1398/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο-Εισηγητή, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1398/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως γεγονότα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1398 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1398/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο-Εισηγητή, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 1838/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26 Απριλίου 2016, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 649/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος, και προβαίνει με πράξη παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον προς το σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός.
Ως γεγονότα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.
Όταν, όμως, εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη, που είχε από πριν ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης [ΑΠ 310/2016, ΑΠ 1089/2015].
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση.
Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ’ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Το έγγραφο πρέπει να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με την χρήση του έννομες συνέπειες. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 233 εδ.
α του ΠΚ, δικηγόρος ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από την παραπάνω διάταξη (233 εδ. α) προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου απαιτείται α) η ιδιότητα του δράστη ως δικηγόρου ή άλλου νομικού συμπαραστάτη β) η ανάθεση σ’ αυτόν υποθέσεως με εντολή ή με έμμισθη εντολή ακόμη και ενέργεια στα πλαίσια της εντολής, που η υπόθεση μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη γ) η από πρόθεση πρόκληση βλάβης των συμφερόντων εκείνου, του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, η οποία μπορεί να μην είναι αποκλειστικά περιουσιακή, δ) ενέργεια στα πλαίσια του επαγγέλματος του δικηγόρου και όχι άσχετη με αυτό.
Η βλάβη, με την επέλευση της οποίας περατούται το αδίκημα, είναι δυνατόν να επέλθει τόσο από ενέργεια δικηγόρου, όσο και από παράλειψη. (ΑΠ 703/2016, ΑΠ 680/2014, ΑΠ 816/2012, ΑΠ 1099/2010, ΑΠ 1182/2004). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 1838/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το εν λόγω Δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται σε αυτή, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα: <<Στην Αθήνα, το Φθινόπωρο του 2004, ο κατηγορούμενος, δικηγόρος Αθηνών (ήδη αναιρεσείων), ανέλαβε, βάσει συμβάσεως εντολής με τη Μ.
Ο. Ε., την έκδοση, κατά την άσκηση των δικηγορικών του καθηκόντων, του διαζυγίου της ανωτέρω, έναντι αμοιβής του που συμφωνήθηκε σε 2.400 ευρώ συνολικά, το οποίο ποσό και του καταβλήθηκε. Παρά το γεγονός ότι σε ουδεμία ενέργεια προέβη για την υλοποίηση της παραπάνω εντολής, προκειμένου να μην επιστρέψει το ανωτέρω ποσό στην εντολίδα του, όπως, λόγω μη εκτέλεσης της εντολής, για την υλοποίηση της οποίας του είχε καταβληθεί, όφειλε να είχε πράξει και δικαιούταν η εντολίδα του να αναζητήσει και, συνεπώς, να αποκομίσει ισόποσο περιουσιακό όφελος, το οποίο, όμως, λόγω μη εκτέλεσης της εντολής, δεν δικαιούταν, παρέστησε επανειλημμένως στην εντολίδα του την περίοδο 15-10-2008/8-2-2009, ότι είχε υλοποιήσει την παραπάνω εντολή της, έχοντας προβεί σ’ όλες τις αναγκαίες για τούτο δικαστικές ενέργειες, ότι είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση διαζυγίου της ανωτέρω και ότι, σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, είχε μεριμνήσει και είχε εκδοθεί από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και το κατωτέρω διαζευκτήριό της, το οποίο και της παρέδωσε.
Οι παραστάσεις, όμως, αυτές του κατηγορουμένου προς την ανωτέρω εντολίδα του ήταν ψευδείς, καθόσον αυτός σε ουδεμία των παραπάνω ενεργειών είχε προβεί και, συγκεκριμένα, ούτε αγωγή διαζυγίου είχε συντάξει και καταθέσει, ούτε δικαστική απόφαση λύσης του γάμου της εντολίδας του είχε εκδοθεί, ούτε, φυσικά, κατόπιν αυτών, είχε εκδοθεί διαζευκτήριο της ανωτέρω Ιεράς Αρχιεπισκοπής για την εντολίδα του, ενώ εκείνο που της παρέδωσε, ήταν πλαστό, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω.
Σκοπός των ψευδών αυτών παραστάσεων του κατηγορουμένου προς την παραπάνω εντολίδα του ήταν να μη επιστρέψει αυτός, όπως όφειλε και να μη διεκδικήσει η εντολίδα του, όπως δικαιούταν, το παραπάνω ποσό και, συνεπώς, να παρακρατήσει το ποσό τούτο και να αποκομίσει ισόποσο περιουσιακό όφελος, το οποίο, όμως, δεν δικαιούταν, αφού δεν είχε προβεί καν στις παραπάνω ενέργειες, για τη διενέργεια των οποίων του είχε καταβληθεί.
Ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω ενέργειές του με δόλια προαίρεση, καθόσον αφενός μεν γνώριζε, ότι σε ουδεμία ενέργεια εκτέλεσης της ανωτέρω εντολής είχε προβεί, ότι, λέγοντας στην εντολίδα του όλα όσα παραπάνω της είπε και παραδίδοντάς της το ανωτέρω πλαστό διαζευκτήριο, τις παριστά τα γεγονότα αυτά, ότι τα εν λόγω γεγονότα ήταν ψευδή, αφού σε ουδεμία των ανωτέρω, αναγκαίων για την υλοποίησή τους, πράξη είχε προβεί, ότι, εξαιτίας των ψευδών αυτών παραστάσεών του, προσπορίζει στον εαυτό του, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, το παραπάνω όφελος των 2.400 ευρώ και ότι, για τους λόγους που επίσης προεκτέθηκαν, δεν δικαιούταν το εν λόγω όφελος και, συνεπώς, ότι αυτό ήταν παράνομο για τον ίδιο και αφετέρου ήθελε να προβεί στις παραπάνω ψευδείς προς την εντολίδα του παραστάσεις, προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του το παραπάνω παράνομο περιουσιακό όφελος.
Εξάλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας στη διάθεσή αναφερόμενο στο διατακτικό της απόφασης αυτής διαζευκτήριό της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, που αφορούσε τους Η. X. Σ. και Ε. Π. Ζ. και με το οποίο λυόταν πνευματικά ο μέχρι τότε μεταξύ των ανωτέρω γάμος, έσβησε από τις οικείες θέσεις του διαζευκτηρίου αυτού τα ονοματεπώνυμα και τα λοιπά στοιχεία ταυτότητας των ανωτέρω προσώπων που αφορούσε και περιέχονταν στο εν λόγω διαζευκτήριό και έθεσε στις οικίες θέσεις τους τα ονοματεπώνυμα της ανωτέρω εντολίδος του αφενός και του συζύγου αυτής Δ.
Ρ. αφετέρου, όπως και τα λοιπά απαιτούμενα στοιχεία ταυτότητας τούτων. Με τον τρόπο αυτό, το παραπάνω διαζευκτήριό, τα λοιπά στοιχεία του οποίου αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, φερόταν, ότι αφορούσε τους ανωτέρω Μ. Ε. και Δ. Ρ. και ότι έλυνε πνευματικά το γάμο τούτων, ενώ, στην πραγματικότητα, πριν την παραπάνω ενέργεια του κατηγορουμένου, στην αρχική του δηλαδή και κανονική του μορφή, αφορούσε και έλυνε πνευματικά το γάμο των Η.
X. Σ. και Ε. Π. Ζ.. Ήτοι, ενώ, πριν την παραπάνω επέμβαση στο κείμενό του του κατηγορουμένου, αποτελούσε γνήσιο μεν διαζευκτήριό, αλλά μόνο για τους Η. X. Σ. και Ε. Π. Ζ., μετά την επέμβαση του κατηγορουμένου φερόταν ότι αφορούσε τους Μ. Ε. και Δ. Ρ., τους οποίους όμως δεν αφορούσε. Με τον τρόπο αυτό, ο κατηγορούμενος κατάρτισε εξ υπαρχής, καθόσον μέχρι τότε, πάντα ως προς τους Μ.
Ε. και Δ. Ρ., δεν υπήρχε, το ανωτέρω διαζευκτήριό, το οποίο, ως προς τους ανωτέρω, ήταν πλαστό, καθόσον φερόταν να έχει εκδοθεί από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και από τα αναφερόμενα στο διατακτικό, αρμόδια για τούτο, όργανά της και με τα λοιπά εκεί επίσης αναφερόμενα στοιχεία του, ενώ, στην πραγματικότητα, είχε εκδοθεί, εξαιτίας της παραπάνω αλλαγής των ονοματεπωνύμων των ανωτέρω, από τον αναρμόδιο για τούτο κατηγορούμενο.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, αφού πλαστογράφησε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, το παραπάνω διαζευκτήριο, κάνοντας χρήση του, παρέδωσε στις 8-2-209 έγχρωμο φωτοαντίγραφο αυτού, ως το πρωτότυπό του, στην ανωτέρω εντολίδα του, προκειμένου να πείσει αυτή ότι είχε υλοποιήσει την εντολή της για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, καθώς επίσης και για το ότι είχε λυθεί και πνευματικά ο γάμος της και συνεπώς για το ότι μπορούσε αυτή να προχωρήσει εγκύρως και νομίμως στη σύναψη ετέρου γάμου, όπως και, πράγματι, έπραξε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω.
Ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω ενέργειές του με δολία προαίρεση, καθόσον αφενός μεν γνώριζε, ότι, με τις ενέργειές του αυτές, καταρτίζει εξ υπαρχής, καθόσον μέχρι τότε δεν υπήρχε, το ανωτέρω διαζευκτήριο, ότι πράττει τούτο για να παραπλανήσει την εντολίδα του και τα αρμόδια για τη σύναψη γάμων όργανα της Πολιτείας, ότι έχει λυθεί και πνευματικά ο γάμος της εντολίδας του και του ανωτέρω συζύγου της και, συνεπώς, ότι είναι δυνατή η σύναψη ετέρου γάμου εκ μέρους αυτών, ήτοι περί των εν λόγω, με τις παραπάνω έννομες συνέπειες, γεγονότων και αφετέρου ήθελε να καταρτίσει με τον παραπάνω τρόπο το εν λόγω πλαστό έγγραφο, προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση του τους προαναφερθέντες επί των ανωτέρω, με τις παραπάνω έννομες συνέπειες, γεγονότων, καθώς επίσης και ότι κάνει χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, προκειμένου να πετύχει τον παραπάνω σκοπό.
Τέλος, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε, ότι ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε, ότι η εντολίς του επρόκειτο, βάσει των παραπάνω παραστάσεων και ενεργειών του για πνευματική δήθεν λύση του γάμου της, να προβεί στη σύναψη νέου γάμου, στον οποίο, μάλιστα, ήταν καλεσμένος και ο ίδιος και προέβλεψε, ότι, αφού, στην πραγματικότητα, ο προηγούμενος γάμος της δεν είχε λυθεί, όπως πεπλανημένα, λόγω των παραστάσεών του, πίστευε, κινδύνευε να διωχθεί για διγαμία, εντούτοις προέβη στις παραπάνω απατηλές παραστάσεις και ενέργειές του, αποδεχθείς το βλαπτικό τούτο για την εντολίδα του αποτέλεσμα, καίτοι, αντιθέτως, είχε αναλάβει, κατά τα προεκτεθέντα, τη νομική προστασία και υπεράσπιση των συμφερόντων της, ο κίνδυνος δε διώξεως της εντολίδος του ήταν υπαρκτός, καθόσον αυτή στις 14-2-2009, εξαιτίας των παραπάνω ψευδών παραστάσεων του κατηγορουμένου, τέλεσε νέο γάμο και έτσι διέτρεξε πραγματικό κίνδυνο να διωχθεί για διγαμία.
Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ’ όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, πρωτίστως δε στην απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος αποδέχεται μεν όλα όσα προαναφέρθηκαν, πλην ισχυρίζεται, ότι υπαίτιος των παραπάνω εις βάρος της εντολίδος του εκνόμων ενεργειών ήταν, όχι ο ίδιος, αλλά κατονομαζόμενος συνεργάτης του στο δικηγορικό του γραφείο.
Ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται πειστικός, πλην άλλων, διότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα κατονόμαζε το συνεργάτη του, όχι για πρώτη φορά σήμερα, όπως πράττει, αλλά πολύ ενωρίτερα, σε χρόνο που δεν θα είχαν παραγραφεί οι παραπάνω, ως προς το συνεργάτη του, αξιόποινες πράξεις. Επίσης, στην ίδια αυτή περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές του, η εντολίς του γνώριζε, ότι με την υπόθεσή της ασχολείται ο συνεργάτης του, θα στρεφόταν κατά του τελευταίου και όχι εναντίον ενός εν γνώσει της αθώου, όπως εμφανίζεται ο κατηγορούμενος.
Τέλος, στην ίδια αυτή περίπτωση, ο μάρτυρας της εντολίδος του, που, κατά τους ισχυρισμούς του, προσήλθε για να εξεταστεί από το συνεργάτη του, δεδομένου ότι ήταν αδύνατη η εξέτασή του, αφού δεν είχε καν κατατεθεί αγωγή, οπωσδήποτε θα ενημέρωνε σχετικά την εντολίδα του. Ενόψει τούτων, η προεκτεθείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά την υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται, των οποίων, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, δεδομένου ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασής τους, τα οποία και προεξετέθησαν, αφού, όμως, αναγνωρισθεί, ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι αυτός, μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή>>.
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο του ότι <<με την πρόθεσή του, ως δικηγόρος, στην Αθήνα: α) κατά το χρονικό διάστημα από 15 Οκτωβρίου 2008 έως και 8 Φεβρουάριου 2009, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ενώ ως δικηγόρος είχε αναλάβει το Φθινόπωρο του έτους 2004 να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη λύση του γάμου της Ε.
του Ο. και του συζύγου Ρ. Δ., καθώς και την άσκηση αγωγής αναθέσεως της επιμελείας και επιδικάσεως σ’ αυτήν διατροφής για την ανήλικη θυγατέρα της και ενώ είχε λάβει ως προκαταβολή για την αμοιβή του το ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) € και κατά τας αρχάς του 2005 το ποσό επίσης των χιλίων διακοσίων (1.200) €, μη έχοντας κατά τα επόμενα έτη προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς εκτέλεση της εντολής και προκειμένου να διατηρήσει παρανόμως την κατά τα ανωτέρω εισπραχθείσα αμοιβή του, με συνεχή και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην εντολίδα του ότι είχε προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες και ότι είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση λύσεως του γάμου της, καθώς και διαζευκτήριο από τον κατά τόπο αρμόδιο Μητροπολίτη.
Με την απατηλή συμπεριφορά του έπεισε την εντολίδα του να παραλείψει να ασκήσει τη νόμιμη αξίωσή της προς επιστροφή του ποσού της αμοιβής που του είχε καταβάλει και να υποστεί ως εκ τούτου ισόποση περιουσιακή βλάβη και ο ίδιος να αποκομίσει παρανόμως αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, β) Σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από τα μέσα Οκτωβρίου 2008 έως την 8η Φεβρουάριου 2009, ενώ είχε αναλάβει την εντολή να ασκήσει αίτηση για τη λύση του γάμου της εντολίδος του και του ανωτέρω συζύγου της και ενώ δεν είχε εκτελέσει την εντολή, παρότι είχε λάβει προκαταβολικά ως αμοιβή το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2400) €, κατήρτισε εξ αρχής πλαστό διαζευκτήριο, φερόμενο ως εκδοθέν την 29η Δεκεμβρίου 2008 από την ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΘΗΝΩΝ και με το οποίο εφέρετο ότι εκηρύσσετο και πνευματικώς λελυμένος ο γάμος μεταξύ της εντολίδος του και του ανωτέρω συζύγου της, αποσκοπώντας με τη χρήση του να παραπλανήσει την εντολίδα του ότι είχε επέλθει η νομική και πνευματική λύση του γάμου της.
Το ανωτέρω πλαστό έγγραφο καταρτίστηκε με τη συμπλήρωση επί εντύπου διαζευκτηρίου των μη προτυπωμένων στοιχείων στις προβλεπόμενες θέσεις και συγκεκριμένα με την αναγραφή (α) στη θέση του αριθμού της εισαγγελικής παραγγελίας, του αριθμού "31178/2008", (β) στη θέση της δικαστικής αποφάσεως, των στοιχείων "3323/5-12-2008" του εν Αθήναις ΜΟΝ.
Πρωτοδικείου, (γ) στη θέση αναγραφής της ημερομηνίας αμετακλήτου, της ημερομηνίας "5-12-2008", (δ) στη θέση αναγραφής των στοιχείων των συζύγων, των στοιχείων της εντολίδος του και του ανωτέρω συζύγου της και (ε) στη θέση αναγραφής του φερομένου ως λυθέντος γάμου μετά τη λέξη "τελεσθέντα", της φράσεως "ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΗ 06/06/1998 ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΗΣ ΥΠ ΑΡΙΘ ...
ΑΔΕΙΑΣ ΓΑΜΟΥ ΠΡΩΤΟΝ (Α) ΔΙ ΑΜΦΟΤΕΡΟΥΣ". Μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση, ο κατηγορούμενος έθεσε, ως ημερομηνία εκδόσεως, την "29η Δεκεμβρίου 2008", φερόμενα όλα τα ανωτέρω ως τεθέντα από τον αρμόδιο υπάλληλο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Ακολούθως, την 8η Φεβρουάριου 2009 ο κατηγορούμενος με τον ανωτέρω σκοπό, της παραπλανήσεως δηλαδή της εντολίδος του ως προς τη νομική και πνευματική λύση του γάμου της, της παρέδωσε έγχρωμη φωτοτυπία του ανωτέρω πλαστού διαζευκτηρίου, την οποία εμφάνισε ως το πρωτότυπο έγγραφο.
Η φωτοτυπία αυτή προσκομίστηκε από την εντολίδα του σε ιερέα, ο οποίος, παραπλανηθείς ως προς τη γνησιότητα, ιερούργησε την 14η Φεβρουάριου 2009 θρησκευτικό γάμο μεταξύ της εντολίδος του και του Ζ. Κ. Τα στοιχεία της εισαγγελικής παραγγελίας και της δικαστικής αποφάσεως που ανεγράφησαν από τον κατηγορούμενο επί του καταρτισθέντος απ’ αυτόν πλαστού διαζευκτηρίου, καθώς και η δήθεν ημερομηνία εκδόσεώς του είναι ακριβώς τα ίδια με το γνήσιο διαζευκτήριο, που είχε εκδοθεί για την πνευματική λύση γάμου τρίτων, ήτοι των Η.
Σ. του Χ. και Ε. Ζ. του Π., κατά τη συζήτηση δε στο Δικαστήριο της αιτήσεως επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω δικαστική απόφαση, είχε παρασταθεί ως πληρεξούσιος των διαδίκων ο Μ. Κ., ο οποίος συστεγαζόταν επαγγελματικά με το κατηγορούμενο. Και γ) την 8η Φεβρουάριου 2009, ενώ είχε αναλάβει, ως δικηγόρος, την υποχρέωση να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, για την έκδοση του διαζυγίου της εντολίδος του και στη συνέχεια για την έκδοση διαζευκτηρίου, προς τέλεση νέου γάμου απ’ αυτή και ενώ σε ουδεμία ενέργεια είχε προβεί, κατήρτισε το πιο πάνω αναφερόμενο πλαστό διαζευκτήριο και διαβεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς την εντολίδα του ότι ο γάμος της είχε λυθεί, ότι είχε εκδοθεί διαζευκτήριο και ότι μπορούσε να τελέσει δεύτερο γάμου.
Πεισθείσα η εντολίς του στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του, τέλεσε την 14η Φεβρουάριου 2009 νέο γάμο, με συνέπεια να καταστεί δίγαμη και να διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε ποινική δίωξη>>. Καταδικάστηκε δε σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27, 233, 216 παρ. 1 και 386 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή παραδοχές.
Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, αιτιολογείται, επαρκώς ο τρόπος, με τον οποίο ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων έδρασε στην τέλεση των παραπάνω πράξεων με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης.
Ακόμη, Α) παρατίθενται αναφορικά με την πράξη της απάτης ο σκοπός του αναιρεσείοντα-κατηγορούμενου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, η εν γνώσει αυτού παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η βλάβη ξένης περιουσίας και δη της αναφερόμενης εγκαλούσας Μ. Ε. η οποία, βλάβη, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντα, Β) εξειδικεύεται με σαφήνεια και πληρότητα σε τί συνίσταται η κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, ήτοι του διαζευκτηρίου, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε την 29 Δεκεμβρίου 2008 από την ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΘΗΝΩΝ και με το οποίο φερόταν ότι κηρυσσόταν και πνευματικώς λυμένος ο γάμος μεταξύ της ως άνω εντολίδος του Μ.
Ε. και του συζύγου της Δ. Ρ., ενώ, με πληρότητα αιτιολογείται και ο δόλος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα, καθώς και ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση του εν λόγω πλαστού διαζευκτηρίου την ανωτέρω εγκαλούσα ότι είχε επέλθει η νομική και πνευματική λύση του γάμου της με τον ως άνω σύζυγό της Δ. Ρ., έγχρωμη φωτοτυπία του οποίου, εμφανίζοντάς το ως το πρωτότυπο έγγραφο, της παρέδωσε, παραπλανώντας την ως προς τη γνησιότητά του και Γ) ως προς την πράξη της απιστίας δικηγόρου παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα θεμελιωτικά για τη συγκρότηση της εν λόγω πράξης στοιχεία, ήτοι, η με πρόθεση πρόκλησης βλάβης των συμφερόντων της εγκαλούσας, της οποίας είχε αναλάβει την νομική προστασία, με την παραδοχή "...ενώ είχε αναλάβει, ως δικηγόρος, τη νομική προστασία και υπεράσπιση των συμφερόντων της εντολίδος του...και δη την υποχρέωση να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, για την έκδοση διαζυγίου της και στη συνέχεια για την έκδοση διαζευκτηρίου, για να προβεί αυτή στη σύναψη νέου γάμου και ενώ σε ουδεμία προς τούτο ενέργεια είχε προβεί και γνώριζε ότι αυτή [εντολίδα του] κινδύνευε να διωχθεί για διγαμία, εν τούτοις, αποδεχθείς το βλαπτικό τούτο για την εντολίδα του αποτέλεσμα, κατήρτισε το πιο πάνω αναφερόμενο πλαστό διαζευκτήριο, διαβεβαίωνοντάς την, εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε λυθεί και πνευματικά ο γάμος της, η οποία, ακολούθως, παραπλανηθείσα με τις απατηλές αυτές παραστάσεις και ενέργειές του, τέλεσε νέο γάμο, με συνέπεια να καταστεί δίγαμη με άμεσο κίνδυνο τη δίωξή της για το αδίκημα της διγαμίας...".
Εξάλλου, το ως άνω δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ’ είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναλυτική παράθεση αυτών και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Ακόμη δεν ήταν απαραίτητη, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.
Τα περί αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
δ’ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρ.358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στα πρακτικά της απόφασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. [ΑΠ 35/2016, ΑΠ 1089/2015]. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα έγγραφα που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης περί της ενοχής του αναιρεσείοντα, είναι τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς <<1) Φωτ/φο της 3323/2008 απόφασης Μον.
Πρωτοδικείου Αθηνών. 2) Η από 18-5-2010 βεβαίωση της Ιερός Αρχιεπισκοπής Αθηνών, 3) Το 3850/2010 Πιστοποιητικό Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) Τα 3323/2008 Πρακτικά Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) Το 97/2010 Πιστοποιητικό Πρωτοδικείου Αθηνών, 6) Το από 29-12-2008 γνήσιο Διαζευκτήριο Ιερός Αρχιεπισκοπής Αθηνών, 7) Το πλαστό Διαζευκτήριο, 8) Η από 1-6-1999 αίτηση Ε.
Σ. Ζ. Η. Σ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 9) Η 35621/99 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 10) Τα 470 Πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συνεδρίασης 8-12-2003, 11) Η 470/04 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 12) Το .../17-6-2008 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Σταματίου Τσέτου, 13) Η από 19-5-2003 κλήση Ε.
Σ. Ζ. Η. Σ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 14) Η .../03 έκθεση επίδοσης κατασχετηρίου του δικαστικού επιμελητή Ε. Γ. Γ., 15) Κατάσταση προεισπράξεων Συμβολαίων από 1-1-2008 έως 31-12-2012 Κ. Μ. από ΔΣΑ, 16) Κατάσταση παραστάσεων στα Δικαστήρια από 1-1-2008 έως 31-12-2012 Κ. Μ. από ΔΣΑ, 17) Η από 2-12-2010 ένορκη εξέταση μάρτυρα Κ.
Ρ.. Και 18) η από 2-12-2010 ένορκη εξέταση μάρτυρα Κ. Γ.>>. Με την αναφορά αυτή των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αρίθμησής τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των αυτών (δηλ. το περιεχόμενο εκάστου κλπ), αφού, με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.
Ως εκ τούτου, το δικάσαν Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και, επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ συναφής [δεύτερος] λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων αυτών και ότι, συνεπώς δεν θεωρούνται ότι αυτά αναγνώστηκαν, πλην όμως λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Απριλίου 2016 (3253/26-4-2016) αίτηση αναίρεσης του Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., κατά της 1838/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ