Supreme Court dismisses appeal on parental support claim, ruling it was not a gift exceeding circumstances.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting the wife's claim to recall parental support payments. The appellant argued the payments constituted a gift exceeding the necessary measure for the daughter's independence, while the lower court found the amounts were within the required limits. The court held that since the first ground of appeal was inadmissible, the remaining arguments attacking the court's reasoning were also useless and the appeal was rejected in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 505, 559 of the Civil Code; The court's decision to reject parental support claims as gifts exceeding the necessary measure is final and binding, rendering subsequent appeals based on the same reasoning inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1397 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1397/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικά ενάγουσας Α. χήρας Ι. Π. το γένος Β. Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σούβλη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. - Κ. συζύγου Ν. Τ., το γένος Ιωάννη Παπαζήση, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Άγγελου Μπαντουβάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2010 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5207/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3860/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/11/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 6-11-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3860/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 14-2-2013 έφεση της αρχικώς ενάγουσας, Α. χας Ι. Π., η οποία απεβίωσε και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τον αναιρεσείοντα, κατά της υπ' αριθ. 5207/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 18-3-2012 αγωγή της (αρχικώς ενάγουσας), κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η βασιμότητα των λόγων της ανάκλησης των αναφερομένων σ' αυτή προς την αναιρεσίβλητη γονικών παροχών, που υπερβαίνουν το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, και να θεωρηθούν ανακληθείσες αυτές. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιοδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο, το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις, θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση και την οικογενειακή κατάσταση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες αυτών, την οικονομική κατάστασή τους, την ηλικία του κλπ.
Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης και έτσι η παροχή υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς και είναι ανακλητέα στο σύνολό της ή μερικώς, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 656/2011, ΑΠ 1990/2007, ΑΠ 982/2004).
Αντίθετα, εφόσον η παροχή αυτή δεν υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο δεν συνιστά δωρεά και δεν είναι επιτρεπτή η ανάκλησή της κατά τις παραπάνω διατάξεις. Με τα δεδομένα αυτά, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή για ανάκληση γονικής παροχής ως δωρεάς, λόγω αχαριστίας, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ, πρέπει να περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρότασή της, ως αποδεικτικό πόρισμα, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, από τα οποία να προκύπτει, ότι η γονική παροχή δεν υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν.
Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος, συνοδευόμενης από ασθένεια, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο.
Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάση αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικό αυτά, εν όψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων συμβληθέντων (δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση, αν τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικά την εφαρμογή του άρθρου 505 του ΑΚ. (ΑΠ 656/2011, ΑΠ 109/2010, ΑΠ 1719/2009).
Εντέλει, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1509 και 505 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο γονέας που επιθυμεί να ανακαλέσει τη γονική παροχή, που έκανε προς το τέκνο του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει πρώτον, ότι η γονική παροχή που έκανε υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, ώστε να κριθεί ότι πρόκειται περί δωρεάς στο σύνολό της ή μερικώς, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να ανακληθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ και δεύτερον ότι το τέκνο του επέδειξε με τη συμπεριφορά του αχαριστία και υπέπεσε σε βαρύ παράπτωμα απέναντι στο δωρητή γονέα, ή στο σύζυγό του ή σε στενό συγγενή του, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης.
Μόνον δε σε περίπτωση που αποδειχθούν και οι δύο ως άνω προϋποθέσεις μπορεί να ανακληθεί η γονική παροχή στο σύνολό της ή μερικώς. Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή η απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.
αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007).
Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες, ήτοι μη αναγκαίες για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 1008/2007). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικώς ενάγουσα - εκκαλούσα Α.
χήρα Ι. Π., το γένος Β. και Μ. Π., η οποία απεβίωσε στις 19-03-2013..., ήταν μητέρα της εναγομένης και ήδη εφεσιβλήτου και του Κ. Π. του Ι., ο οποίος, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, συνεχίζει τη δίκη ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της... Δυνάμει της από 06-08-1983 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος την 26-12-1984 Ι. Κ. Π., συζύγου της αρχικώς ενάγουσας και πατέρα της εναγομένης, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως κατά τη συνεδρίαση της 18-04-1986 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τα υπ' αριθμ. .../1986 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, ο θανών κατέλειπε :
α) στην εναγομένη θυγατέρα του ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας δύο ( 2 ) ισογείων οριζοντίων ιδιοκτησιών - διαμερισμάτων, σε πολυκατοικία επί της οδού ... στην περιοχή ..., που είχε στην κυριότητά του, β) στην ενάγουσα σύζυγό του την επικαρπία ποσοστού 1/2 εξ' αδιαιρέτου των ανωτέρω διαμερισμάτων, καθώς επίσης και των υπολοίπων οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας αυτής, ήτοι έξι (6) διαμερισμάτων του υπογείου και μίας ( 1 ) αποθήκης, τριών ( 3 ) καταστημάτων και ακόμη τριών ( 3 ) διαμερισμάτων του ισογείου και τεσσάρων ( 4 ) διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου και ποσοστό 7/12 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου επιφάνειας 888,25 τ.μ., κειμένου στο Ιωάννινα, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, δηλαδή έξι ( 6 ) ισογείων καταστημάτων, μίας ( 1 ) αποθήκης και μίας διόρωφης οικίας, και γ) στο μη διάδικο στην παρούσα δίκη υιό του από το γάμο του με την ενάγουσα και αδελφό της εναγόμενης Κ.
Ι. Π., την ψιλή κυριότητα επί όλων των ανωτέρω ακινήτων, την επικαρπία των οποίων κληρονόμησε η ενάγουσα, πλην των δύο ( 2 ) διαμερισμάτων που έλαβε η εναγόμενη και επιπλέον την πλήρη κυριότητα ποσοστού 1/6 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, επιφάνειας 79 τ.μ. στο .... Σύμφωνα με την ανωτέρω διαθήκη, ο αποβιώσας άφηνε στην εναγομένη μόνο τα προεκτεθέντα δύο κληρονομιαία στοιχεία, ενόψει του ότι κατά το παρελθόν είχε ήδη μεταβιβασθεί σε αυτήν μία εξοχική οικία με οικόπεδο επιφάνειας 700 μέτρων επί της ...
και για το λόγο ότι ήταν δυσαρεστημένος από την συμπεριφορά που επεδείκνυε απέναντι του. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο διαθέτης ανέφερε στην διαθήκη του περιστατικά που θα μπορούσαν ενδεχομένως να στηρίξουν λόγο αποκλήρωσης της εναγομένης θυγατέρας του, κατ' άρθρο 1840 αρ. 3 του Α.Κ., η ενάγουσα, θεωρώντας ότι από την διαθήκη αυτή αδικήθηκε η εναγόμενη, της οποίας εξάλλου θιγόταν η νόμιμη μοίρα, αποφάσισε να συντάξει νέα πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος συζύγου της, με ημερομηνία 08-09-1984, γράφοντάς την με το δικό της χέρι και θέτοντας την υπογραφή κατ' απομίμηση του διαθέτη, με την οποία ρύθμιζε την κατανομή της κληρονομιάς με δικαιότερο τρόπο.
Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε, κατόπιν αίτησης της ιδίας της ενάγουσας, κατά τη συνεδρίαση της 14-03-1986, με τα υπ' αριθμ. 1340/1986 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως τελικώς αυτή ακυρώθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4495/1987 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής που ασκήθηκε από αμφότερες τις διαδίκους και στρεφόταν εις βάρος του Κ.
Π....Ο τελευταίος κλήθηκε σκοπίμως από τις διαδίκους σε εσφαλμένη διεύθυνση, ούτως ώστε να μην προσέλθει ποτέ στο Δικαστήριο και να μην λάβει γνώση της ύπαρξης ούτε της πλαστής διαθήκης, ούτε της αγωγής. Κατόπιν τούτου, η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 07-03-1990 αγωγή περί ακύρωσης της γνήσιας ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα της, κατά το μέρος που προσέβαλε τη νόμιμη μοίρα της.
Ενόψει δε της συζητήσεως της αγωγής αυτής, καταρτίστηκε από τις διαδίκους το από 11-02-1991 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου επήλθε συμβιβασμός, καθόσον αποφασίστηκε να καταβληθεί στην εναγομένη το συνολικό ποσό των είκοσι έξι εκατομμυρίων (26.000.000) δραχμών, προκειμένου αυτή να παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα επί της νόμιμης μοίρας.
Κατά τη σύνταξη δε του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού καταβλήθηκε το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, το υπόλοιπο δε συμφωνήθηκε να καταβληθεί έως την 30-06-1991, πλην όμως, δεν αποδεικνύεται ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε. Ακολούθησε η άσκηση της από 20-02-2002 αγωγής της εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη διεκδίκηση της νόμιμης μοίρας της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6015/2004 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου και αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της σε ποσοστό 16,96% επί της κληρονομιαίας περιουσίας, που κατέλειπε κατά τον χρόνο θανάτου του ο κληρονομούμενος πατέρας της Ι.
Κ. Π.. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, πλην των ακινήτων που κληρονόμησε από τον σύζυγό της, διέθετε και η ίδια προσωπική ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από το 1/2 της πλήρους κυριότητας όλων των προπεριγραφέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας επί της οδού ..., στην περιοχή ..., από τρία (3) οικόπεδα στο Δήμο ..., στη θέση "..." επιφάνειας 300,86 τ.μ., 229,51 τ.μ., με οικία επιφάνειας 50 τ.μ.
και 444,28 τ.μ., με οικία επιφάνειας 100 τ.μ., καθώς επίσης και από δύο (2) οικόπεδα στο ... και στο ..., τα οποία εκποιήθηκαν περί το έτος 1989, το τίμημα δε που έλαβε το παραχώρησε όχι στην εναγομένη για την ανέγερση ιδιόκτητης οικίας, όπως αβασίμως υποστηρίζει, αλλά στον υιό της, συστήνοντας υπέρ αυτού γονική παροχή, προκειμένου ο τελευταίος να καλύψει προσωπικές του οφειλές, μεταξύ άλλων και το φόρο κληρονομιάς που προέκυψε για την αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. .../1997 συμβόλαιο γονικής παροχής, χρηματικού ποσού δώδεκα εκατομμυρίων (12.000.000) δραχμών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Περσεφόνης Αθανασοπούλου - Ρετσίνα - Κεχαγιά.
Στο πέρασμα των ετών, οι σχέσεις των διαδίκων ήταν άλλοτε ομαλές, με συχνή επικοινωνία, διενέργεια κοινών θερινών διακοπών στο εξοχικό τους στην ... και στο σπίτι τους στο ... και συνεννόηση για τη διαχείριση της κοινής περιουσίας και άλλοτε διαταράσσονταν, κυρίως λόγω της παρουσίας του αδελφού της εναγομένης, ο οποίος δεν διατηρούσε αρμονικές σχέσεις μαζί της, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ότι δυσφημούσε αυτόν, με οποιοδήποτε τρόπο, αντιθέτως δε, ο ίδιος ασκούσε επιρροή στην ενάγουσα, καθόσον τόσο αυτή, όσο και ο αποθανών σύζυγός της, του είχαν ιδιαίτερη αδυναμία.
Ο αδελφός της εναγομένης ήταν κατ' αρχήν κάτοικος εξωτερικού, εν συνεχεία δε περί το έτος 1999 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Βέβαια και οι σχέσεις του τελευταίου με την ενάγουσα μητέρα του, είχαν διακυμάνσεις, καθόσον η τελευταία άσκησε εις βάρος του αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων για την αποβολή του από το, επί της οδού ..., διαμέρισμα που διέμενε και του οποίου η ενάγουσα είχε την επικαρπία.
Επί της αιτήσεώς της αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9554/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ενάγουσα αναγνωρίστηκε νομέας του ακινήτου και διατάχθηκε η απόδοση της νομής του σε αυτήν. Άσκησε, επίσης, την από 19-04-2008 αγωγή της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σχετικά με τη διαχείριση του εκπλειστηριάσματος, ύψους εξακοσίων πενήντα χιλιάδων επτακοσίων είκοσι ενός ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών ( 650.721,24 ), που είχε συγκεντρωθεί από τη δικαστική διανομή του ακινήτου στα Ιωάννινα.
Στο πλαίσιο αυτό των οικογενειακών σχέσεων, η ενάγουσα αποφάσισε να προβεί σε μεταβιβάσεις διαφόρων περιουσιακών της στοιχείων στην εναγόμενη, δυνάμει γονικών παροχών. Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../01-03-1995 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Περσεφόνης Αθανασοπούλου - Ρετσίνα - Κεχαγιά, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζωγράφου στον τόμο 148 και με αριθμό 82, μεταβίβασε στην εναγόμενη, αιτία γονικής παροχής, ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επτά (7) διαμερισμάτων του υπογείου, επιφάνειας 30,95 τ.μ., 42,71 τ.μ., 39,40 τ.μ., 17,05 τ.μ., 18,14 τ.μ., 22,03 τ.μ.
και 26,04 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 32,31/1000, 44,59/1000, 41,13/1000, 17,80/1000, 18,93/1000, 23/1000 και 27,18/1000 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως, πέντε ( 5 ) διαμερισμάτων, επιφάνειας 39,607 τ.μ., 26,045 τ.μ., 41,64 τ.μ., 45,415 τ.μ. και 48,75 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 41,34/1000, 27,18/1000, 43,47/1000, 47,41/1000 και 50,89/1000 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως, τριών ( 3 ) καταστημάτων του ισογείου, επιφάνειας 15,60 τ.μ., 11,275 τ.μ.
και 10,25 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 16,26/1000, 11,77/1000 και 10,70/1000 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως, ένα ( 1 ) διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 45,41 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 47,41/1000 εξ αδιαιρέτου, του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων επάνω από τον υφιστάμενο πρώτο όροφο, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 279,77/1000 εξ αδιαιρέτου, κλιμακοστασίου υπογείου επιφάνειας 5 τ.μ., κλιμακοστασίου ισογείου, επιφάνειας 11,7 τ.μ., κλιμακοστασίου ισογείου, επιφάνειας 8,20 τ.μ., κλιμακοστασίου πρώτου ορόφου επιφάνειας 7,20 τ.μ.
και κλιμακοστασίου πρώτου ορόφου, επιφάνειας 8,20 τ.μ., επί της προαναφερθείσας οικοδομής στην περιοχή ... και επί της οδού ..., παρακρατώντας εφόρου ζωής την επικαρπία. Στην παροχή δε αυτή προέβη, όπως ρητώς αναγράφεται στο συμβόλαιο, με σκοπό να συμβάλει στην επαγγελματική, οικονομική και οικογενειακή αποκατάσταση του τέκνου της.
Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-02-2001 συμβολαίου γονικής παροχής της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζωγράφου στον τόμο ... και με αριθμό …, μεταβίβασε στην εναγομένη, αιτία γονικής παροχής, το 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 119,28 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 124,50/1000 εξ αδιαιρέτου, παρακρατώντας και πάλι την επικαρπία εφ' όρου ζωής και, όπως ρητώς ετέθη στο συμβόλαιο, η παροχή αυτή έγινε προς εκπλήρωση ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και από πραγματικό γονικό ενδιαφέρον που δεν ξεπερνά το λογικό μέτρο.
Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι κατά την υπογραφή των ανωτέρω δύο γονικών παροχών, εξαπατήθηκε από την εναγομένη, καθόσον, ενώ πίστευε ότι της μεταβίβαζε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας δύο μόνο οριζοντίων ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα των διαμερισμάτων εκείνων των οποίων η εναγομένη είχε ήδη καταστεί ψιλή κυρία κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατρός της, στην πραγματικότητα βρέθηκε να της μεταβιβάζει σχεδόν ολόκληρη την ακίνητη περιουσία της, γεγονός που ανακάλυψε εκ των υστέρων, ήτοι περί το έτος 2004.
Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ο ανωτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας, καθόσον από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα συμβόλαια, τα οποία, εξάλλου, δεν προσβάλλονται ως πλαστά, προκύπτει ότι το κείμενο αυτών της αναγνώστηκε από την Συμβολαιογράφο, με την οποία, άλλωστε, υπήρχε μακροχρόνια συνεργασία και σχέση εμπιστοσύνης, καθόσον όλα τα προσκομιζόμενα συμβόλαια, στα οποία φαίνεται συμβαλλόμενη η ενάγουσα και τα οποία αφορούσαν μεταβιβάσεις των ακινήτων της, καταρτίζονταν διαχρονικά από την ίδια Συμβολαιογράφο.
Πέραν τούτων, ενόψει του κοινωνικού και μορφωτικού επιπέδου της ενάγουσας, η οποία ήταν δασκάλα και με εμπειρία στις μεταβιβάσεις ακινήτων, ως ιδιοκτήτρια μεγάλης ακίνητης περιουσίας, δεν ήταν δυνατόν να μην είχε αντιληφθεί τι ακριβώς μεταβίβαζε στην εναγομένη. Αντιθέτως, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα σύνταξης των επίδικων συμβολαίων, προκύπτει ότι βούληση της ενάγουσας ήταν πράγματι να μεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα των προπεριγραφεισών ιδιοκτησιών, στη θυγατέρα της, παρά τις διάφορες διενέξεις και τις διακυμάνσεις που υπήρχαν στις μεταξύ τους σχέσεις κατά το παρελθόν, κυρίως λόγω της δικαστικής διαμάχης αναφορικά με την κληρονομιαία περιουσία του συζύγου της ενάγουσας και πατέρα της εναγομένης.
Μετά την κατάρτιση των ανωτέρω γονικών παροχών, η ενάγουσα επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά, που υποδηλώνουν, κατά τους ισχυρισμούς της, την αχαριστία της εναγομένης. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι την 20-06-2004 η εναγομένη εισήλθε κρυφά στην εξοχική τους οικία, στο ... Αναβύσσου και σκοπίμως έρριψε αντιηλιακό λάδι στο πάτωμα, προκειμένου να προκαλέσει ατύχημα και η οποία ( ενάγουσα ) πράγματι έπεσε, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί.
Ωστόσο, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε αφενός μεν ότι κατά το διάστημα αυτό τραυματίστηκε, καθόσον δεν προσκομίζεται σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, αφετέρου δε ότι, ακόμη και αν τραυματίστηκε, ο τραυματισμός αυτός οφείλεται σε δόλια ενέργεια της εναγομένης, ενόψει του ότι το περιστατικό αυτό δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από την επ' ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως.
Αντιθέτως, προέκυψε ότι, όταν τον Απρίλιο του έτους 2007, υπέστη κάταγμα στο πόδι της, τηλεφώνησε στην εναγομένη για βοήθεια, η οποία πράγματι μετέβη στην οικία της και επιμελήθηκε της μεταφοράς της στο νοσοκομείο, ο σύζυγος δε της εναγομένης, καθώς και ο υιός της, προέβησαν σε εθελοντική αιμοδοσία για τη χορήγηση αίματος στην ενάγουσα, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και γενικά τόσο η εναγομένη, όσο και ο σύζυγός της, συμπαραστέκονταν στην ενάγουσα, όταν αυτό ήταν αναγκαίο.
Περαιτέρω, από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στη σχετική θέση της παρούσας απόφασης, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διατηρούσε, μεταξύ άλλων, κοινό τραπεζικό λογαριασμό την τράπεζα " Eurobank ", ο οποίος ήταν στα ονόματα της ιδίας και των δύο εγγονών της, τέκνων της εναγομένης ήτοι του Α.
και Μ. Τ. και στον οποίο αποταμίευε χρηματικά ποσά, με σκοπό να διατεθούν για τις σπουδές των εγγονών της. Την 20-07-2004, η θυγατέρα της εναγομένης ανέλαβε από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό το χρηματικό ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και τριάντα λεπτών (14.549,30) για να καλυφθούν έξοδα του υιού της εναγομένης για την διενέργεια μεταπτυχιακών σπουδών στο Λονδίνο, ενέργεια όμως που γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, η οποία, άλλωστε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, αποταμίευε το ανωτέρω χρηματικό ποσό ακριβώς, προκειμένου να το διαθέσει για τον σκοπό αυτόν, δηλαδή τις σπουδές των εγγονών της.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι την 21-11-2004 η εναγομένη διέρρηξε την οικία της ενάγουσας, ότι από τον Απρίλιο του έτους 2006 και μετά πραγματοποιούσε απειλητικά τηλεφωνήματα σε αυτήν, ούτε ότι το έτος 2008 με παραπλάνηση της απέσπασε το χρηματικό ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα (35.370,00) ευρώ, για την εκτέλεση εργασιών αναστήλωσης, στην παλαιά οικογενειακή τους οικία στο ..., καθόσον οι ισχυρισμοί της αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από κανένα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία.
Εξάλλου, όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της ενάγουσας, η οποία επικαλείται περιστατικά αχαριστίας κατά το διάστημα από το έτος 2004 και μετά, έρχονται σε αντίφαση με την ίδια την μετέπειτα συμπεριφορά της, καθόσον την 08-07-2008 αποφάσισε να προβεί σε μεταβίβαση στα δύο τέκνα της εναγομένης, αιτία δωρεάς, της ψιλής κυριότητας των τριών ( 3 ) οικοπέδων, μετά των κτισμάτων τους, στον Δήμο ...
στη θέση " ... ", επιφάνειας 300,86 τ.μ., 229,51 τ.μ. , με οικία επιφάνειας 50 τ.μ. και 444,28 τ.μ. , με οικία επιφάνειας 100 τ.μ. , δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και .../08-07- 2008 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Ξανθούλας Σουγλέ. Στην ενέργειά της αυτή, δεν ήταν δυνατόν να έχει προβεί, εάν θεωρούσε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης απέναντι της ήταν αχάριστη και αν θεωρούσε ότι η τελευταία από κοινού με τα τέκνα της, ανέλαβε από τον τραπεζικό της λογαριασμό κρυφά και δολίως, το άνω χρηματικό ποσό.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι μετά τη σύσταση των ανωτέρω γονικών παροχών, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την από 19-05-2009 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία μεταξύ άλλων, ζητούσε, ως επικαρπώτρια της εξοχικής κατοικίας, που είχε μεταβιβάσει στον εγγονό της Α. Ν. Τ., την απόδοση των κλειδιών της οικίας, προκειμένου να μην χρησιμοποιείται αυτή από την εναγομένη και την οικογένειά της, τα κλειδιά δε της οικίας αυτής πράγματι παραδόθηκαν την 10-06-2009...Ακολούθως η ενάγουσα υπέβαλε εις βάρος της εναγομένης την από 23-09-2009 έγκλησή της, με την οποία την κατηγορούσε ότι είχε αφαιρέσει από την ανωτέρω εξοχική οικία διάφορα αντικείμενα συνολικής αξίας ογδόντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων (88.600,00) ευρώ και ότι προκάλεσε φθορές στην οικία αυτή.
Επί της εγκλήσεώς της αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ΕΓ 108-11/195/33Δ/11 απορριπτική διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών (άρθρο 47 ΚΠΔ) και στη συνέχεια, κατόπιν προσφυγής που ασκήθηκε από την εγκαλούσα η υπ' αριθμ. 961/27-12-2011 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ενόψει του ότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής εις βάρος της εγκαλουμένης για την τέλεση των επικαλουμένων από την εγκαλούσα αξιόποινων πράξεων.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέθηκαν, από τον χρόνο σύνταξης των επίδικων γονικών παροχών, κατά τα έτη 1995 και 2001, δεν προέκυψε η επίδειξη εκ μέρους της εναγομένης πράξεων που υποδήλωναν αχαριστία. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι έως το έτος 2008 οι σχέσεις τους ήταν σε γενικές γραμμές ομαλές, η ενάγουσα δε περνούσε τις θερινές διακοπές με την οικογένεια της εναγομένης, ενώ τέλεσαν και ένα ταξίδι αναψυχής στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στην Αίγυπτο, όπως τούτο επιβεβαιώνεται από την ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ένορκη βεβαίωση της οικογενειακής φίλης της εναγομένης Β.
Χ. - Ρ.. Τα προβλήματα στις σχέσεις τους άρχισαν να εμφανίζονται, όταν η ενάγουσα συγκατοίκησε και πάλι με τον υιό της και βρέθηκε υπό την?επιρροή του, οπότε και τα συναισθήματά της μεταστράφηκαν έναντι της εναγόμενης και μετέβαλε στάση και συμπεριφορά έναντι αυτής. Υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν προέκυψε αχαριστία εκ μέρους της εναγομένης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 505 του Α.Κ., που εκδηλώθηκε με βαριά υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά του δωρεοδόχου έναντι του δωρητή ή στενών συγγενών του, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας..., ώστε να δικαιολογείται η ανάκληση των γενόμενων προς αυτήν γονικών παροχών με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, όπως όμοια έκρινε, ως προς το ζήτημα αυτό, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, η συμπεριφορά της εναγομένης, που προηγήθηκε του χρόνου κατάρτισης των επίδικων γονικών παροχών, δεν ασκεί επιρροή, καθόσον ήταν γνωστή στην ενάγουσα κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων, πλην, όμως, εκείνη επέλεξε να προβεί σε αυτές, μετά δε τις γονικές παροχές οι σχέσεις τους εξομαλύνθηκαν σε ένα βαθμό.
Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος που η ενάγουσα προχώρησε στις δωρεές προς τους εγγονούς της το έτος 2008, ενώ μετά και τις επίμαχες δωρεές δεν προέκυψε αχάριστη συμπεριφορά και βαρύ παράπτωμα εκ μέρους της εναγομένης σε βάρος της δωρήτριας μητέρας της ή σε βάρος στενών συγγενών της τελευταίας. Επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι η εναγομένη κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας εις βάρος του αδελφού της Κ.
Ι. Π., ενώπιον Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της εις βάρος του κατηγορίας για τις πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της χρήσης υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαιώσεως κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 85131/16-12-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως με την υπ' αριθμ. 10662/09-12-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών 15 μηνών, στην κατάθεση της οποίας (εναγομένης) θα μπορούσε ενδεχομένως να αναζητηθεί και η αιτία μεταστροφής των διαθέσεων της ενάγουσας έναντι της θυγατέρας της, περιστατικό το οποίο αποτελεί και τον μόνο λόγο έφεσης κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν αναφέρεται ούτε καν διηγηματικώς στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, οπότε και μόνο, με βάση τα επικαλούμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά, θα ήταν αντικείμενο εκτίμησης και αξιολόγησης από το Δικαστήριο περί του εάν η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, πληρούσε το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας έναντι της ενάγουσας ή στενού συγγενούς της, με τη μορφή εκείνης της συμπεριφοράς, που αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρεπείας και επιβάλλουν στους ευεργετημένους προς τους ευεργέτες τους, να απέχουν από τη διενέργεια δικαστικών και εξωδίκων πράξεων.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη φάνηκε με βαριά παραπτώματα αχάριστη έναντι της ενάγουσας, κατά την έννοια του άρθρου 505 του Α.Κ., ούτε και αποδείχθηκε συμπεριφορά η οποία, αντικειμενικά αξιολογούμενη, να υποδηλώνει έλλειψη ευγνωμοσύνης απέναντι στην ενάγουσα μητέρα της και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάκληση των ως άνω γονικών παροχών.
Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η ενάγουσα είχε σημαντική ακίνητη περιουσία, κατά τον χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων, ήτοι τα τρία ( 3 ) οικόπεδα της Αναβύσσου, μετά των εξοχικών οικιών τους, καθώς και την επικαρπία των ακινήτων που κληρονόμησε από το σύζυγό της, πολλά εκ των οποίων ήταν εκμισθωμένα, με αποτέλεσμα να εισπράττει το μίσθωμα, οι γονικές παροχές δε αφορούσαν μόνο την ψιλή κυριότητα και όχι την επικαρπία, την οποία παρακράτησε εφ' όρου ζωής.
Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής, κοινωνικής και οικογενειακής κατάστασης της ενάγουσας κατά τον χρόνο σύνταξης των παροχών, καθώς και του ότι αυτές έγιναν για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας της εναγομένης, η οποία δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι αυτή είχε και άλλη περιουσία, δεν προκύπτει ότι οι γονικές παροχές ξεπερνούσαν το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αρχικώς ενάγουσας, η οποία απεβίωσε στη συνέχεια και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τον αναιρεσείοντα, που συνέχισε τη δίκη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της για την ανάκληση των αναφερομένων γονικών παροχών της προς την αναιρεσίβλητη.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1509 ΑΚ, αιτιώμενος, ότι ενώ δέχτηκε, ότι δεν προκύπτει, ότι οι γονικές παροχές υπερέβαιναν το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις, σε κανένα σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρονται οι περιστάσεις αυτές, ώστε να διακριβωθεί, εάν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, από αυτές που αναφέρονται στην άνω διάταξη και εντεύθεν αν πρόκειται για σύσταση γονικών παροχών ή για δωρεές, δεκτικές ανάκλησης, ειδικότερα αιτιάται, ότι δεν αναφέρεται α) ποιά ήταν η οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης τη στιγμή της επίδοσης των γονικών παροχών, με δεδομένο, ότι μεταξύ τους αυτές απέχουν έξι (6) ολόκληρα έτη, ώστε να κριθεί αν πραγματοποιήθηκαν για τη δημιουργία ή διατήρηση οικονομικής αυτοτέλειας, β) ποιό το επάγγελμά της και η ηλικία της, ώστε να διακριβωθεί, αν πρόκειται για παροχές με τις οποίες επιδιώκεται η επαγγελματική αποκατάστασή της, γ) πόσων ετών ήταν κατά τη στιγμή των περιουσιακών επιδόσεων, πότε παντρεύτηκε και ποια η οικογενειακή κατάστασή της, ώστε να κριθεί, αν αυτές έγιναν προς το σκοπό δημιουργίας ή διατήρησης οικογενειακής αυτοτέλειας και δ) ποιά η περιουσιακή κατάσταση του άλλου τέκνου της της παρέχουσας και ήδη αναιρεσείοντος.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την άνω διάταξη, καθόσον κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι οι γονικές παροχές της αρχικώς ενάγουσας προς την αναιρεσίβλητη δεν υπερέβαιναν το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και εντεύθεν, ότι δεν συνιστούσαν δωρεές (στο σύνολό τους ή μερικώς) και δεν μπορούσαν να ανακληθούν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ, με βάση το ενδεικνυόμενο μέτρο, που ήταν ανάλογο προς την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση της παρέχουσας και την οικονομική κατάσταση των τέκνων της, κατά τη σύσταση των παροχών (1995 και 2001), αφού από το σύνολο των ανέλεγκτων παραδοχών του προκύπτει, ότι αναφερόταν α) η οικονομική κατάσταση της παρέχουσας (κάτοχος της αναλυτικά αναφερόμενης σημαντικής ακίνητης περιουσίας), β) η οικογενειακή κατάστασή της (μητέρα δύο τέκνων, της αναιρεσίβλητης και του ήδη αναιρεσείοντα), γ) η οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντα, (κύριος κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των αναλυτικά αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών (6 διαμερισμάτων του υπογείου και 1 αποθήκης, 3 καταστημάτων και 3 διαμερισμάτων του ισογείου και 4 διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου) επί πολυκατοικίας της κείμενης στην περιοχή ..., επί των 7/12 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, μετά των επ' αυτού κτισμάτων (6 ισογείων καταστημάτων, 1 αποθήκης και μιας διώροφης οικίας), κειμένου στα Ιωάννινα και κύριος κατά πλήρη κυριότητα, ποσοστού 1/6 εξ αδιαιρέτου, οικοπέδου στο ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του), δ) η οικονομική και η οικογενειακή κατάσταση της αναιρεσίβλητης (κυρία κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου δύο ισογείων διαμερισμάτων επί πολυκατοικίας στην περιοχή ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα της και κυρία εξοχικής κατοικίας στο Σούνιο, έγγαμη με δύο τέκνα) και ε) ότι η παροχή της περιουσίας προς την αναιρεσίβλητη έγινε για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας της.
Δεν απαιτείτο δε προς τούτο ο προσδιορισμός και άλλων περιστάσεων, όπως το επάγγελμα, η ηλικία και ο χρόνος τέλεσης του γάμου της αναιρεσίβλητης. Πρέπει, άλλωστε, να σημειωθεί, ότι κατά της όμοιας παραδοχής της πρωτόδικης απόφασης, (ότι οι γονικές παροχές της αρχικώς ενάγουσας προς την αναιρεσίβλητη δεν υπερέβαιναν το ενδεικνυόμενο από της περιστάσεις μέτρο), ουδεμία συγκεκριμένη αιτίαση προβλήθηκε με την έφεση.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε, ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, που αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστά βαριά παραπτώματα και αχαριστία έναντι της αρχικώς ενάγουσας και αυτού, που να δικαιολογεί την ανάκληση των γονικών παροχών, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, είναι αλυσιτελής, διότι πλήττει την άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που είναι πλεοναστική και μη αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της, καθόσον, μετά την απόρριψη του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα άνω, το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στην αιτιολογία αυτής, ότι οι γονικές παροχές δεν υπερέβαιναν το μέτρο, που επέβαλαν οι περιστάσεις και συνεπώς ότι δεν ήταν δωρεές και δεν μπορούσαν να ανακληθούν (στο σύνολό τους ή μερικώς), κατ' εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ.
Μετά ταύτα, για τον ίδιο λόγο είναι αλυσιτελείς και οι λοιποί λόγοι της αίτησης αναίρεσης, ήτοι ο τρίτος από τον αριθ. 11γ, ο τέταρτος από τον αριθ. 11 και ο πέμπτος από τους αριθ. 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον ο αναιρεσείων με αυτούς πλήττει την προσβαλλόμενη, σε σχέση με την αναφερόμενη πλεοναστικά και ως εκ περισσού ως άνω αιτιολογία της.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, ...
ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2017 αίτηση του Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3860/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ