχαν προβάλει ισχυρισμό περί πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας τους και μη αποδοχής της από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και τούτο, διότι σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης ο νέος εργοδότης (ο οποίος εν προκειμένω είναι η αναιρεσείουσα εταιρεία) υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από την υπερημερία του αρχικού εργοδότη, στην περίπτωση τυχόν άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εργαζομένου, ενώ ο τελευταίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του στο νέον εργοδότη (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 1116/2021, ΑΠ 227/2021).
Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1578/ 178/2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 636/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ