Legislator Case Law & Legislation
1398/2015 AI generated

1398/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1398/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1398/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητος, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητος του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσης του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Keywords

AI generated
accounting provision technical barriers damage to electrical installations storage cost asbestos exposure exposure to danger
AI generated
1702/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1413/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4010/2001 προδικαστική και 359/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1007/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 18/7/2005 και 7/9/2005 αιτήσεις τους αντίστοιχα.
753/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/7/2010 και 22/9/2010 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
1496/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας.
1668/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1398 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1398/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Μ.-Ε. Μ. Π. του Σ. και 2. Χ. Χ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Μ. Ε. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" με τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στα …, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ορφανού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 249/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 7-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 14-10-2014 αίτησης για αναίρεσης της 249/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους τρίτο και τέταρτο λόγους και την απόρριψη αυτής ως προς τους λοιπούς λόγους της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστου και της, επελθούσης, περιουσιακής ή μη, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρεούσης, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητος, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητος του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσης του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (αρθρ. 298 Α.Κ.) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1.1.2 και 4.3.1 της 3046/304/89 (ΦΕΚ Δ’ 59) αποφάσεως του Αναπληρωτού Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ "Περί του Κτιριοδομικού Κανονισμού" που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 26 του ΓΟΚ (ν. 1577/1985), ορίζεται αντιστοίχως, ότι "κάθε κτίριο και δομικό έργο πρέπει να κατασκευάζεται έτσι, ώστε να εξασφαλίζει την ασφάλεια των ομόρων και γειτονικών κτιρίων ή δομικών έργων καθώς και των ενοίκων τους, από κινδύνους ζημιών που προέρχονται από αυτό κατά τη διάρκεια της κατασκευής ή της λειτουργίας του" και "σε περίπτωση εκτέλεσης θεμελιώσεων ή εκσκαφών σε στάθμη που βρίσκεται χαμηλότερα από αυτήν των ομόρων κτιρίων ή δομικών έργων πρέπει να λαμβάνονται μέτρα προστασίας τόσο του συνόλου, όσον και των επί μέρους δομικών στοιχείων και εγκαταστάσεων τους από κάθε κίνδυνο βλάβης τους όχι μόνο στη διάρκεια της κατασκευής αλλά και μετά από αυτή".

Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" ορίζεται ότι "Ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, και 2.

Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού και αφορούν στο τμήμα του έργου που έχει αναλάβει". Θεωρείται δε "εργολάβος" κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του ίδιου νόμου "το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματος του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό" (Α.Π. 1796/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται"αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σΛ αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως "ζητήματα" δε νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κλπ., ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "...Η εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) η οποία δραστηριοποιείται στην εμπορία σιδηρικών, χρωμάτων και οικοδομικών εργαλείων, είχε μισθώσει,...μία αποθήκη επί της οδού ...της πόλης των Ιωαννίνων, η οποία αποτελούνταν από υπόγειο, ισόγειο και πατάρι, ιδιοκτησίας των...Περαιτέρω, το μίσθιο ακίνητο συνορεύει από τη μία πλευρά του με ακίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εφεσίβλητου Σ.

Β., που βρίσκεται... Στις 16-12-2005, μετά από αίτηση του δευτέρου των εφεσίβλητων Χ. Χ. (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) εκδόθηκε η με αριθμό...οικοδομική άδεια από το τμήμα πολεοδομίας του Δήμου Ιωαννιτών, που αφορούσε την ανέγερση συγκροτήματος διώροφων καταστημάτων με υπόγειο επί του ανωτέρω οικοπέδου του πρώτου εφεσίβλητου.

Η κατασκευή του συγκροτήματος αυτού θα γινόταν από το δεύτερο εφεσίβλητο, ο οποίος ήταν ο εργολάβος του έργου..., ενώ με βάση την ανωτέρω άδεια επιβλέπουσα πολιτικός μηχανικός ήταν η τρίτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) που είχε τη γενική επίβλεψη του έργου. Η κατασκευή της οικοδομής...άρχισε περί τα τέλη Φεβρουάριου με αρχές Μαρτίου 2006, με τις εργασίες εκσκαφών και θεμελίωσης του περιμετρικού τοιχίου του υπογείου.

Τις εκσκαφές αυτές διενεργούσε χωματουργικό εκσκαπτικό (τσάπα), το οποίο, όπως κατατέθηκε από τη μάρτυρα απόδειξης, δημιουργούσε συνεχείς δονήσεις στα γειτονικά ακίνητα, που ήταν όλα παλαιάς κατασκευής, με αποτέλεσμα να προκαλείται έντονη ανησυχία στους περιοίκους. Περί τα τέλη Μαρτίου και καθώς οι εργασίες προχωρούσαν τμηματικά, έγιναν οι εκσκαφές και η θεμελίωση του περιμετρικού τοιχίου του υπογείου από την πλευρά του μισθωμένης αποθήκης.

Σημειωτέον ότι η εκσκαφή έγινε με τη μέθοδο των ντουλαπιών; ενώ ως θεμελίωση της νέας οικοδομής επιλέχθηκε τελικά, παρά την αρχική πρόβλεψη της άδειας, ο τύπος της γενικής κοιτόστρωσης (ραντιέ), πάχους 40 εκ. Σημειωτέον ότι...η έδραση της νέας οικοδομής δεν έγινε χαμηλότερα από τη στάθμη θεμελίωσης της μισθωμένης αποθήκης.

Και ενώ οι εργασίες στο χώρο της οικοδομής προχωρούσαν κανονικά και είχε γίνει η σκυροδέτηση της γενικής κοιτόστρωσης ολόκληρου του νότιου τμήματος της κατασκευής (δηλαδή προς την πλευρά της αποθήκης) σε επιφάνεια 400 τετραγωνικών μέτρων περίπου και είχε αρχίσει να καλουπώνεται η πλάκα του υπογείου, στις 28-4-2006 και κατά τις βραδινές ώρες, κατέρρευσε η θολωτή στέγη της αποθήκης, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει το πατάρι και το δάπεδο του ισογείου και να καταστραφούν τα εμπορεύματα της εκκαλούσας, που υπήρχαν μέσα στην αποθήκη.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η αποθήκη αυτή...διαστάσεων 6,00 Χ 12,50 μέτρα, ήταν παλαιάς κατασκευής, καθώς είχε ανεγερθεί προ εκατό και πλέον ετών, όπως και πολλά από τα γειτονικά κτίσματα. Ήταν δε δομημένο το κτίριο από φέρουσα λιθοδομή πάχους 80 εκατοστών και από θολωτή επιμήκη στέγη, επίσης από λιθοδομή και με επικάλυψη από σχιστολιθικές πλάκες.

Η θολωτή αυτή λίθινη οροφή στηριζόταν σε δύο διαμήκεις τοίχους, ο ένας από τους οποίους βρισκόταν σε επαφή με το ακίνητο του πρώτου εφεσίβλητου... η κατάρρευση τόσων όγκων και βάρους πέτρας, από την οποία ήταν κατασκευασμένη η θολωτή στέγη, αλλά και η επικάλυψη της, προκάλεσε ... την κατάρρευση του παταριού, αλλά και του δαπέδου του ισογείου (που ήταν κατασκευασμένα με ξύλινες δοκούς και σανιδώματα), με περαιτέρω αποτέλεσμα πέτρες και εμπορεύματα να καταλήξουν και να σωριαστούν στο δάπεδο του υπογείου...

Μετά την κατάρρευση της στέγης της αποθήκης, το μίσθιο ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως επικινδύνως ετοιμόρροπο..., στη συνέχεια δε...κατεδαφίστηκε από τον ιδιοκτήτη του... Όπως δε αποδείχθηκε, η κατάρρευση της στέγης της αποθήκης οφείλεται στη διενέργεια των εκσκαφών στο ακίνητο του πρώτου εφεσίβλητου και μάλιστα σε βάθος 3,30 μέτρων περίπου από την επιφάνεια του εδάφους, χωρίς την λήψη επαρκών και αναγκαίων μέτρων αντιστήριξης της αποθήκης.

Συγκεκριμένα, από τις εκσκαφές αυτές προκλήθηκαν μετατοπίσεις και διαφορικές καθιζήσεις στο διαμήκη φέροντα τοίχο που βρισκόταν στο όριο των δύο οικοπέδων και σε επαφή με την εκσκαφή του οικοπέδου του πρώτου εφεσίβλητου, με προοδευτική απώλεια της συνοχής του με τους πλευρικούς, κάθετους σε αυτόν, τοίχους, αλλά και με τη λίθινη οροφή.

Με την πάροδο δε των ημερών, σε συνδυασμό και με τις έντονες βροχοπτώσεις της περιόδου εκείνης, προκλήθηκε σταδιακά σημαντική στροφή και απόκλιση από την κατακόρυφο του ανωτέρω διαμήκους τοίχου, ο οποίος έτσι αποκολλήθηκε από τους δύο κάθετους σε αυτόν τοίχους, με τελικό αποτέλεσμα την κατακρήμνιση της θολωτής στέγης.

Είναι δε αξιοσημείωτο ότι στους δύο κάθετους (πλευρικούς) τοίχους δημιουργήθηκαν ρωγμές εύρους έως και 30 εκατοστών..., ενώ, είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι δεν προκλήθηκε καμία βλάβη στην απέναντι διαμήκη φέρουσα τοιχοποιία, που βρισκόταν σε επαφή με το όμορο κτίριο.... Εξ άλλου, για τη ασφαλή και σωστή διαδικασία των εκσκαφών στο ακίνητο του πρώτου εφεσίβλητου, θα έπρεπε να ληφθούν προηγουμένως ειδικά μέτρα αντιστήριξης της αποθήκης, ο σχεδιασμός και η μελέτη της οποίας θα έπρεπε να λάβει υπόψη της την παλαιότητα του κτιρίου της αποθήκης και ιδιαίτερα την ύπαρξη σε αυτήν της θολωτής οροφής.

Έτσι, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί σύστημα αντιστήριξης με μεγάλη αντιστηρικτική ικανότητα κατά την οριζόντια έννοια, όπως π.χ. πάσσαλοι σε επαφή με το κτίσμα και πακτωμένοι σε βάθος, οι οποίοι θα απέτρεπαν τη διαταραχή του εδάφους και θα στήριζαν και θα ενίσχυαν το έδαφος στο σημείο εκσκαφής ή ισχυρές οριζόντιες ή κεκλιμένες αντηρίδες θεμελιωμένες κατάλληλα.

Τέτοια, όμως ή άλλα αντίστοιχα μέτρα δεν λήφθηκαν στην προκειμένη περίπτωση των εκσκαφών, με αποτέλεσμα την κατάρρευση της θολωτής στέγης της...αποθήκης, με περαιτέρω αποτέλεσμα την πρόκληση σε αυτήν σημαντικών ζημιών στα εμπορεύματα που διατηρούσε στην αποθήκη αυτή. Όλα τα παραπάνω, σαφώς αποδείχθηκαν από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, το πόρισμα της οποίας...αναφέρει ως αιτία κατάρρευσης της στέγης της αποθήκης την εκσκαφή σε βάθος 3,30 μέτρων περίπου στο γειτονικό αυτό οικόπεδο, χωρίς τη λήψη των αναγκαίων μέτρων αντιστήριξης...

Το πόρισμα αυτό της πραγματογνωμοσύνης επιβεβαιώνεται και...Μάλιστα, το γεγονός ότι η ύπαρξη της θολωτής στέγης στην παλαιά αποθήκη του ομόρου ακινήτου καθιστούσε αναγκαία τη λήψη μέτρων αντιστήριξης... επισημαίνεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπου οι δύο πραγματογνώμονες αναφέρουν σχετικά ότι "Η μέθοδος εκσκαφής με τη μέθοδο των ντουλαπιών που ακολουθήθηκε σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούσε τρόπο αντιστήριξης της αποθήκης με το συγκεκριμένο στατικό σύστημα (θολωτή κατασκευή)"...

Όλα τα ανωτέρω εξ άλλου δεν αναιρούνται από όσα αναφέρονται στις τεχνικές εκθέσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι εφεσίβλητοι... Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκθέσεις, η κατάρρευση της στέγης της αποθήκης δεν έχει καμία σχέση με τις εργασίες της οικοδομής του πρώτου εφεσίβλητου, αλλά οφείλεται στην αποδιοργάνωση της λιθοδομής της λόγω παλαιότητας, στην πλημμελή συντήρηση και διάβρωση της, στην απώλεια της στεγανότητας αυτής από τα νερά της βροχής και στην αφαίρεση των οριζόντιων ελκυστήρων (συνδετήριων δοκών) που υπήρχαν στη βάση του θόλου της αποθήκης.

Λόγω των δεδομένων αυτών, σύμφωνα πάντα με τις ανωτέρω εκθέσεις, η κατάρρευση της αποθήκης μπορούσε να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή, συνέβη δε την ημέρα εκείνη λόγω και των έντονων βροχοπτώσεων που προηγήθηκαν, οι οποίες επέδρασαν καταλυτικά και επιβαρυντικά στην ήδη κακή κατάσταση της αποθήκης... επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκθέσεις, η κατάρρευση της αποθήκης τελείως τυχαία και συμπτωματική σε σχέση με τις εργασίες εκσκαφών που έγιναν στο οικόπεδο του πρώτου εφεσίβλητου.

Πλην, όμως, τα πορίσματα των εν λόγω εκθέσεων δεν κρίνονται πειστικά. Και τούτο διότι κατ’ αρχήν παρουσιάζουν την κατάσταση της αποθήκης τόσο κακή και τραγική από άποψη στοιχειώδους συντήρησης, ώστε αυτή να θεωρείται, λόγω και της παλαιότητας της, έτοιμη να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή, χωρίς όμως αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε εισροή βρόχινων νερών μέσα στην αποθήκη, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εκτεταμένη διάβρωση της. Ούτε, βέβαια, αποδείχθηκε ότι οι υγρασίες ήταν τόσο εκτεταμένες και σημαντικές ώστε να προκαλέσουν σταδιακά αποδιοργάνωση της λιθοδομής της στέγης και τελικά κατάρρευση αυτής.

Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, η αποθήκη βρισκόταν σε καλή κατάσταση, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι μέσα σε αυτήν υπήρχαν πάρα πολλά εμπορεύματα, μεταξύ των οποίων και πολλά ηλεκτρικά εργαλεία, σημαντικής αξίας... Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, πράγματι είχαν αφαιρεθεί προ πολλών ετών οι οριζόντιοι ελκυστήρες (συνδετήριο δοκοί), οι οποίοι ήταν ξύλινοι και συνέδεαν τους δύο απέναντι διαμήκεις τοίχους της αποθήκης, στους οποίους στηριζόταν η θολωτή λίθινη στέγη.

Η αφαίρεση όμως αυτή, ενόψει και όσων προαναφέρθηκαν για την εν γένει κατάσταση της αποθήκης, δεν είχε επηρεάσει και μάλιστα αρνητικά τη στατικότητά της. Τούτο δε αν επί πλέον ληφθεί υπόψη ότι στη αποθήκη υπήρχε ξύλινο πατάρι με εμπορεύματα, το οποίο εκτεινόταν περίπου στα 2/3 του μήκους του κτιρίου, όπως αναφέρεται...

Το πατάρι αυτό υπήρχε περίπου στο ύψος γέννησης (έναρξης) του θόλου της στέγης και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο μηχανικός... στην συμπληρωματική τεχνική του έκθεση, "οι ξύλινοι δοκοί του έπαιζαν και ρόλο ελκυστήρων του θόλου". Αντικαθιστούσαν, δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο τους ελκυστήρες που είχαν αφαιρεθεί παλαιότερα από την αποθήκη.

Για τον ευεργετικό αυτό ρόλο των δοκών του παταριού, που λειτουργούσαν και ως ελκυστήρες, αναφέρει και ο καθηγητής....στην...έκθεση αυτοψίας του, ο οποίος, όμως, από λανθασμένη εκτίμηση θεωρεί ότι το πατάρι που υπήρχε στην αποθήκη είχε αφαιρεθεί πολύ πριν την κατάρρευση της. Έτσι, αναφέρονται σχετικά στην πιο πάνω έκθεση... "Η αφαίρεση του παταριού και επί πλέον των ελκυστήρων δημιουργεί πρόσθετα και πολύ βασικά επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία δρουν κατά της ευστάθειας της κατασκευής ...

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ο δεύτερος εφεσίβλητος ήταν ο εργολάβος του έργου κατά το χρόνο που συνέβη η κατάρρευση της στέγης της μισθωμένης αποθήκης. Συγκεκριμένα, με το .../12-1-2005 προσύμφωνο εργολαβικού του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι. Π., ο πρώτος εφεσίβλητος Σ. Β. συμφώνησε με το δεύτερο των εφεσίβλητων Χ.

Χ., να αναλάβει ο τελευταίος ως εργολάβος την κατασκευή της οικοδομής που είχε σκοπό να ανεγείρει ο πρώτος στο ανωτέρω οικόπεδο του..., με το σύστημα της αντιπαροχής. Στο προσύμφωνο αυτό ο δεύτερος εφεσίβλητος συμβλήθηκε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε αυτό "ατομικά ή ως ιδρυτικό μέλος κοινοπραξίας ή εταιρείας που θα συστήσει ο ίδιος, μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου", χωρίς βέβαια να αναιρείται από τις διευκρινίσεις αυτές η ιδιότητα του ως εργολάβου του έργου.

Αναφέρεται δε στη συνέχεια του προσυμφώνου ότι την οικοδομή που θα ανεγερθεί στο οικόπεδο, θα την κατασκευάσει ο δεύτερος εφεσίβλητος ή κοινοπραξία ή οποιοσδήποτε μορφής εταιρεία (Α.Ε., Ο.Ε., ΕΠΕ κλπ) την οποία θα συστήσει μέχρι την υπογραφή του οριστικού εργολαβικού συμβολαίου και στην οποία ο ίδιος θα είναι από τα ιδρυτικά μέλη.

Πράγματι, δυνάμει της .../1-11-2005 πράξης της συμβολαιογράφου... ο δεύτερος εφεσίβλητος συνέστησε με άλλους την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" της οποίας είναι πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος... Με το .../22-12-2006 εργολαβικό και προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστού οικοπέδου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου..., ο πρώτος των εφεσίβλητων συμφώνησε με την πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία να αναλάβει αυτή ως εργολάβος την κατασκευή της οικοδομής στο οικόπεδο του με το σύστημα της αντιπαροχής.

Το συμβόλαιο, όμως, αυτό καταρτίστηκε στις 22-12-2006, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρρευσης της αποθήκης. Όπως δε προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο αυτό εργολάβος έναντι του πρώτου εφεσίβλητου παρέμενε ο δεύτερος εφεσίβλητος. Για το λόγο αυτό άλλωστε, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την κύρια αγωγή της εκκαλούσας, ο πρώτος εφεσίβλητος άσκησε την από 12-10-2008 παρεμπίπτουσα περί αποζημίωσης αγωγή του κατά του δευτέρου εφεσίβλητου με την ιδιότητα του ως εργολάβου της κατασκευής της οικοδομής, καθώς και κατά της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας, ως ειδικής διαδόχου του δευτέρου εφεσίβλητου στην κατασκευή του έργου μετά την κατάρτιση του πιο πάνω...

εργολαβικού. Όλα τα παραπάνω σχετικά με την ιδιότητα του δευτέρου εφεσίβλητου ως εργολάβου του έργου κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρρευσης της αποθήκης, δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι μετά την έναρξη των εργασιών στην οικοδομή του πρώτου εφεσίβλητου ένα μεγάλο μέρος των εργασιών αυτών ή ενδεχομένως το σύνολο των εργασιών αυτών έγινε από την πιο πάνω εταιρεία "ΓΗ Α.Ε.Ε."...Και τούτο διότι προφανέστατα ο δεύτερος εφεσίβλητος ανέθεσε στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία του την διενέργεια των σχετικών εργασιών υπεργολαβικά, όπως είχε το σχετικό δικαίωμα με βάση το ανωτέρω προσύμφωνο εργολαβικού, ενώ ο ίδιος παρέμεινε ο εργολάβος που ανέλαβε έναντι του κύριου του οικοπέδου-πρώτου εφεσίβλητου την εκτέλεση του έργου, μόλις δε στις 22-12-2006 ο τελευταίος συμφώνησε με την εν λόγω εταιρεία να αναλάβει αυτή ως εργολάβος πλέον την εκτέλεση του έργου...

Επίσης, ο δεύτερος εφεσίβλητος ήταν υποχρεωμένος με βάση τον όρο αρ. 6 του πιο πάνω .../2005 προσυμφώνου, να εκτελεί ως εργολάβος τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού, δηλαδή της τρίτης εφεσίβλητης, υποχρέωση που προκύπτει άλλωστε και από το άρθρο 3 του Ν. 1396/1983. Με βάση όλα τα παραπάνω περιστατικά, υπαίτιοι για την επέλευση του ως άνω αποτελέσματος της κατάρρευσης της στέγης της αποθήκης και των εντεύθεν συνεπειών της είναι όλοι οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, της υπαιτιότητας τους συνισταμένης στην αμέλεια που επέδειξαν.

Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος, ως εργολάβος του έργου, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο να διενεργήσει εκσκαφές στο οικόπεδο, όπου θα ανεγειρόταν η οικοδομή και μάλιστα σύμφωνα με τα σχέδια της οικοδομικής άδειας σε βάθος 3,30 μέτρων περίπου από την επιφάνεια του εδάφους και παρά το γεγονός ότι οι εκσκαφές αυτές θα γίνονταν και δίπλα από την πιο πάνω μισθωμένη αποθήκη και στο όριο αυτής με το οικόπεδο, που θα έφταναν επομένως έως τα θεμέλια της, δεν έλαβε υπόψη του για την ασφαλή διενέργεια των εκσκαφών την παλαιότητα της αποθήκης, καθώς και την ύπαρξη της θολωτής λίθινης στέγης αυτής και δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα αντιστήριξης της αποθήκης κατά τη διενέργεια των εκσκαφών, με αποτέλεσμα την κατάρρευση της στέγης της αποθήκης και την καταστροφή των εμπορευμάτων της εκκαλούσας που υπήρχαν μέσα σε αυτήν.

Επίσης, η τρίτη των εφεσίβλητων, με την ιδιότητα της ως επιβλέπουσα μηχανικός του έργου, που διορίστηκε από τον πρώτο εφεσίβλητο κύριο του έργου και ιδιοκτήτη του οικοπέδου, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα σχέδια της οικοδομικής άδειας, επρόκειτο να διενεργηθούν οι ανωτέρω εκσκαφές σε βάθος 3,30 μέτρων δίπλα από την αποθήκη, που θα έφθαναν επομένως στη θεμελίωση της, δεν έλαβε υπόψη της την παλαιότητα της αποθήκης αυτής και ύπαρξη της θολωτής λίθινης στέγης της και δεν πρότεινε για την ασφαλή διενέργεια των εκσκαφών την λήψη των αναγκαίων μέτρων αντιστήριξης της αποθήκης, όπως άλλωστε είχε τέτοια υποχρέωση κατ’ άρθρο 7 Ν. 1396/1983, με αποτέλεσμα την κατάρρευση της στέγης της αποθήκης κατά τα προαναφερθέντα.

Οι παραλείψεις αυτές των ανωτέρω εναγομένων - εφεσίβλητων, που είναι υπαίτιες και τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ως άνω αποτέλεσμα, αποτελούν το κατά το άρθρο 914 του ΑΚ παράνομο της συμπεριφοράς τους ως στοιχείο (προϋπόθεση) της αδικοπραξίας..., που θεμελιώνει την υποχρέωση τους προς αποζημίωση της εκκαλούσας - ενάγουσας.

Την ίδια υποχρέωση προς αποζημίωση της εκκαλούσας-ενάγουσας έχει και ο πρώτος εφεσίβλητος - εναγόμενος, κύριος του έργου... Όλα τα παραπάνω εξ άλλου για την ευθύνη των εφεσιβλήτων - εναγομένων δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι με την 793/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων οι εφεσίβλητοι κηρύχθηκαν αθώοι της κατηγορίας της παράβασης των κανόνων οικοδομικής από αμέλεια, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο και δεν δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο.

Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε ότι η κατάρρευση της στέγης της αποθήκης δεν οφείλεται σε πράξεις ή παραλείψεις των εφεσίβλητων - εναγομένων, αλλά στην παλαιότητα της και στην πλημμελή συντήρηση της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης της.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω... ότι είχαν καταστραφεί τα ακόλουθα εμπορεύματα ιδιοκτησίας της εκκαλούσας - ενάγουσας με την αντίστοιχη ποσότητα, την τιμή μονάδας και τη συνολική αξία του καθενός είδους από αυτά... Συνολικά, δηλαδή, η αξία όλων των ανωτέρω εμπορευμάτων της εκκαλούσας - ενάγουσας, που υπήρχαν μέσα στη μισθωμένη αποθήκη και καταστράφηκαν, ανέρχεται στο ποσό των 320.939,23 ευρώ, που αντιπροσωπεύει και την τιμή πώλησης των εμπορευμάτων αυτών.

Από το συνολικό αυτό ποσό και δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, το ποσοστό κέρδους της ενάγουσας ανέρχεται σε 25%, ποσό 256.751,39 ευρώ αντιστοιχεί στο κόστος προμήθειας των εμπορευμάτων και επομένως αποτελεί τη θετική της ζημία και ποσό 64.187,84 ευρώ αποτελεί το διαφυγόν κέρδος της, το κέρδος δηλαδή το οποίο μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την πώληση των εμπορευμάτων αυτών και το οποίο απώλεσε λόγω της καταστροφής τους...

Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού τον ισχυρισμό ότι για τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα εταιρεία είναι συνυπαίτια και η ίδια. Ισχυρίζονται, ειδικότερα, ότι η ενάγουσα δεν ειδοποίησε κανένα από αυτούς για τις ρηγματώσεις που, όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή της, προκλήθηκαν αρχικά στην μισθωμένη από αυτήν αποθήκη, ούτε ζήτησε με ασφαλιστικά μέτρα ή με προσφυγή στις αρμόδιες αρχές, (αστυνομία ή πολεοδομία) να σταματήσουν οι εργασίες των εκσκαφών, ούτε φρόντισε να απομακρύνει τα εμπορεύματα της από την αποθήκη, δεδομένου μάλιστα ότι είχε όλο το χρόνο στη διάθεση της.

Ο ισχυρισμός, όμως αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, μετά τη διενέργεια των εκσκαφών στο ακίνητο του πρώτου εναγομένου-εφεσίβλητου δίπλα από την αποθήκη, εμφανίστηκαν ρωγμές στα επιχρίσματα της λίθινης στέγης της αποθήκης αυτής και συγκεκριμένα στην κορυφή της στέγης και σε ολόκληρο το μήκος της.

Η εμφάνιση των ρωγμών αυτών στο εσωτερικό της αποθήκης ανησύχησε το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας - εκκαλούσας, ο οποίος ενημέρωσε αρχικά τον εργολάβο του έργου, δηλαδή τον δεύτερο εφεσίβλητο - εναγόμενο, ο οποίος, όμως, τον καθησύχασε και του δήλωσε ότι δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα. Ο ανωτέρω εκπρόσωπος ενημέρωσε παράλληλα και τον ιδιοκτήτη της αποθήκης..., δηλώνοντας του συγχρόνως ότι θα έπαιρνε κάποια πράγματα από την αποθήκη επειδή υπήρχε κίνδυνος...

Την αποθήκη επισκέφθηκε τότε ο εν λόγω ιδιοκτήτης της μαζί με κάποιο μηχανικό ονόματι..., ο οποίος είδε τις ρωγμές στην οροφή, δεν εξέφρασε όμως κάποια ανησυχία για την ύπαρξη τους, ούτε δήλωσε κάτι σχετικό με την αιτία από την οποία προκλήθηκαν. Δημιουργήθηκε έτσι στο νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας η πεπλανημένη εντύπωση ότι η ρωγμή είχε σχέση μόνο με τα επιχρίσματα της οροφής και ότι επομένως δεν υπάρχει κάποιος σοβαρός κίνδυνος για την αποθήκη...

Έτσι, η ενάγουσα - εκκαλούσα αποφάσισε να μη μεταφέρει τα εμπορεύματα της από την αποθήκη, ούτε να ζητήσει δικαστική ή άλλη προστασία ενόψει της προόδου των εργασιών στο διπλανό οικόπεδο, αφού, ακόμα και ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της αποθήκης... δεν έδειξε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (πέρα από την πρόσκληση του ανωτέρω μηχανικού) ότι ανησυχεί για την ασφάλεια της ιδιοκτησίας του.

Επομένως, με βάση τα παραπάνω, δεν στοιχειοθετείται αμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας και ειδικότερα αδιαφορία αυτής ως προς την προστασία των εμπορευμάτων της που υπήρχαν μέσα στην αποθήκη και κατά συνέπεια, η σχετική ένσταση των εναγομένων - εφεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη...

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα εταιρεία, λόγω της κατάρρευσης της αποθήκης και της καταστροφής των εμπορευμάτων της που υπήρχαν μέσα σε αυτήν, έμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς εμπόρευμα, γεγονός που επηρέασε τη δραστηριότητα της και έθεσε σε δοκιμασία την εμπορική της φήμη και την επαγγελματική της υπόσταση.

Υπέστη για το λόγο αυτό, ως νομικό πρόσωπο, ηθική βλάβη. Πρέπει, επομένως να της επιδικαστεί το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη....Κατά συνέπεια, με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση...να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της με το οποίο έκρινε την από 7-12-2006 αγωγή...

Η αγωγή δε αυτή πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην ενάγουσα, α) το ποσό των 256.751,39 ευρώ, άτοκα, δεδομένου ότι πρόκειται περί ολικής καταστροφής πράγματος και ζητείται με την αγωγή, εκτός από τη θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος ....

και β) το ποσό των (64.187,84 + 10.000 =) 74.187,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 του Α.Κ. σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 5 παρ. 1.1.2 και 4.3.1 της 3046/304/89 αποφάσεως του Αναπληρωτού Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ "Περί του Κτιριοδομικού Κανονισμού" και των άρθρων 5 και 7 του ν. 1396/1983 δεχόμενο ότι για την ασφαλή και σωστή διαδικασία των εκσκαφών στο όμορο ακίνητο, θα έπρεπε να ληφθούν προηγουμένως ειδικά μέτρα αντιστηρίξεως της αποθήκης, ενόψει της παλαιότητας της, και ιδιαιτέρως της υπάρξεως σ’ αυτήν της θολωτής οροφής και ειδικότερα ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί σύστημα αντιστηρίξεως με μεγάλη αντιστηρικτική ικανότητα κατά την οριζόντια έννοια, όπως πάσσαλοι σε επαφή με το κτίσμα και πακτωμένοι σε βάθος, οι οποίοι θα απέτρεπαν τη διαταραχή του εδάφους, θα στήριζαν και θα ενίσχυαν το έδαφος στο σημείο εκσκαφής ή ισχυρές οριζόντιες ή κεκλιμένες αντηρίδες θεμελιωμένες καταλλήλως.

Η λήψη των μέτρων αυτών, ανεξαρτήτως των προβλεπομένων στις σχετικές οικοδομικές διατάξεις, ήταν επιβεβλημένη από την γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας και η παράλειψή τους συγκροτεί την έννοια της παρανομίας και θεμελιώνει την αδικοπρακτική ευθύνη τούτων.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια λόγω παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων, οι οποίες δεν επιβάλλουν την λήψη τοιούτων προσθέτων μέτρων ασφαλείας, αφού δεν έλαβε χώρα εκσκαφή σε στάθμη χαμηλότερη της στάθμης θεμελιώσεως της επίμαχης αποθήκης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά την κρατήσασα κατά πλειοψηφία γνώμη το Εφετείο υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής με την επελθούσα στην αναιρεσίβλητο ζημία.

Επίσης το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και καθόσον αφορά την απόρριψη της εκ του άρθρου 300 ΑΚ ενστάσεως των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι υπό τα δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται αμέλεια της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα αδιαφορία αυτής ως προς την προστασία των εμπορευμάτων της που υπήρχαν στην καταρρεύσασα αποθήκη.

Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, η αναφορά του λόγου για τον οποίο επιλέχθηκε τελικά, παρά την αρχική πρόβλεψη της άδειας ανέγερσης της οικοδομής ο τύπος της γενικής κοιτόστρωσης (ραντιέ), που, κατά τους αναιρεσείοντες επελέγη "ως η ακριβότερη μέθοδος, ώστε να μην χρειασθεί να γίνει απολύτως εκσκαφή σε βάθος μεγαλύτερο της θεμελίωσης της όμορης αποθήκης", εφόσον σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη ότι η έδραση της νέας οικοδομής δεν έγινε χαμηλότερα από την στάθμη θεμελίωσης της μισθωμένης αποθήκης.

Εξάλλου υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι η αποκόλληση του διαμήκους τοίχου από τους δύο κάθετους σε αυτόν τοίχους είχε ως τελικό αποτέλεσμα την κατακρήμνιση της θολωτής στέγης και ως εκ τούτου καμία αντίφαση υπάρχει στις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης.

Δεν υπάρχει επίσης αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης, που αναφέρονται στην απόρριψη της προβληθείσης από τους αναιρεσείοντες ενστάσεως εκ του άρθρου 300 ΑΚ και αφορούν τις ρωγμές που εμφανίσθηκαν στα επιχρίσματα της λίθινης στέγης και συγκεκριμένα στην κορυφή της στέγης και σε ολόκληρο το μήκος της και εκείνων που αφορούν τις ρωγμές που δημιουργήθηκαν στους δύο κάθετους (πλευρικούς) τοίχους, αφού από το σύνολο των προαναφερθεισών παραδοχών, είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα ότι οι δεύτερες, ως εκ περισσού αναφερόμενες από το Εφετείο, συνδέονται με την αποκόλληση του διαμήκους τοίχου από τους δύο κάθετους σ’ αυτόν τοίχους, ενώ οι πρώτες εμφανίσθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της αποκολλήσεως και αποτέλεσαν την αιτία για την οποία κλήθηκε και ενημερώθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης.

Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την στοιχειοθέτηση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και δη της αμελείας των αναιρεσειόντων και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς την επελθούσα ζημία αφ’ ενός και ως προς την έλλειψη αμελείας της αναιρεσίβλητης που να θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτής στην επέλευση της ζημίας της αφ’ ετέρου είναι αβάσιμος.

Κατά την γνώμη όμως του Αρεοπαγίτου Γεωργίου Κοντού ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να γίνει δεκτός, καθόσον το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του διέλαβε στη απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσεως του περί εφαρμογής των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες και παρεβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, το Εφετείο ενώ δέχεται ότι η έδραση της νέας οικοδομής δεν έγινε χαμηλότερα από τη στάθμη θεμελιώσεως της μισθωμένης ομόρου αποθήκης, ότι η θεμελίωση έγινε με την μέθοδο γενικής κοιτόστρωσης "ραντιέ" για την αποφυγή διαταράξεως της στατικότητος των ομόρων κτισμάτων, ότι οι εκσκαφές και οι θεμελιώσεις έγιναν τμηματικά, με την μέθοδο των "ντουλαπιών" (τοίχων αντιστηρίξεως του υφισταμένου κτίσματος) και ότι οι εργασίες προχωρούσαν κανονικά και είχαν ολοκληρωθεί οι εκσκαφές, η κατασκευή περιμετρικού τοιχείου προς την αποθήκη, η σκυροδέτηση της γενικής κοιτόστρωσης, πάχους 40 εκ.

ολοκλήρου του νοτίου τμήματος, (δηλαδή προς την πλευρά της αποθήκης) σε επιφάνεια 400 τετραγωνικών μέτρων περίπου και είχε αρχίσει η διαδικασία σκυροδετήσεως της πλάκας του ισογείου και τέλος ότι κατά την διενέργεια των εκσκαφών, εμφανίστηκαν ρωγμές στα επιχρίσματα στην κορυφή της λίθινης στέγης της αποθήκης, οι οποίες όμως δεν αξιολογήθησαν ικανές για την πρόκληση ανησυχίας, δέχθηκε παρά ταύτα ότι η, μετά παρέλευση μηνός, γενομένη κατάρρευση της θολωτής στέγης της αποθήκης, οφείλεται στη διενέργεια των εκσκαφών από τις οποίες προεκλήθησαν μετατοπίσεις και διαφορικές καθιζήσεις στο διαμήκη φέροντα τοίχο που βρισκόταν στο όριο των δύο ακινήτων, με προοδευτική απώλεια της συνοχής του με τους πλευρικούς, καθέτους σ’ αυτόν, τοίχους, αλλά και με τη λίθινη οροφή, με την πάροδο δε των ημερών, σε συνδυασμό και με τις έντονες βροχοπτώσεις της περιόδου εκείνης, προκλήθηκε σταδιακά σημαντική στροφή και απόκλιση από την κατακόρυφο του ανωτέρω διαμήκους τοίχου, ο οποίος έτσι αποκολλήθηκε από τους δύο κάθετους σε αυτόν τοίχους, στους οποίους δημιουργήθηκαν ρωγμές εύρους έως 30 εκατοστών.

Ωστόσο το Εφετείο δεν προσδιορίζει τον χρόνο κατά τον οποίον έλαβαν χώρα οι ανωτέρω μετατοπίσεις και διαφορικές καθιζήσεις στον διαμήκη φέροντα τοίχο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές εξεδηλώθησαν και οδήγησαν προοδευτικώς στην απώλεια της συνοχής του διαμήκους τοίχου με την οροφή και τους καθέτους τοίχους.

Ειδικότερα δεν αναφέρει στην απόφαση του εάν οι εν λόγω μετατοπίσεις και καθιζήσεις καθώς και οι ρωγμές στους καθέτους τοίχους είχαν εμφανισθεί κατά την διάρκεια των εκσκαφών ή μετά από αυτές και εν πάση περιπτώσει εάν προϋπήρχαν της καταρρεύσεως και είχαν γίνει αντιληπτές ή εάν εντοπίσθησαν μετά την κατάρρευση, η οποία ενδεχομένως να αποτέλεσε και την αιτία προκλήσεως των.

Οι ανωτέρω δε πλημμέλειες στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίστανται σημαντικές ενόψει των αντιθέτων παραδοχών αυτής ότι οι μοναδικές εκ των εκσκαφών και της θεμελιώσεως της ομόρου οικοδομής συνέπειες στην καταρρεύσασα αποθήκη ήταν οι ρωγμές στα επιχρίσματα της λίθινης στέγης αυτής, οι οποίες ως επουσιώδεις δεν εκρίθησαν από το Εφετείο ικανές να θεμελιώσουν αμέλεια και εντεύθεν συνυπαιτιότητος της αναιρεσιβλήτου στην ζημία της, λόγω μη εγκαίρου απομακρύνσεως εκ της αποθήκης των εμπορευμάτων αυτής.

Κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ.

α’ ). Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του" (παρ.2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι " Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ.

κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. και Υ κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 215/2013, 1364/2011, Ολ.

ΣΤΕ 1741/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων στην κατάρρευση της ως άνω αποθήκης, παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας των αναιρεσειόντων, αφού δεν έλαβε υπόψη το διατακτικό της υπ’ αριθμ. 793/2012 αμετάκλητης ήδη απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι της αποδοθείσης σ’ αυτούς αξιόποινης πράξης της εξ αμελείας παραβάσεως των κανόνων της οικοδομικής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου, δεν αποτελούν παραβίαση υπό την ανωτέρω έννοια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, σε κάθε περίπτωση δε, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω αθωωτική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής των αναιρεσειόντων και στην ποινική δίκη κατηγορουμένων, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατεθομένου τεκμηρίου αθωότητας των αναιρεσειόντων για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σΛ αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι σταθερές αρχές, κανόνες ή αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, οπότε και μόνο η παράβαση τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.

Αντίθετα, όταν τα διδάγματα αυτά άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τότε η χρησιμοποίηση τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ’ αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π.42/2014, 444/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 β ‘ Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια υπό την έννοια της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που αφορούν την επίδραση της αφαιρέσεως δομικών στοιχείων στην στατικότητα της οικοδομής, με την παραδοχή ότι η αφαίρεση των οριζοντίων ελκυστήρων (συνδετήριων δοκών) που συνέδεαν τους διαμήκεις τοίχους της αποθήκης επί των οποίων στηριζόταν η θολωτή λίθινη στέγη, δεν είχε οποιαδήποτε αρνητική επίδραση στη στατικότητα της αποθήκης, ενόψει και της υπάρξεως του παταριού οι ξύλινοι δοκοί στηρίξεως του οποίου αντικαθιστούσαν μερικώς και τους αφαιρεθέντες ελκυστήρες του θόλου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι η προβαλλόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ" αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού λόγου.

Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ’ του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ιδίου Κωδικός, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά αν έχουν δοθεί ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, κατά δε το άρθρο 529 παρ. 1α και 2 του Κ.Πολ.Δ. "Στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ’ αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια". Κατά την έννοια του τελευταίου αυτού άρθρου για το παραδεκτό ή μη των νέων αποδεικτικών μέσων κρίνει ανελέγκτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, πάντως, οφείλει να αιτιολογήσει την απόκρουση του νέου αποδεικτικού μέσου, όχι όμως και το αντίθετο, τη λήψη δηλαδή υπόψη (και) του αποδεικτικού αυτού μέσου.

Στα πλαίσια επομένως της ανωτέρω διατάξεως, νομίμως λαμβάνεται υπόψη ένορκη βεβαίωση μετά νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, η οποία δόθηκε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την προσθήκη των προτάσεων προσκομίσθηκε όμως με επίκληση και πάλι ενώπιον του Εφετείου. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.

α’ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση του για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και την προσκομισθείσα και επικληθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη υπ’ αριθμ. .../3-5-201 ένορκη βεβαίωση της Θ. συζ. Χ. Φ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευφροσύνης Σούρλα, η οποία δόθηκε μετά νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων της, εντός της προθεσμίας της προσθήκης των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ.11 β’ Κ.Πολ.Δ ., είναι αβάσιμος.

Τέλος το Εφετείο με τις παραδοχές του που αφορούν την ευθύνη του, δευτέρου αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που θεμελιώνουν την ιδιότητα τούτου ως εργολάβου της ανεγειρόμενης οικοδομής και υπευθύνου εντεύθεν, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο καταρρεύσεως της στέγης, για τις διενεργηθείσες εκσκαφές και τις εκτελούμενες οικοδομικές εργασίες, εκ της οποίας απορρέει η αδικοπρακτική του ευθύνη και δικαιολογείται η εναντίον του άσκηση της ένδικης, αγωγής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων, αρνείται την ιδιότητα του ως εργολάβου της ενδίκου οικοδομής και μέμφεται ως προς τις αντίστοιχες παραδοχές της την προσβαλλομένη απόφαση προσάπτων σ’ αυτήν αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Τέλος δε ο αυτός αναιρετικός λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, διότι υπό την και επίφαση επίκληση των αιτιάσεων αυτών, προσβάλλεται η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2014 αίτηση των Μ. - Ε. Μ. Π. και Χ. Χ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 249/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ