Legislator Case Law & Legislation
1397/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute due to evidence distortion and procedural bar on appeal bond refund.

Case Number 1397/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision, ruling that the fourth ground was inadmissible due to vagueness and the lower court's reliance on a distorted document. The court found the appellant lost on the merits because the appellate court based its judgment on evidence that had been altered. Consequently, the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs, but the appeal bond was refunded as labor disputes are exempt from such fees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 648, 6 of the Code of Civil Procedure; Articles 614, 495 of the Code of Civil Procedure; Article 38 of the Civil Code: An appeal ground is inadmissible if vague and unsupported by evidence, and appeal bonds are not required for labor disputes, entitling the appellant to a refund regardless of the appeal's outcome.

Keywords

AI generated
Labor Dispute Appeal Inadmissible Grounds Evidence Distortion Appeal Bond Refund Legal Costs Award Code of Civil Procedure Labor Law Exemption

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 648 and 6 of the Civil Code
Article 614 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos, 3, 4/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1397 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1397/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Ι., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πολυτίμη Τασίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8395/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1372/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 6-12-2019 και με αριθ. κατά 3638/398/10-12-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1372/13-5-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 7-10-2015 και με αριθ. κατάθ. 3418/3320/9-10-2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 8395/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσία η ανωτέρω έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 28-12-2011 και με αριθ.

κατάθ. 50531/30-12-2011 αγωγή αυτού κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και πριν από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 499, 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 725/20222, ΑΠ 1205/2020, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 666/2009).

Σημειώνεται ότι δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η μη ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών (ΑΠ 725/2022, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 420/2021, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 997/2017, ΑΠ 602/2017).

Τέλος σύμβαση εταιρείας κατά το άρθρο 741 ΑΚ είναι εκείνη η σύμβαση με ην οποία δυο ή περισσότερα πρόσωπα αναλαμβάνουν αμοιβαία την υποχρέωση να επιδιώξουν με κοινές εισφορές κοινό σκοπό, ιδίως οικονομικό (ΑΠ 368/2023, ΑΠ 397/2022). Εξάλλου για τον ορθό χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας ή έργου ή εντολής ή σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή εταιρείας, ο οποίος αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες εκτέλεσης της εργασίας, αφού ληφθεί υπόψη (για την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων) η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία κατά την ερμηνεία της δηλώσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ επίσης δεν ασκεί επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται σε αυτήν από τους συμβαλλομένους (ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 18/2006, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 2242/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 319/2017).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας τους λόγους της από 7-10-2015 έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης με αριθμό 8395/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 28-12-2011 αγωγή του, και με την οποία επικαλούμενος ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως διευθυντής πωλήσεων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τον Ιούνιο του έτους 2006 μέχρι την 13-6-2007 που καταγγέλθηκε η σύμβαση του, χωρίς να του καταβληθούν οι συμφωνημένες αποδοχές του και η πρόσθετη αμοιβή του για την πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία του και για την εργασία του την Κυριακή, ζήτησε να του καταβληθεί το συνολικό ποσό των 36.157,78 ευρώ και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο, προκειμένου να καταλήξει στο ουσιώδες αποδεικτικό του πόρισμα ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας παρείχε υπηρεσίες ο αναιρεσείων, αφορούσε σχέση συνεργασίας των διαδίκων ενόψει προσεχούς σύστασης εταιρείας μεταξύ αυτών και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) διατηρεί στην Περαία Θεσσαλονίκης και στο ισόγειο της οικοδομής, στην οποία διαμένει, ατομική επιχείρηση πώλησης και εγκατάστασης συστημάτων ασφαλείας και παροχής υπηρεσιών φύλαξης, με την επωνυμία "...".

Η εν λόγω επιχείρηση επειδή δεν διέθετε κέντρο λήψης σημάτων συναγερμού, που να λειτουργεί σε 24ωρη βάση, ώστε να δέχεται ψηφιακά σήματα επείγουσας ανάγκης από τα συστήματα συναγερμού, που ήταν εγκατεστημένα στους χώρους των πελατών της, συνεργαζόταν για τον συγκεκριμένο λόγο με την επιχείρηση του Α. Σ., με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε.", στην οποίαν εργαζόταν ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) από το έτος 2000 μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2006. Από την πολυετή συνεργασία των ως άνω επιχειρήσεων μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκε στενή φιλική σχέση, με αποτέλεσμα όταν ο ενάγων τον Απρίλιο του έτους 2006 απολύθηκε από την "... ΕΠ.Ε.", συμφώνησαν να συνεργαστούν και να συστήσουν μία νέα εταιρία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και φύλαξης, με νέο διευρυμένο πλέον πελατολόγιο, λόγω των γνωριμιών του ενάγοντος και καλύτερη και αμεσότερη εξυπηρέτηση των πελατών, λόγω της πολυετούς εμπειρίας του τελευταίου και των γνώσεών του στην πληροφορική.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο ενάγων τον Μάιο του έτους άρχισε να προσέρχεται στο χώρο της επιχείρησης του εναγόμενου και να λαμβάνει γνώση των υποθέσεων αυτής, έχοντας παράλληλα πρόσβαση στο αρχείο της και στο ήδη υπάρχον πελατολόγιό της, ενώ πραγματοποιούσε και επαφές (τηλεφωνικές ή προσωπικές) με νέους πελάτες, με σκοπό να τους εντάξει στη συνέχεια στην εταιρία, που θα ίδρυαν με τον εναγόμενο.

Ωστόσο, η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για ίδρυση εταιρίας με το προαναφερθέν αντικείμενο δεν ευοδώθηκε, εξ αιτίας του ενάγοντος, ο οποίος δεν μπορούσε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα έγγραφα για τη συμμετοχή του στην εταιρία, κυρίως, λόγω οφειλών του στο ΤΕΒΕ. Έτσι ο ενάγων μετά πάροδο ολίγων μηνών έπαψε πλέον να προσέρχεται στην επιχείρηση του εναγομένου και μόλις την 9.8.2007 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και την 10.6.2008 στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, ενώ στη συνέχεια στις 30.12.2011 άσκησε την ένδικη αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι με τον εναγόμενο τον συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα όμως με τα πραγματικά περιστατικά, που προεκτέθηκαν και προκύπτουν από την συνεκτίμηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη και των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, η μεταξύ των διαδίκων σχέση δεν ήταν εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά η συνολική παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος προς τον εναγόμενο ήταν εκείνη του μελλοντικού συνεταίρου, σε εκπλήρωση της προεκτεθείσας συμφωνίας τους και της αναληφθείσας υποχρεώσεώς τους για σύσταση εταιρίας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και φύλαξης και για επίτευξη του συμφωνηθέντος σκοπού της, στα πλαίσια της οποίας (συμφωνίας) ο ενάγων ενεργούσε αυτοβούλως και κατά την εκτίμησή του για τη διεύρυνση του πελατολογίου της εταιρίας, που θα ίδρυαν, χωρίς να αναμειγνύεται στις υποθέσεις της ατομικής επιχείρησης του εναγομένου και ως εκ τούτου να έχει οποιαδήποτε εξάρτηση από αυτόν, ή να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο της απασχόλησής του, αφού στην πραγματικότητα δεν παρείχε υπηρεσίες στην επιχείρηση του εναγομένου, αλλά οι ενέργειες του αποσκοπούσαν στα γενικότερα συμφέροντα της εταιρίας, που θα ίδρυαν και κατά την ως άνω συμφωνία τους δεν θέλησαν και δεν απέβλεψαν στην παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος στην ατομική επιχείρηση του εναγομένου.

Το γεγονός δε ότι ο ενάγων προσερχόταν στο χώρο της τελευταίας δεν ήταν απόρροια συμβατικής υποχρέωσής του να ακολουθεί ορισμένο και υποχρεωτικό ωράριο, αλλά οφειλόταν αφενός στο ότι ο χώρος διέθετε εξοπλισμό, όπως ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα αρχεία, το πελατολόγιο κλπ και αφετέρου στο ότι του είχε δοθεί η σχετική άδεια, ώστε να είναι σε θέση ως μελλοντικός συνεταίρος να προχωρήσει στις διαδικασίες ίδρυσης της εταιρίας, διεύρυνσης του πελατολογίου, γνωριμίας των παλαιών και νέων πελατών κλπ.

Ενδεικτικό άλλωστε ότι ο ενάγων δεν παρείχε εξαρτημένη εργασία είναι και το γεγονός ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο εναγόμενος, αναφερόμενος σ' αυτόν, δήλωναν την ιδιότητα του "συνεργάτη", τίτλος, που δεν προσιδιάζει σε υπάλληλο μιας μικρής ατομικής επιχείρησης, με περιορισμένο κύκλο εργασιών και με αντίστοιχα έξοδα, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της μικρής δυναμικότητας της η επιχείρηση δεν είχε ανάγκη πρόσληψης υπαλλήλου, οι δε ανάγκες της καλύπτονταν από τις υπηρεσίες του ίδιου του εναγόμενου, του αδελφού του Θ.

Γ., της συζύγου του Μ. Γ., καθώς και ενός υπαλλήλου, που πραγματοποιούσε τις νυκτερινές περιπολίες και φύλαξη των εγκαταστάσεων των πελατών, ενώ, όπως προεκτέθηκε, για τα σήματα επείγουσας ανάγκης υπήρχε συνεργασία με την επιχείρηση του Α. Σ. "... Ε.Π.Ε.". Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να προκύψει : Α) από την από 21.6.2006 βεβαίωση αποδοχών, που υπογράφει ο εναγόμενος, σύμφωνα με την οποίαν ο ενάγων "εργάζεται στην εταιρία από 1.6.2006 ως Υπάλληλος Γραφείου με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 920 ευρώ", καθώς και από τις υπ' αριθ. 25/16.5.2006 και 48/2.6.2006 αποδείξεις εισπράξεως στις οποίες αναφέρεται ότι ο ενάγων έλαβε από τον εναγόμενο το ποσό των 460 ευρώ και 460 ευρώ, με την αιτιολογία "για το πρώτο δεκαπενθήμερο μηνός Μαίου" και "εξόφληση μηνός Μαίου", αντίστοιχα, δεδομένου ότι αποδείχτηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα εκδόθηκαν από τον εναγόμενο αποκλειστικά και μόνο προς εξυπηρέτηση του ενάγοντας και μόνο για τραπεζική χρήση, ώστε να μπορέσει να λάβει καταναλωτικό δάνειο από την Τράπεζα Πειραιώς, όπως και πράγματι αυτός έλαβε, ύψους 5.000 ευρώ, τακτική, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, συνηθιζόταν την περίοδο εκείνη (έτος 2006) για την λήψη δανείου από τις Τράπεζες και Β) από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποσταλέντα από την ηλεκτρονική διεύθυνση ....gr έγγραφα, δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται οι σχετικές απαντήσεις ή ερωτήσεις των αναφερομένων σ' αυτά πελατών, ούτε αποδεικνύεται ότι τη συγκεκριμένη ως άνω ηλεκτρονική διεύθυνση χρησιμοποιούσε η επιχείρηση του εναγομένου, αφού δεν φαίνεται καταχωρημένη στο όνομά της (βλ.

επικαλούμενο και προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο έγγραφο της IP.GR.). Εξάλλου, ο εναγόμενος ουδέποτε ασφάλισε τον ενάγοντα ως μισθωτό στο Ι.Κ.Α., ούτε προέβη σε αναγγελία της πρόσληψής του στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΑΕΔ, γεγονός που ο εναγών ήταν σε θέση να διαγνώσει εξαρχής και να προβεί περαιτέρω στις σχετικές καταγγελίες εις βάρος του εναγομένου, αφού και την εργασιακή εμπειρία είχε και τη δυνατότητα, λόγω της στενής φιλικής του σχέσης με τον εναγόμενο και της πρόσβασής του στα αρχεία και έγγραφα της επιχείρησης, που του επέτρεπαν να ελέγχει τα σχετικά αυτά σοβαρά θέματα.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι αν και ο ενάγων επικαλείται ότι υπέστη κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2007 εργατικό ατύχημα κατά την εκτέλεση εργασίας, που του ανέθεσε ο εναγόμενος, ουδέν έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο επικαλείται και προσκομίζει για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, ούτε άλλωστε προκύπτει ότι προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία στις αρμόδιες υπηρεσίες για το περιστατικό αυτό, ενώ δεν δίνει πειστική εξήγηση για το γεγονός ότι παρόλο, που ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε την συμφωνηθείσα αμοιβή του, ανερχόμενη στα 920.00 ευρώ, μηνιαίως, παρέμεινε εργαζόμενος στην επιχείρησή του και μάλιστα με εξαντλητικό ωράριο (12 ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως και Σάββατο και Κυριακές), για χρονικό διάστημα άνω του ενός (1) έτους, περιερχόμενος μάλιστα, σε αδυναμία συντήρησης του εαυτού του και αναγκαζόμενος να προχωρήσει στη λήψη δανείου για το σκοπό αυτό, ενώ παράλληλα οι σχέσεις του με τον εναγόμενο δεν διαταράχθηκαν, αλλά, αντίθετα, παρέμειναν φιλικές.

Επομένως, εφόσον δεν μπορεί να γίνει λόγος για παροχή εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η αξίωση του ενάγοντος για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβής για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές, δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδειών το επίδικο χρονικό διάστημα είναι αβάσιμη.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το χαρακτηρισμό της σχέσης εργασίας του, δεν προκύπτει (κατά την στο αναιρετήριο διατύπωση): α) που στηρίζει την κρίση της περί δήθεν "συμφωνίας" και "αναληφθείσας υποχρέωσής μας για σύσταση εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και φύλαξης".

Εκτιμώντας ποια πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά μέσα κατέληξε σε αυτόν τον συλλογισμό; Ποια ήταν η δήθεν συμφωνία για μελλοντική συνεργασία....β) Πως καταλήγει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δήθεν εγώ "ενεργούσα αυτοβούλως χωρίς να αναμιγνύομαι στις υποθέσεις της ατομικής επιχείρησης του εναγομένου.."....ενώ η ίδια αποδέχεται ότι "ο ενάγων προσέρχονταν στο χώρο της τελευταίας (επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου) αλλά αυτό δεν ήταν δήθεν απόρροια συμβατικής υποχρέωσης...αλλά οφειλόταν στο ότι ο χώρος διέθετε εξοπλισμό...

και ακολούθως ότι ο αναιρεσίβλητος είχε υπογράψει την από 21-6-2006 βεβαίωση αποδοχών, όπου ο ίδιος βεβαιώνει ότι εργάζομαι στην εταιρεία από 1-6-2006 ως υπάλληλος γραφείου με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 920 ευρώ και τις αποδείξεις είσπραξης του μισθού μου με αρ.25/16-5-2006 και 48/2-6-2006 γ) Πως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προσέλευσή μου στην επιχείρηση δεν ήταν υποχρέωσή μου να ακολουθώ το συμβατικό ωράριο αλλά επειδή η επιχείρηση διέθετε εξοπλισμό και αναιτιολόγητα καταλήγει και χαρακτηρίζει τη σχέση ως σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, αναφερόμενη αόριστα σε μια δήθεν συμφωνία για σύσταση εταιρείας;

Τέλος, ότι η προσβαλλομένη α) θεώρησε ως ενδεικτικό στοιχείο ότι δεν παρείχα εξαρτημένη εργασία το γεγονός ότι ο ενάγων και ο αναιρεσίβλητος δήλωναν την ιδιότητα του "συνεργάτη" "τίτλος που δεν προσιδιάζει σε υπάλληλο μικρής ατομικής επιχείρησης", ενώ το στοιχείο αυτό δεν είναι κρίσιμο για το χαρακτηρισμό της συμβάσεως, β) δεν δέχθηκε ότι τα αποσταλλέντα από τον ίδιο ηλεκτρονικά μηνύματα-έγγραφα προέρχονται από την ηλεκτρονική διεύθυνση της επιχείρησης του εναγομένου, γ) δέχθηκε ότι η σχέση του με τον αναιρεσίβλητο δεν ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, από το γεγονός της μη ασφάλισης του στο ΙΚΑ ως μισθωτού και του γεγονότος ότι είχε πρόσβαση στα αρχεία της επιχείρησης και επομένως μπορούσε να ελέγξει σχετικά σοβαρά ζητήματα.

Εν κατακλείδι η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε το νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης σχέσης με βάση ανυπόστατους συλλογισμούς, αγνόησε παντελώς πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα κρίσιμα έγγραφα τα οποία αν ελάμβανε υπόψη θα είχε δεχτεί την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Έτσι διατυπούμενος, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον υπό τις επικαλούμενες αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, δεχόμενο σχετικά με τη φύση της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης, δεν ήταν εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά η συνολική παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος προς τον εναγόμενο ήταν εκείνη του μελλοντικού συνεταίρου, σε εκπλήρωση της σχετικής συμφωνίας τους και της αναληφθείσας εκατέρωθεν υποχρεώσεως για σύσταση εταιρείας παροχής υπηρεσιών, για την επίτευξη του σκοπού της οποίας ο ενάγων ενεργούσε αυτοβούλως και κατά την εκτίμησή του για τη διεύρυνση του πελατολογίου της ιδρυθησόμενης εταιρείας, χωρίς να αναμειγνύεται στις υποθέσεις της ατομικής επιχείρησης του εναγομένου και εξ αυτού να υφίσταται οποιαδήποτε εξάρτηση απ' αυτόν ή να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο της απασχόλησής του, ούτε θέλησαν και δεν απέβλεψαν στην παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος στην ατομική επιχείρηση του εναγομένου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως, όπως αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον ανωτέρω λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι ως εκ τούτου αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2022).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1795/08).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1094/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του, ότι η συνδέουσα αυτόν με τον εναγόμενο σχέση είναι αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, "διότι ουδόλως έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδεικνύουν τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά την ύπαρξη αυτής και ειδικότερα το γεγονός ότι ελάμβανα από τον αναιρεσίβλητο σταθερό μισθό μηνιαίως, καθώς επίσης και ότι τελούσα υπό την άμεση εποπτεία και τις οδηγίες του, παρέχοντας σε καθημερινή βάση την εργασία μου στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου στην Περαία Θεσσαλονίκης, τα οποία προτάθηκαν και αποδείχθηκαν από μη αμφισβητούμενα έγγραφα που προσκόμισα".

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, αυτό έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ως προς τον χαρακτήρα της συμβάσής του, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και τον απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσία, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, κατά το σκέλος δε αυτού, με το οποίο αιτιάται ότι το ίδιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την άποψη του προκύπτουν από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), είναι απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία (άρθ. 352 ΚΠολΔ) και τα δημόσια έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445 του ΚΠολΔ).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατά άρθρο 340, εκτιμώνται "ελεύθερα", το δε δικαστήριο αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Επομένως ο παραπάνω από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο ή δεν προσέδωσε σε αυτό την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει από το νόμο και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 του ΚΠολΔ) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εκτίμησε ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1378/2021, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 593/2014, ΑΠ 479/2010).

Τέλος, κατά το άρθρο 445 του ΚΠολΔ, έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη (ΑΠ 593/2014, ΑΠ 891/2012). Η ανταπόδειξη όμως αφορά μόνο την προέλευση του εγγράφου από τον εκδότη τους και όχι την αλήθεια του περιεχομένου αυτών, η οποία ειδικά για τα ιδιωτικά έγγραφα μαρτυρίας, δηλαδή για έγγραφα που περιέχουν πραγματικά περιστατικά, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο.(ΑΠ 586/2020, ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 868/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη την αυξημένη αποδεικτική ισχύ της από 21-6-2006 βεβαίωσης αποδοχών και των από 16-5-2006 και 2-6-2006 αποδείξεων είσπραξης μισθοδοσίας, εκ των οποίων αποδεικνύεται πλήρως η ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων σχέσης εξαρτημένης εργασίας, ενώ αντιθέτως επέλεξε παράνομα να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα υπολειπόμενης τυπικής ισχύος, όπως μαρτυρίες, υπεύθυνες δηλώσεις, καθώς και έγγραφα που δεν ασκούν καμία επιρροή στη δίκη.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη και εκτιμώνται, κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεκτίμησε τα προαναφερόμενα έγγραφα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, εκτιμώντας ελεύθερα το περιεχόμενό τους, χωρίς να τους προσδώσει μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' αυτήν που έχουν κατά νόμο και χωρίς να απαγορεύσει την ανταπόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, το οποίο, κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ΚΠολΔ, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1271/2022, ΑΠ 78/2021, ΑΠ 950/2019). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που παραμορφώθηκε και όχι απλά να έχει συνεκτιμήσει αυτό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 333/2011).

Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1400/2021, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος αναφορικά με τη λήψη του δανείου από τον αναιρεσείοντα από την ..., με την αποδοχή πραγματικών γεγονότων προφανώς διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, όμως, δεν παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), ώστε να είναι εμφανές το διαγνωστικό λάθος από τη σύγκριση του περιεχομένου του εγγράφου και αυτού που προσέδωσε το δικαστήριο καθώς και ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε με συνέπεια ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης στον αναιρεσίβλητο, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 495 του KΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ισχύοντος από 2.4.2012 κατά το άρθρο 113 αυτού, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, η οποία αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 μετά την αναδιατύπωση του εν λόγω άρθρου, ισχύοντος από 1-1-2016 [κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου], και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016 ισχύοντος από 23-1-2017 κατ' άρθρο 45 αυτού, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατ' απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές - προηγουμένως άρθ. 663 επ. του KΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 6-12-2019 και με αριθ. κατάθεσης 3638/10-12-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 1372/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ` αριθ. 31223865295002100093 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική διαφορά, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2019 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 1372/13-5-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για τη δικαστική του δαπάνη το ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρίσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ