Legislator Case Law & Legislation
1398/2014 AI generated

Supreme Court quashes appeal rejection for failure to prove fixed-term contracts converted to indefinite-term dependent employment.

Case Number 1398/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the Court of Appeals' decision rejecting the State's appeal against a labor dispute. The State argued that fixed-term contracts signed by the appellants were actually a single continuous indefinite-term dependent employment relationship. The Court found the lower court's reasoning insufficient to prove the contracts were consecutive and met the legal requirements for such a conversion. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeals for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure: A fixed-term contract is deemed converted into an indefinite-term dependent employment relationship only if the parties' intent and the continuity of work clearly demonstrate a single continuous relationship, requiring the lower court to provide specific and adequate reasoning to establish this legal characterization.

Keywords

AI generated
fixed-term contract conversion indefinite-term employment dependent employment relationship labor law characterization appeal remand insufficient reasoning consecutive contracts

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1398 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1398/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Κ. και 2) Π. Σ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2013 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-6-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 10-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).

Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του εν λόγω Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερθείσα Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Έτσι, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίσθηκαν τα εξής:

Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση (παρ. 1). Για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.

Οι κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 2). Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος (παρ. 5).

Ανεξάρτητα, όμως, από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο πρώτος ενάγων, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ι. Κ., προσλήφθηκε και απασχολήθηκε ως εποχικός πυροσβέστης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Καρπενησίου του Ν. Ευρυτανίας, με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, ως οδηγός πυροσβεστικού οχήματος, στο πυροσβεστικό κλιμάκιο ..., κατά τα χρονικά διαστήματα από 20-6-1998 έως 15-10-1998, από 1-6-1999 έως 31-10-1999, από 1-6-2000 έως 31-10-2000, από 25-5-2001 έως 25-10-2001, από 1-6-2002 έως 23-10-2002 και από 10-6-2003 έως 31-10-2003.

Ο δεύτερος ενάγων, ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Π. Σ., προσλήφθηκε και απασχολήθηκε επίσης ως εποχικός πυροσβέστης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Καρπενησίου του Ν. Ευρυτανίας, με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, ως εργάτης πυρόσβεσης - διάσωσης, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-6-1999 έως 31-10-1999, από 1-6-2000 έως 31-10-2000, από 25-5-2001 έως 25-10-2001, από 1-6-2002 έως 22-10-2002 και από 10-6-2003 έως 31-10-2003.

Οι ενάγοντες συνήψαν νέα σύμβαση με την Πυροσβεστική Υπηρεσία Καρπενησίου, ο πρώτος εξ αυτών ως οδηγός πυροσβεστικών οχημάτων και ο δεύτερος ως εργάτης πυρόσβεσης - διάσωσης, η οποία άρχισε, για κάθε έναν από αυτούς, την 1-6-2004, με διάρκεια που δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει τους πέντε μήνες. Οι τελευταίες αυτές συμβάσεις των εναγόντων καταγγέλθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 16-10-2004.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών με την Πυροσβεστική Υπηρεσία Καρπενησίου, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, ο καθένας ανάλογα με την ειδικότητά του, αφού προηγουμένως είχαν υποστεί την βασική εκπαίδευση, που υφίστανται οι μόνιμοι πυροσβέστες, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον, κατά τους μήνες που ίσχυε η σύμβασή τους, πεντάμηνης διάρκειας ως επί το πλείστον, εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους μόνιμους υπάλληλους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας της αντίστοιχης με αυτούς ειδικότητας.

Συγκεκριμένα - όπως δέχεται το Εφετείο - ο δεύτερος ενάγων, που είχε την ειδικότητα του εργάτη πυρόσβεσης - διάσωσης, απασχολείτο με την πρόληψη και την κατάσβεση των δασικών και των αστικών πυρκαγιών, καθώς επίσης και με διασώσεις και απεγκλωβισμούς ατόμων σε περιπτώσεις πλημμυρών και άλλων φυσικών φαινομένων, όπως επίσης και σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, ασκούσε, δηλαδή, τα ίδια ακριβώς καθήκοντα, με τα οποία ήταν επιφορτισμένοι και οι μόνιμοι υπάλληλοι της αντίστοιχης με αυτόν ειδικότητας, εκθέτοντας τον εαυτό του στους ίδιους με εκείνους κινδύνους και, επομένως, δεν βοηθούσε απλώς τους μόνιμους πυροσβέστες - διασώστες στα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τα Π.Δ. 314/1998 και 124/2003, τα οποία, οριοθετώντας την αποστολή και τα καθήκοντα των εποχικών πυροσβεστών της ειδικότητας αυτής, ορίζουν ότι αυτά είναι αμιγώς επικουρικά των μονίμων συναδέλφων τους και όχι ουσιαστικά και μάλιστα με συμμετοχή των εποχικών πυροσβεστών στις πιο επικίνδυνες φάσεις του πυροσβεστικού έργου, όπως είναι π.χ.

οι διασώσεις και οι απεγκλωβισμοί. Τα ίδια δε πρέπει να γίνουν δεκτά - συνεχίζει το Εφετείο - και για τον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος προσλήφθηκε και υπηρέτησε ως οδηγός πυροσβεστικών οχημάτων, καθόσον, στην περίπτωση αυτής της ειδικότητας των εποχικών πυροσβεστών, ακόμη και στο άρθρο 1 παρ. 3 του άνω Π.Δ. 124/2003 ορίζεται ότι "εκτελούν ανάλογα καθήκοντα με αυτά των μονίμων πυροσβεστικών υπαλλήλων που οδηγούν πυροσβεστικά οχήματα", δηλαδή έχουν ως κύριο καθήκον την οδήγηση των πυροσβεστικών οχημάτων, που είναι αναγκαία για την πυροσβεστική υπηρεσία καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, αφού σε δωδεκάμηνη βάση λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα εκείνα, τα οποία αποτελούν το κύριο αντικείμενο της εργασίας του μόνιμου πυροσβέστη (πρόληψη και καταστολή δασικών και αστικών πυρκαγιών, διασώσεις - απεγκλωβισμοί), επιπλέον δε όταν απαιτείται βοηθούν και τους μόνιμους υπαλλήλους στα πυροσβεστικά τους καθήκοντα, όπως, όμως, αποδείχθηκε και αυτοί οι εποχικοί πυροσβέστες δεν βοηθούσαν απλώς, αλλά ασκούσαν κανονικά τα καθήκοντα των μονίμων πυροσβεστών, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Οι ενάγοντες, εξάλλου, μετά το τέλος της ισχύος κάθε σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι την έναρξη της νέας αντιπυρικής περιόδου, χαρακτηρίζονταν εθελοντές και παρέμεναν σε ετοιμότητα, σύμφωνα με τις οδηγίες που τους δίνονταν από τις οικείες υπηρεσίες τους.

Με αυτά τα δεδομένα - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ανέθεσε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία και το έργο της κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών, για την επίτευξη του οποίου μάλιστα έκρινε απαραίτητο να αυξήσει τις οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού κατά 2.500 με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2612/1998, στη συνέχεια δεν κάλυψε τις θέσεις αυτές, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεγάλες ανάγκες σε προσωπικό, για την αντιμετώπιση των οποίων το εναγόμενο διαμόρφωσε το νομικό καθεστώς του εποχικού πυροσβέστη με τα Π.Δ. 314/1998 και 124/2003, παραλείποντας να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό προσλήψεως τακτικού προσωπικού, ως όφειλε μέσα στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης.

Η συγκεκριμένη παράλειψη έγινε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προφανώς για την μείωση του εργασιακού κόστους, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την απόφαση του εναγομένου να αξιοποιεί επιχειρησιακά τους εποχικούς πυροσβέστες, όχι μόνο για τις δασικές πυρκαγιές, αλλά και για τις αστικές, καθώς επίσης και ως διασώστες, ομολογώντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς ότι οι εποχικοί πυροσβέστες, άρα και οι ενάγοντες, εχρησιμοποιούντο για ένα ευρύτερο κύκλο εργασιών από τις εργασίες που περιγράφονται στα Π.Δ. 314/1998 και 124/2003.

Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες ήταν ενταγμένοι στο πρόγραμμα εθελοντισμού για την δασοπυρόσβεση, με συνέπεια κατά την μη αντιπυρική περίοδο να βρίσκονται σε ετοιμότητα και να εντάσσονται σε εβδομαδιαίες υπηρεσίες και μηνιαίες εκπαιδεύσεις, ατύπως δε, η μη προσέλευσή τους σ' αυτές λαμβανόταν υπόψη για την πρόσληψή τους την επόμενη αντιπυρική περίοδο.

Βάσει των ως άνω παραδοχών, το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες, με το συγκεκριμένο αντικείμενο εργασίας, κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του εναγομένου και ότι ως εκ τούτου η απασχόλησή τους από αυτό κατ' επίφαση στηριζόταν σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού η κατάρτισή τους δεν δικαιολογείται από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, ούτε υπαγορεύθηκε από αντικειμενικούς λόγους ή από κάποιο άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ειδικές συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών του εναγομένου, και έτσι συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά αυτού.

Συνεπώς, καταλήγει το Εφετείο, είναι άκυρος ο όρος των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεών τους με το Ελληνικό Δημόσιο συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία δεν έληξε στις 16-10-2004, αλλά συνέχισε να υφίσταται και μετά την ημερομηνία αυτή, εφαρμοζομένης, εν προκειμένω, της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, λόγω του ότι πρόκειται για συμβάσεις εργασίας, οι οποίες καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του Π.Δ. 164/2004 και ως εκ τούτου οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από το Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο ακολούθως επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του εναγομένου, την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 1/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας), που είχε αποφανθεί ομοίως, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν οι επίδικες συμβάσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ενός εκάστου εκ των αναιρεσιβλήτων, μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό.

Και τούτο, διότι δεν αιτιολογεί το Εφετείο επαρκώς την κρίση του, ότι η, κατά τα άνω, εθελοντική και χωρίς αμοιβή απλή ετοιμότητα των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να έχουν σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές τους δυνάμεις, κατά το μεγάλο χρονικό διάστημα των επτά μηνών, που μεσολαβούσε από την λήξη της (κάθε) συμβάσεώς τους (το μήνα Οκτώβριο) έως την έναρξη της νέας αντιπυρικής περιόδου (το μήνα Ιούνιο), πληρούσε τους όρους της συμβάσεως εργασίας κατά το άρθρο 648 του ΑΚ, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει σαφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι επίδικες συμβάσεις ενός εκάστου των αναιρεσιβλήτων ήταν διαδοχικές και συνακόλουθα ότι συνέτρεχαν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις ώστε να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούσαν εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των πρώτου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, και του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, που κατατείνουν στο αυτό αποτέλεσμα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο (Λαμίας), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία θα καθορισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 28/2013 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ