Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding municipal debt succession and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding labor disputes involving a municipal radio enterprise. The appellants argued that the municipality should be liable for the enterprise's debts without specific clearance reports, and that the appellate court exceeded its jurisdiction by rejecting the lawsuit as vague. The court rejected these claims, ruling that the municipality's liability requires a specific clearance report and that the appellate court acted within its bounds by rejecting the lawsuit as vague, which was actually beneficial to the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 179 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a municipality's liability for a dissolved enterprise's debts requires a specific clearance report, and an appellate court does not exceed jurisdiction by rejecting a lawsuit as vague if such rejection is not more detrimental than the original dismissal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1397 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1397/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ν. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ... 3) Λ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Ζ. Β. του Γ., κατοίκου ... που παραστάθηκαν η με α/α 4η μετά και όλοι οι λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Παπαδάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου-Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΝΠΔΔ-ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΥΛΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Φυλή Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Ντίνου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. 2) της υπό εκκαθάριση τελούσας ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ ΑΝΩ ΛΙΟΣΙΩΝ (Δ.Ε.Ρ.Α.Λ) και το δ.τ. "ΞΕΝΙΟΣ 94,3", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Άνω Λιόσια και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Μποζονέλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 30-1-2014 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε παρέμβαση και την από 4-2-2014 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 880/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6306/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 7.12.2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 9316/1059/7.12.2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6306/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 5.10.2012 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 7301/19.11.2012) έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και άλλων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη κατά της υπ' αριθμ. 448/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 29.3.2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 61558/1732/1.4.2010) αγωγή αυτών και των λοιπών εναγόντων (μη διαδίκων στη δίκη αυτή). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της από 20.9.2013 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Φυλής" ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από αυτό στις 29.10.1990, 1.1.1991, 22.2.1993 και 1.3.1998, αντίστοιχα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 30.11.2010, 31.12.2012, 30.4.2012 και 28.2.2012, αντίστοιχα.
Ότι η εργοδότριά τους επιχείρηση με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ραδιοφωνίας Άνω Λιοσίων" (Δ.Ε.Ρ.Α.Λ.) δεν τους κατέβαλε τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης. Ότι το εναγόμενο με την υπ' αριθμ. 326/2011 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου και την 89/2012 τροποποιητική τοιαύτη, αποφάσισε τη λύση της δημοτικής επιχείρησης και με την υπ' αριθμ. 16579/15337 απόφασή του, αποφάσισε την κάλυψη των δαπανών για δεδουλευμένες αποδοχές του προσωπικού της υπό εκκαθάριση δημοτικής επιχείρησης.
Ζήτησαν μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Ότι με την από 30.1.1014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή του, με την οποία ζητούσε σε περίπτωση που υποχρεωθεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη να το καταβάλει σε αυτό.
Ότι η 2η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 4.2.2014 παρέμβασή της και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 880/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η ως άνω παρέμβαση, απορρίφθηκε η κύρια αγωγή ως αβάσιμη λόγω παραγραφής και, επίσης, ως αβάσιμη η σωρευόμενη στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή.
Μετά από άσκηση εφέσεως των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 6306/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία μετά από εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συνακόλουθα και την ασκηθείσα παρέμβαση.
Κατά το άρθρο 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το Ν. 3463/2006: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως τις 31.12.2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση".
Η ορισθείσα με τη διάταξη αυτή προθεσμία παρατάθηκε με τα άρθρα 25 παρ. 1α Ν.3613/2007, 21 παρ. 13 Ν.3731/2008 και 17 παρ. 3 Ν. 3812/2009 μέχρι τις 31.12.2008, 31.12.2009 και 31.12.2010 αντίστοιχα. Εξ άλλου κατά το άρθρο 262 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα: "Τη λύση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής. Μετά την εκκαθάριση της επιχείρησης, όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει".
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι μετά τη λύση της Δημοτικής Επιχείρησης ο Δήμος ή η Κοινότητα που την έχουν συστήσει δεν καθίστανται καθολικοί διάδοχοι αυτής (με την έννοια της υπεισέλευσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της) αλλά αντίθετα η Δημοτική Επιχείρηση μετά τη λύση της, τίθεται υπό εκκαθάριση και ότι συνακόλουθα ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει (άρθρο 72 εδ.
β' ΑΚ), μόνο δε μετά το πέρας της εκκαθάρισης και μόνο εφόσον απομένουν περιουσιακά της στοιχεία, αυτά περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει (ΑΠ 2005/2017). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 11 Ν. 4071/2012 με τον τίτλο "Δημοτικές επιχειρήσεις με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού" ορίστηκε: "1.
Σε περίπτωση λύσης υφιστάμενων δημοτικών επιχειρήσεων με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού, η δραστηριότητα τους δεν μεταφέρεται. 2. Οφειλές των ανωτέρω επιχειρήσεων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, περιλαμβανομένων και των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού τους, ανεξαρτήτως εάν αυτό μεταφέρεται ή όχι, μπορούν να καταβάλλονται από τον οικείο ΟΤΑ, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά το στάδιο της εκκαθάρισης τους, ή μετά το πέρας αυτής, έπειτα από σχετική εισήγηση των εκκαθαριστών και αιτιολογημένη απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του".
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Το έννομο συμφέρον κρίνεται με βάση τη βλάβη που προκαλείται στον αναιρεσείοντα από την προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, το άρθρο 536 ΚΠολΔ ορίζει ότι 1) Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει έφεση ή αντέφεση. 2) Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι μόνο το τυπικό δικονομικό σφάλμα του Εφετείου σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ και την απόρριψη της έφεσης με αντικατάσταση των αιτιολογιών, εφόσον κρίνεται ορθό το διατακτικό της απόφασης, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν με το παραγόμενο δεδικασμένο επέρχεται βλάβη του διαδίκου και δικαιολογείται έτσι έννομο συμφέρον αυτού για την άσκηση αναίρεσης (ΑΠ 347/2020, 519/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Η συνδρομή του κατά τα άνω αναιρετικού λόγου εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ837/2019, 1366/2018, ΑΠ 991/2014).
Αντίθετα τόσο η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, όσο και η ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή αυτού συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ελέγχονται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1, ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, 291/2015). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτος ή μη νόμιμος, αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, 3/1997, ΑΠ 941/2020).
Από τη διάταξη δε του άρθρου559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι πράγματα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσεως, γι' αυτό και η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να το ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 134/2008, 1436/2002).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών, με την έφεση, παραπονιέται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.
Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του άνω κώδικα, της αντικαταστάσεως των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι' αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 § 1 του κώδικα αυτού, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 347/2020, 356/2013, 519/2008, 1951/2007, 1493/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το ένα σκέλος της, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ για τη νομιμοποίηση των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα για το πως κατέστη ο Δήμος Φυλής καθολικός διάδοχος της δημοτικής επιχείρησης ώστε να είναι υπόχρεος στην καταβολή των αιτουμένων ποσών καθώς και τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Ν. 4071/2012 σχετικά με την καταβολή των οφειλών της ανωτέρω επιχείρησης από τον οικείο ΟΤΑ.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της από 20.9.2013 αγωγής προκύπτει ότι πουθενά στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρεται η από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 4071/2012, προβλεπόμενη ακολουθητέα διαδικασία, προκειμένου να καταβληθούν από τον άνω Δήμο οι δεδουλευμένες αποδοχές. Ειδικότερα καίτοι στην αγωγή αυτή αναφέρουν οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες ότι η εργοδότριά τους, ήτοι η δεύτερη αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα "Δημοτική Επιχείρηση Ραδιοφωνίας Άνω Λιοσίων" (Δ.Ε.Ρ.Α.Λ.) έχει τεθεί με απόφαση των οικείων οργάνων της σε καθεστώς εκκαθάρισης και αναφέρουν μάλιστα και την 16579/15337 (7) απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Φυλής, η οποία αφορά στη λύση της Δημοτικής αυτής επιχείρησης (2ης αναιρεσίβλητης), τη θέση της με απόφαση των οικείων οργάνων σε καθεστώς εκκαθάρισης καθώς και ότι με την απόφαση αυτή προκαλείται δαπάνη σε βάρος του προϋπολογισμού του Δήμου μεταξύ άλλων για οφειλόμενες αποδοχές προσωπικού εξαρτημένης και μη εργασίας, καθώς και αποζημιώσεις προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης, εν τούτοις δεν αναφέρουν ότι τηρήθηκε ή άνω διαγραφομένη από το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 4071/2012 προϋπόθεση, προκειμένου να αιτηθούν από το πρώτο αναιρεσίβλητο τις επίδικες αξιώσεις.
Επομένως το Εφετείο απορρίπτοντας την ως άνω αγωγή των αναιρεσειόντων ως αόριστη, ορθά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 4071/2012 ερμήνευσε και εφάρμοσε σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Και τούτο, διότι από το προαναφερθέν άρθρο 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το Ν.3463/2006 προκύπτει σαφώς α) ότι από την έναρξη ισχύος του έως τις 31.12.2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση", από δε το άρθρο 262 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, β) ότι τη λύση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής και ότι μετά την εκκαθάριση της επιχείρησης και μόνο, όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει.
Ότι δηλαδή μετά τη λύση της Δημοτικής Επιχείρησης ο Δήμος ή η Κοινότητα που την έχουν συστήσει δεν καθίστανται καθολικοί διάδοχοι αυτής (με την έννοια της υπεισέλευσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της) αλλά αντίθετα η Δημοτική Επιχείρηση μετά τη λύση της τίθεται υπό εκκαθάριση και ότι συνακόλουθα ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει (άρθρο 72 εδ.
β' ΑΚ), μόνο δε μετά το πέρας της εκκαθάρισης και μόνο εφόσον απομένουν περιουσιακά της στοιχεία, αυτά περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει.
Συνεπώς και στην προκειμένη περίπτωση που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς διαρκεί η εκκαθάριση της εργοδότριας "Δημοτικής Επιχείρησης Ραδιοφωνίας Άνω Λιοσίων" και για όσο διαρκεί, για να υπεισέλθει ο εν λόγω Δήμος Φυλής στις άνω ένδικες υποχρεώσεις της τελευταίας, εφόσον κατά τα άνω δεν είναι καθολικός της διάδοχος ακόμη, έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 4071/2012 να υπάρχει συγκεκριμένη εισήγηση του εκκαθαριστή, που να αφορά τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και αιτιολογημένη απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου περί αναλήψεως της υποχρεώσεως αυτής. Ωστόσο, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει η λήψη υπόψη των κατά την αιτίαση αναφερομένων πραγμάτων και μη αξίωση περισσοτέρων στοιχείων των απαιτουμένων για τη νομιμοποίηση του 1ου αναιρεσιβλήτου και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η κατά την αναίρεση μη λήψη υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση των αναφερομένων σε αυτή θεμελιωτικών της αγωγής και πράγματι κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ συνιστώντων πραγματικών περιστατικών. Κατά συνέπεια, ο σχετικός πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεώς τους (ως εναγόντων) κατά της, ως ουσιαστικά αβάσιμης, απορριψάσης την ένδικη (από 20.9.2013) αγωγή αυτών, πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε την τελευταία ως αόριστη, χωρίς την άσκηση αντεφέσεως ή την ύπαρξη ειδικού προς τούτο παραπόνου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην προϋπόθεση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, η οποία, όμως, προϋπόθεση είναι εσφαλμένη, αφού το Εφετείο μπορούσε, μέσα στα όρια της έφεσης, αν και οι αναιρεσείοντες - εκκαλούντες παραπονέθηκαν για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής τους, να την απορρίψει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου) και μετά εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ως αόριστη, χωρίς η απόφαση αυτή να είναι επιβλαβέστερη για τους εκκαλούντες, αφού η απόρριψη της αγωγής ως αόριστης είναι επωφελέστερη για αυτούς από την εκκληθείσα και δεν καθιστά χείρονα τη θέση τους και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.12.2020 αίτηση των 1) Ν. Γ. κλπ (σύν. 4) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6306/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ