Legislator Case Law & Legislation
1398/2011 AI generated

1398/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1398/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1398/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1398 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1398/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Σ. του Α., και 2. Μ. Σ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Ζαχαροπούλου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νίκαινα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4457/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5095/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2009 αίτησή τους και τους από 29-12-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 21-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002! ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004} και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ'αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία, αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).

Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).

Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/1995, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογικού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα.

Στην παρούσα περίπτωση το δικάσαν, Εφετείο έκρινε, εκτός των άλλων, για το θέμα της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, αναφορικά με την αδικοπραξία (απάτη), την οποία ο αναιρεσίβλητος προβάλλει πως τέλεσαν σε βάρος του. Το παραπάνω δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), τα ακολουθα:

Ο ενάγων, ο οποίος είναι υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας και ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είναι υποσμηναγός, λόγω της συνυπηρέτησης τους σε μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας στη ..., είχαν φιλικές σχέσεις. Έτσι. ο πρώτος εναγόμενος στις αρχές του έτους 2000, γνωρίζοντας ότι ο ενάγων διαθέτει κάποιες οικονομίες, εν γνώσει και σε συνεννόηση με τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων, του παρέστησε ψευδώς ότι δήθεν μαζί με αυτούς (δεύτερη και τρίτο), οποίοι είχαν γνώσεις των χρηματιστηριακών συναλλαγών, αφού η μεν δεύτερη απασχολούνταν σε χρηματιστηριακή εταιρία της Β Ελλάδος και ο τρίτος εναγόμενος ήταν σύμβουλος επενδύσεων, θα προέβαιναν στη σύσταση χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "NORTH ATLANTIC ΑΕΕΧ" και τον έπεισε να συμμετάσχει στην εταιρία αυτή, ατύπως, ως μέτοχος με την καταβολή κάποιου κεφαλαίου κατά τη σύσταση της και βεβαιώνοντας τον ότι η συμμετοχή του στην εταιρία αυτή θα του απέφερε τεράστια κέρδη.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι. ο ενάγων πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου, τον οποίον εμπιστευόταν, λόγω της φιλικής τους σχέσης, κατέθεσε στις 14-3-00 το ποσό των 9000000 δρχ στον ... λογαριασμό, που τηρούσε η δεύτερη εναγομένη στην ALFA Τράπεζα Πίστεως και μετά από ενημέρωση από τον πρώτο εναγόμενο ότι για την κάλυψη των απαραιτήτων εξόδων της υπό ίδρυση εταιρίας απαιτείται επιπλέον το ποσό των 180000 δρχ, ο ενάγων κατέθεσε το ποσό αυτό στον προαναφερθέντα λογαριασμό.

Επειδή δε ο ενάγων ανησυχούσε για τα χρήματα του, αφού δεν είχε κάποια ενημέρωση από τους εναγόμενους, σχετικά με την υπό ίδρυση εταιρία, επικοινώνησε με τον πρώτο εναγόμενο ζητώντας του πληροφορίες, σχετικά με την υπό ίδρυση εταιρία, ο τελευταίος δε, αφού τον καθησύχασε, του πρότεινε να μεταβεί από τη Λάρισα, που κατοικεί, στην Αθήνα, προκειμένου να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα για να κατοχυρώσει τη θέση του σ' αυτήν (εταιρία).

Πράγματι, ο ενάγων, στις 29-3-00, ήλθε στην Αθήνα και επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο της Μ. Π.. πληρεξούσιας δικηγόρου της δεύτερης εναγομένης, προκειμένου να υπογράψει μαζί με την δεύτερη εναγομένη - αντισυμβαλλόμενη του, το υπό χρονολογία 29-3-00 ιδιωτικό συμφωνητικό, που είχε καταρτίσει η άνω δικηγόρος και το οποίο ρύθμιζε τις, υποχρεώσεις και τα δικαιώματα κάθε συμβαλλομένου στην εν λόγω εταιρία, καθώς και την τύχη των κεφαλαίων του, σε περίπτωση μη ιδρύσεως της, δηλ ότι σε περίπτωση που η άνω εταιρία δεν θα συστηνόταν να του επιστρέψει τα ήδη καταβληθέντα από αυτόν ποσά.

Όμως, η δεύτερη εναγομένη δεν προσήλθε για να υπογράψει το άνω συμφωνητικό, ο δε ενάγων κατέβαλε για τη σύνταξη του στην προαναφερθείσα δικηγόρο το ποσό των 23000 δρχ. Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος, στις αρχές Απριλίου 2001, τηλεφώνησε στον ενάγοντα και τον έπεισε να καταθέσει στον ... λογαριασμό στην ALFA BANK το ποσό των 5.000.000 δρχ, προκειμένου να ολοκληρωθεί η σύσταση της άνω εταιρίας North Atlantic ΑΕΕΧ και μη χάσει τα προηγούμενα ποσά.

που είχε καταβάλει για τη δημιουργία της άνω εταιρίας. Πράγματι, ο ενάγων κατέθεσε στον άνω λογαριασμό το ποσό που του ζήτησε ο πρώτος εναγόμενος στις 9-4-01, οπότε και διαπίστωσε ότι ο προαναφερθείς λογαριασμός ανήκε στην εταιρία με την επωνυμία "ΑΘΛΟΝ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΦΑΙΝΑΝΣΙΑΛ ΚΟΝΣΑΛΤΑΝΤΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος της, από τη σύσταση της, την 9-1-01 μέχρι την 30-6-03, ήταν ο τρίτος εναγόμενος.

Όταν δε μετέβη στην Αθήνα προκειμένου να ζητήσει εξηγήσεις από τους εναγομένους σχετικά με τα χρήματα του και την υπό σύσταση εταιρία, οι εναγόμενοι του δήλωσαν ότι δεν κατέστη εφικτό να συσταθεί η ανωτέρω εταιρία τμήμα των χρημάτων του είχε χρησιμοποιηθεί για τη σύσταση και τους σκοπούς της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΛΟΝ ΦΑΙΝΑΣΙΑΛ ΚΟΝΣΑΛΤΑΝΤΣ" και ότι θα του χορηγούσαν μετοχές αυτής της τελευταίας εταιρίας.

Πεισθείς δε ο ενάγων στις διαβεβαιώσεις τους και προκειμένου να μην απωλέσει τα χρήματα του προέβη στις απαιτούμενες διαδικασίες (έκδοση πιστοποιητικού περί μη πτωχεύσεως, αντίγραφου ποινικού μητρώου), προκειμένου να καταστεί μέτοχος της τελευταίας αυτής εταιρίας, πλην όμως ουδέποτε του μεταβιβάστηκαν πραγματικά μετοχές της άνω εταιρίας, ως είχε συμφωνηθεί, αφού κάτι τέτοιο δεν του επιτρεπόταν από την υπηρεσία του.

Ειδικότερα, από το από 10-4-01 έγγραφο του Σ. Κ. προς τον Μ. Σ. προκύπτει ότι ο πρώτος παραιτείται από την εταιρία ΑΘΛΟΝ, της οποίας φέρεται ότι είναι μέτοχος και η μετοχική του συμμετοχή είναι 16%, δηλώνοντας ότι δεν έχει καταβάλλει κάποιο ποσό για την απόκτηση του άνω ποσοστού, ούτε πρόκειται να καταβάλει στο μέλλον, ενώ όλως παραδόξως, με το με ίδια ημεροχρονολογία συμφωνητικό που φέρει μόνο την υπογραφή του Σ.

Κ., φέρεται να μεταβιβάζει αυτός, το ίδιο ποσοστό του 16% επί της άνω εταιρίας, αποτελούμενο από 3680 μετοχές αυτής αξίας 1000 δρχ εκάστη στον ενάγοντα. Εξάλλου, με το 1142001/11-4-01 έγγραφο της εταιρίας αυτής φέρεται ο Πρόεδρος της Μ. Σ. να υπόσχεται να μεταβιβάσει ποσοστό 16% της εταιρίας αυτής στον ενάγοντα, το οποίο όμως με το 1552001/15-5-2001 έγγραφο το εκχωρεί στον Σ.

Κ. που με τη σειρά του φέρεται να το μεταβιβάζει αυθημερόν με το από 15-5-01 συμφωνητικό πώλησης μετοχών, στον ενάγοντα στο οποίο σημειωτέον το γνήσιο των υπογραφών έχει βεβαιωθεί εκ των υστερούν και δεν έχει συμπληρωθεί πλήρως ως προς τη δήλωση φόρου υπεραξίας, ώστε να καθίσταται βέβαιο ότι πληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις για την ισχύ του.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι εκ μέρους των β και γ εναγομένων κατατέθηκαν στον λογαριασμό του πρώτου εναγομένου 11000000 δρχ πλην όμως δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι η κατάθεση του ποσού αυτού έγινε για λογαριασμό του ενάγοντα, και αφορούσε την οφειλή τους προς αυτόν, καθόσον οι β και γ εναγόμενοι είχαν και άλλες συναλλαγές με τον πρώτο εναγόμενο.

ούτε ότι ο ενάγων είχε δώσει πληρεξουσιότητα στον πρώτο εναγόμενο να εισπράττει χρήματα για λογαριασμό του, ενόψει και του γεγονότος ότι όσα χρήματα κατέβαλε για τη σύσταση της εταιρίας North Atlantic ΑΕΕΧ τα κατέθεσε απευθείας, σε δικούς τους λογαριασμούς ή στης εταιρίας της οποίας ο τρίτος εναγόμενος ήταν πρόεδρος.

Τα μόνα χρήματα που επεστράφησαν στον ενάγοντα ήταν το ποσό των 4250000 δρχ, που κατέθεσε σε λογαριασμό συγγενούς του ο πρώτος εναγόμενος ... . Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν είχαν πρόθεση να συστήσουν χρηματιστηριακή εταιρία, ενεργώντας από δόλο προκάλεσαν, μέσω του πρώτου αυτών, φίλου του ενάγοντα, στον τελευταίο την σφαλερή αντίληψη ψευδών πραγματικών γεγονότων ως αληθινών και δη αρχικά τον έπεισαν ότι η συμμετοχή του στην χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "NORTH ATLANTIC ΑΕΕΧ", που επρόκειτο δήθεν να συστήσουν οι δεύτερη και τρίτος εναγόμενοι θα του απέφερε τεράστια κέρδη και θα γινόταν μέτοχος, με αποτέλεσμα να πεισθεί ο ενάγων στις απατηλές διαβεβαιώσεις των εναγομένων και να προβεί στην καταβολή ως εισφορά στην υπό σύσταση εταιρία των ανωτέρω τόσων και στη συνέχεια προκειμένου να μη χάσει τα ποσά που είχε καταθέσει να δεχθεί την πρόταση των εναγομένων να του πωλήσουν μετοχές της δεύτερης εταιρίας (ΑΘΛΟΝ), τα οποία (ποσά) δεν θα κατέβαλε αν δεν είχε σφαλερή αντίληψη της πραγματικότητας, δεδομένου ότι η ανωτέρω εταιρία (NORTH ATLANTIC ΑΕΕΧ) ουδέποτε συστήθηκε, γεγονός το οποίο γνώριζαν από πριν οι εναγόμενοι ενώ στη συνέχεια ουδέποτε του μεταβιβαστήκαν, πραγματικά οι μετοχές της ΑΘΛΟΝ.

Συνεπεία δε της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, ο ενάγων υπέστη περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη σε (9000000 + 180000 + 5000000 =) 14180000 - 4250000 - 9953000 δρχ ισόποσο 29141,60 ευρώ.

Επομένως, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος ότι δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει τον ενάγοντα ως προς την ίδρυση της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας από τους λοιπούς εναγομένους και ότι και αυτός επείσθην από αυτούς και απώλεσε χρήματα από τη μη δημιουργία της . τον οποίο επαναφέρει με την έφεση του, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επίσης δε, ο ισχυρισμός των δεύτερης και τρίτου εναγομένων εκκαλούντων ότι εξόφλησαν τον ενάγοντα με την κατάθεση για λογαριασμό του στον πρώτο εναγόμενο ποσού 11000000 δρχ και τη μεταβίβαση σ' αυτόν μετοχές αξίας 36800000 δρχ, που νόμιμα επαναφέρεται με την έφεση τους είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού ούτε πραγματική μεταβίβαση μετοχών προς τον ενάγοντα αποδείχθηκε, ούτε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε πληρεξουσιότητα να εισπράττει για λογαριασμό του ενάγοντος, ούτε βεβαίως υπήρξε συναίνεση του ενάγοντος για την καταβολή αυτή.

Με τις παραπάνω παραδοχές, δεν υπάρχουν, πρόδηλα, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες δεν στηρίζουν με επάρκεια και σαφήνεια το πόρισμα του διατακτικού της. Ειδικότερα αναφορικά με τους αναιρεσίβλητoυς, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: α) με σαφήνεια και πληρότητα προσδιορίζεται η αδικοπρακτική τους συμπεριφορά (αρθρ. 914 και 926 ΑΚ), χωρίς να είναι αναγκαίο το δικαστήριο να αναλύει εκτενώς, πώς, από ποια, ακριβώς, αποδεικτικά στοιχεία και με ποιές λογικές διαδρομές καταλήγει στην προαναφερθείσα αιτιολογία του.

Έτσι: α) δέχεται, ανέλεγκτα, πώς αυτός ήταν σε συνεννόηση, με τον μη διάδικο, ήδη συνεναγόμενό τους και σε πλήρη γνώση της αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς β) το ποσό για την δήθεν συμμετοχή του αναιρεσίβλητου στην υπό σύσταση εταιρεία με την επωνυμία "NORTH ATLANTIC ΑΕΕΧ", κατέθεσε σε λογαριασμό που τηρούσε η πρώτη αναιρεσείουσα γ) ο αναιρεσίβλητος μετέβη στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου της πιο πάνω διαδίκου για να υπογράψει το σχετικό συμφωνητικό δ) κατέθεσε νέο ποσό, όχι όμως στην, υπό ίδρυση εταιρεία, κατά τα προαναφερθέντα, αλλά στην εταιρεία "ΑΘΛΟΝ", της οποίας μόνιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος αναρεσείων ε) οι αναιρεσείοντες του δήλωσαν, ότι δεν κατέστη δυνατόν να συσταθεί η πρώτη εταιρεία και θα του χορηγούσαν μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΛΟΝ Φαϊνάνσιαλ Κονσαλταντς" στ) δεν είχαν πρόθεση να συστήσουν χρηματιστηριακή εταιρεία συναλλαγών, αλλά ενεργώντας με δόλο, προκάλεσαν, μέσω, του πρώτου εναγομένου, την σφαλερή εντύπωση στον αναιρεσίβλητο, ότι επρόκειτο να συστήσουν την παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρεία, η οποία θα απέφερε τεράστια κέρδη και στην οποία αυτός θα ήταν μέτοχος.

Άρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων προσδιορίζεται, οριοθετείται και αιτιολογείται επαρκώς. Γίνεται δε δεκτό, πως οι πράξεις απάντων των αρχικά εναγομένων, κατά τα προδιαληφθέντα, επήνεγκαν την ζημία των αναιρεσιβλήτων. Η αιτιολογία αυτή δε στηρίζει κατά τον τρόπο σαφή το διατακτικό της.

Το ότι ο αναιρεσίβλητος λόγω της υπηρεσίας του στην Πολεμική Αεροπορία θα είχε πρόβλημα, ως προς την μεταβίβαση των μετοχών, δεν καθιστά αντιφατικές τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί αυτό αφορά το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου και όχι την προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων.

Ούτε όπως προπαρατέθηκε, οι ενέργειες των τελευταίων έλαβαν χώρα, αποκλειστικά μετά τις καταβολές του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αντίθετα, παράλληλα, και σε συνδυασμό με εκείνες του συνεναγομένου της. Άρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι προβάλλουν τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, εκτός των άλλων, δεν έλαβε υπόψιν το αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ο λόγος αυτός δεν είναι, όμως, βάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν, όλα, γενικά, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Δηλαδή, είναι ανάγκη να έχει γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου και δη, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 418/2004, ΑΠ 556/2004). Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης και αναφοράς σε καθένα, ξεχωριστά, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες να προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, η λήψη υπ' οψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 126/2006, ΑΠ 1072-1073/2005, ΑΠ 918/2006, ΑΠ 694/2003).

Θα πρέπει, πάντως, για το ορισμένο του λόγου, ο αναιρεσείων να διαλαμβάνει στην αναίρεση του, το αποδεικτικό μέσο, που λήφθηκε, παρανόμως υπόψη και την επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης, επιπλέον δε να ισχυρισθεί, ότι επικαλέστηκε, νόμιμα, στο δικαστήριο της ουσίας τα περιστατικά, που υποχρέωναν το δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις, του άρθρου 562 II ΚΠολΔ.

Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του έλαβε υπ' οψιν, εκτός των άλλων όλα "... τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη καθαυτά και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...".

Από τη γενική αυτή αναφορά, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, πως το Εφετείο έλαβε υπ' οψη και εκτίμησε, όλα γενικά, τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα, και συγκεκριμένα : 1) τα τραπεζικά έγγραφα, που απεδεικνύουν την καταβολή στον πρώτο εναγόμενο, ως εκπρόσωπο του αναιρεσίβλητου κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων στις 8.5.2001, το ποσό των 11.000.000 δρχ και 2) έγγραφο από το οποίο προέκυπτε , ότι ο πρώτος εναγόμενος παρέλαβε, ως εκπρόσωπος του αναιρεσίβλητου, όπως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν 3680 μετοχές της εταιρείας "ΑΘΛΟΝ ΑΕ", αξίας 1000 δραχμών η κάθε μια προς εξόφληση της οφειλής, ύψους 3.680.000 δραχμών.

Τούτο δε ενισχύεται και από το ότι, κατά τα προαναφερθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση απάντησε με ειδική αιτιολογία στην ένσταση εξόφλησης. Άλλωστε, οι αναιρεσείοντες δεν διευκρινίζουν, πλην των προαναφερθέντων , ήδη, ποιά ακριβώς, έγγραφα δεν έλαβε υπ' όψιν η πληττόμενη απόφαση, αναφερόμενοι αόριστα σε "τραπεζικά έγγραφα".

Ούτε αναφέρεται, όπως θα έπρεπε (ΑΠ 244/2011), το περιεχόμενό τους. Τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, (κατάθεση μάρτυρος, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά της με αριθμό 4457/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας και από 9.4.2001) έγγραφο μνημονεύονται προκειμένου, με την εκτίμηση που αποδίδουν στο περιεχόμενό τους οι αναιρεσείοντες, να πλήξουν, την ανέλεγκτη, περί την ουσίαν κρίση του Εφετείου.

Συνεπώς, ο δεύτερος, κύριος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην πιο πάνω απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφ' όσον δεν υπάρχουν άλλοι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους, ως αβάσιμοι. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (αρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2009 αίτηση και τους από 29.12.2010 πρόσθετους λόγους των Ν. Σ. και Μ. Σ. για αναίρεση της με αριθμό 5095/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ