Supreme Court dismisses appeal on bill of exchange dispute, rejecting claim of erroneous interpretation of endorsement rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the company 'X & CIA O.E.' against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred in interpreting the law regarding endorsements on bills of exchange, claiming the court incorrectly required a specific clause on the bill itself. The court found the appeal baseless because the lower court correctly relied on extrajudicial admissions and witnesses to determine the legal representative acted individually as the last endorsee, not as an agent. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court may reject an appeal based on erroneous interpretation of substantive law when the lower court's findings are supported by other valid evidence, and that a claim for damages based on different factual circumstances not pleaded in the original suit cannot be examined ex officio.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1398 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1398/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ & ΣΙΑ ΟΕ" που εδρεύει σ την ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδόπουλο-Παπατσώρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ψ1-Ψ2 ΑΕ-Εμπορική & Τεχνική", κατοίκου ..., 2. Ψ2 κατοίκου ..., και 3. Ψ3, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν οι 1ος και 2ος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γαλλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ο 3ος από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Λαδά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37445/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1441/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 6-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 23 του ν. 5960/1933 και δέχθηκε ότι η απόδειξη της καλυμμένης λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφησης της επιταγής πρέπει να αποδεικνύεται από τιθέμενη στο σώμα των επιταγών σχετική ρήτρα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο το πόρισμα του ότι τελευταίος κομιστής των επιταγών είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσειουσας, ο οποίος ενήργησε ατομικά και όχι ως πληρεξούσιος της αναιρεσειουσας, με καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, στήριξε όχι μόνο στην έλλειψη σχετικής ρήτρας επί του σώματος των επιταγών, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα (εξώδικη ομολογία και μάρτυρες).
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.
Ο λόγος αυτός της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφαση του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε τα από 21-9-1999, 20-9-2000 και 29-12-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας, νομίμως δημοσιευμένα, τα οποία είχε επικαλεσθεί νόμιμα με τις προτάσεις της και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσείουσα και από τα οποία προέκυπτε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Χ, που εμφάνισε προς πληρωμή τις επιταγές, συμμετέχει στην εταιρία κατά ποσοστό 90%, γεγονός που συνηγορεί στην ταυτότητα των οικονομικών συμφερόντων τους και στην ανυπαρξία απαιτήσεως του νομίμου εκπροσώπου της κατ' αυτής που να δικαιολογεί τη μεταβίβαση σ' αυτόν των επίμαχων επιταγών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μετά των άλλων αποδείξεων και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα.
Εξώδικη ομολογία κατά την έννοια του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτιμώμενη ελεύθερα, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, που αφορά αμφισβητούμενο και επιβλαβές για τον ομολογούντα πραγματικό περιστατικό, η οποία απευθύνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, από εκείνο που δικάζει την υπόθεση ή περιέρχεται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο που δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Τέτοια εξώδικη ομολογία αποτελεί και η περιεχόμενη σε αγωγή προηγούμενης δίκης. Επομένως, το Εφετείο, που για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η ενάγουσα δεν ήταν η τελευταία νόμιμη κομίστρια των επιταγών, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε ως εξώδικη ομολογία της ενάγουσας τον περιεχόμενο στην με αριθ. κατ. 44635/24-12-2001 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στην από 30-8-2001 αίτηση της επί της οποίας εκδόθηκε η 24571/2001 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επιβλαβή για την ενάγουσα ισχυρισμό ότι αυτή είναι εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών (και όχι τελευταία κομίστρια), δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη του το αποδεικτικό μέσο της εξώδικης ομολογίας και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ.1 β'ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς;, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (Α.Π. 24/05, 62/04). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και για την εξακρίβωση της αλήθειας τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, όταν ο τελευταίος κομιστής της επιταγής είναι νομικό πρόσωπο η τράπεζα αξιώνει την οπισθογράφηση της επιταγής και από το φυσικό πρόσωπο που την εμφανίζει προς πληρωμή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας και διότι σε κάθε περίπτωση η μη λήψη αυτού κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο από το άρθρο 559 αριθ 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο.
Από τα άρθρα 216 και 224 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 40, 44 και 79 του ν. 5960/1933, 297, 298, 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι η εξ αδικοπραξίας αγωγή του κομιστή ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής κατά του προσώπου που ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρίας εξέδωσε την επιταγή, για αποκατάσταση της ζημίας του από την μη πληρωμή της επιταγής, πρέπει για την πληρότητα της να διαλαμβάνει τα στοιχεία της ουσιαστικής νομιμοποίησης του, ήτοι ότι αυτός είναι ο τελευταίος κομιστής της επιταγής ή ότι είναι κομιστής εξ αναγωγής, δηλαδή προηγούμενος οπισθογράφος που μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής την πλήρωσε και την ανέλαβε, διότι μόνο οι κομιστές αυτοί είναι αμέσως ζημιωθέντες από την μη πληρωμή της επιταγής (Α.Π. 1008/2010).
Επομένως, αν κατά την αγωγή η νομιμοποίηση του ενάγοντος στηρίζεται ότι αυτός είναι ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, δεν μπορεί κατ' έφεση να μεταβάλλει τα στοιχεία της νομιμοποίησης του και να ισχυρισθεί ότι είναι εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής, ούτε το δικαστήριο μπορεί να δεχθεί την αγωγή και επιδικάσει αποζημίωση με βάση την μη επικληθείσα, αλλά τυχόν αποδειχθείσα ιδιότητα του ενάγοντος ως εξ αναγωγής κομιστή, διότι τότε λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και καθιστά αναιρετέα την απόφαση του κατ' άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ" αρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 20-9-2005 αγωγής της αναιρεσείουσας, στην οποία σωρεύονται αξίωση από αδικοπραξία και αξίωση διάρρηξης δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, προκύπτει ότι αυτή για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης της ισχυρίστηκε ότι είναι τελευταία κομίστρια των επιταγών, τις οποίες εμφάνισε προς πληρωμή ο νόμιμος εκπρόσωπός της Χ, δυνάμει καλυμμένης κατόπιν ιδιαίτερης μεταξύ τους συμφωνίας πληρεξουσιότητας.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Χ κατά την εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή ενήργησε ως πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, δυνάμει ιδιαίτερης μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά ότι ενήργησε ατομικά ως νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση και ότι επομένως αυτός είναι ο τελευταίος κομιστής των επιταγών και όχι η αναιρεσείουσα, ενώ δέχθηκε ότι δικαιούχος αποζημίωσης είναι μεν κατά νόμο και ο εξ αναγωγής κομιστής, που πλήρωσε και ανέλαβε την επιταγή, πλην, όμως, τέτοια περιστατικά περί πληρωμής και ανάληψης των επιταγών δεν είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της η αναιρεσείουσα και δεν μπορούσε να τα λάβει αυτεπάγγελτα υπόψη του.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε την εκ της αδικοπραξίας βάση της αγωγής δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι εφόσον η ουσιαστική νομιμοποίηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως αμέσως ζημιωθείσας από την μη πληρωμή των επιταγών θεμελίωση είχε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή την ιδιότητα της ως τελευταίας κομίστριας των επιταγών, δεν μπορούσε το Εφετείο να ερευνήσει και επιδικάσει αποζημίωση με βάση την τυχόν προκύπτουσα από τις αποδείξεις ιδιότητα της ως εξ αναγωγής κομίστριας των επιταγών, διότι η τελευταία στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά ενεργητικής νομιμοποίησης, που συνίστανται στην επίκληση ότι μετά την εμφάνιση των επιταγών από τον τελευταίο κομιστή Χ η αναιρεσείουσα ως προηγούμενη αυτού οπισθογράφος πλήρωσε σ' αυτόν τις επιταγές και τις ανέλαβε, ώστε, ως ζημιωθείσα από την πληρωμή, να μπορεί να ασκήσει το εξ αναγωγής δικαίωμα της, τα οποία περιστατικά δεν διαλαμβάνονται, ούτε επικουρικά, στην αγωγή..
Επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.
Μετά από την απόρριψη των ανωτέρω λόγων αναίρεσης και της αμετάκλητης κρίσης ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε αξίωση εξ αδικοπραξίας από τις παραπάνω επιταγές, η οποία αξίωση ταυτίζεται με εκείνη που θεμελιώνει την σωρευμένη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή διάρρηξης, παρέλκει η έρευνα του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγου της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 40, 44, 79 του ν. 5960/1933, 914, 939 Α.Κ. το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή διάρρηξης, δεχόμενο ότι η εξ αδικοπραξίας απαίτηση της αναιρεσείουσας δεν είχε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Χ & ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1441/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ