Legislator Case Law & Legislation
1397/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on non-exhausted grounds regarding res judicata and evidence evaluation.

Case Number 1397/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting their claim for damages. The appellants argued that the lower court improperly relied on a declaration without proof and failed to apply res judicata rules correctly. The court rejected these claims because the contested judgment did not explicitly address res judicata and because the lower court's assessment of evidence and facts is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(16) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on res judicata is inadmissible if the contested judgment does not explicitly mention it, and appeals against factual assessments or evidence evaluation are rejected as they fall outside the scope of legal review.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility evidence evaluation factual assessment Code of Civil Procedure non-exhausted grounds damages claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1397 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1397/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Α. Β. του Α., συζύγου Ν. Δ. και

2) Ν. Δ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής.

Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Ζουλάκη.

Της αναιρεσιβλήτου:

Χ. Η. του Σ., κατοίκου Πειραιά. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.06.2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2501/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 412/2019 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 01.10.2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 412/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απoρρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 27.05.2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθ. 2501/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 17.06.2013 αγωγή τους εναντίον της ήδη αναιρεσίβλητης, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς τους . Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 269/2018 ). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η παράβαση του νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Δεν ιδρύεται όμως αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλ. αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 701/2008). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 591/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συνάγεται ότι οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων εμποδίζουν μεν κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ την άσκηση κατά του κατηγορουμένου νέας δίωξης για την αυτή πράξη και κατ' αυτή την έννοια αποτελούν δεδικασμένο, όμως το δεδικασμένο αυτό δεν εκτείνεται και στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, συνεπώς, δεν δεσμεύονται, σε αστικής φύσεως θέματα, από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής που άσκησε κατά το άρθρο 63 ΚΠΔ ο παθών από το έγκλημα (ΑΠ 535/2016, ΑΠ 1735/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός.

Αντιθέτως, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών με την οποία, κατ’ άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά, ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ’ ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποία απορρίπτεται, κατ' άρθρο 47 του ΚΠΔ, η έγκληση ως μη νόμιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

Στη τελευταία μόνον περίπτωση εφόσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα ν' απορρίψει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο, που προηγείται της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της ασκήσεως ποινικής διώξεως (ΑΠ 1848/2010).

Επομένως, από την, κατ’ άρθρο 47 ΚΠοινΔ, αρχειοθέτηση μίας εγκλήσεως δεν παράγεται αμετάκλητη αθώωση του εγκαλουμένου από την πράξη για την οποία μηνύθηκε (ΑΠ 367/2019).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| [...] Η πρώτη των εκκαλούντων (αναιρεσειόντων) διατηρεί επιχείρηση µε έδρα τη ... Αττικής και µε αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ασφάλειας και γραφείο ερευνών και ότι στην παραπάνω επιχείρηση συνεργάζεται και ο δεύτερος των εκκαλούντων (αναιρεσειόντων) σύζυγός της. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, δυνάμει έγγραφης σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ της προαναφερόμενης επιχείρησης και της εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης), η οποία είναι Πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία «...

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΕ», συμφωνήθηκε η παροχή υπηρεσιών προς την τελευταία έναντι της αναφερόμενης στη σύμβαση αμοιβής. Η συμβατική τους σχέση, όμως, δεν εξελίχθηκε ομαλά, λόγω διαφωνίας των διαδίκων ως προς τις οικονομικές τους δοσοληψίες όταν οι εδώ ενάγοντες -εκκαλούντες ζήτησαν, µε ηλεκτρονική επιστολή που απέστειλαν στην εναγοµένη-εφεσίβλητη, να τους καταβάλει την αμοιβή τους για τις υπηρεσίες φύλαξης που της παρείχαν από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2013.

Τότε η εναγοµένη-ήδη εφεσίβλητη απέστειλε στους ενάγοντες-εκκαλούντες την από 15.05.2013 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία ανέγραφε κατά λέξη τα ακόλουθα: «όπως πολύ καλά γνωρίζετε έως την 15.04.2013 έχετε λάβει ο δεύτερος εξ υμών (δηλώνοντας ότι ενεργούσατε για λογαριασμό και κατά συνεννόηση µε την πρώτη) από µένα το ποσόν των 684.700 ευρώ περίπου χωρίς την παράδοση εις εμέ των επισήμων παραστατικών.

Το εν λόγω ποσό αφορά τάχα δαπάνες προς τρίτους και την αποσόβηση σοβαρών εγκληματικών πράξεων κατ' εμού και κατά τρίτων, οι οποίοι τάχα ενεπλάκησαν στη ζωή µου (τάχα) προσπάθειά σας να προασπίσετε τα συμφέροντά µου και να διαχειριστείτε το θέμα της προστασίας µου από την κα (Ε.) Φ. (προστασία που µου παρουσιάσατε κατά τις πληροφορίες σας «ως επιβεβλημένη», αφού κινδύνευε η σωματική µου ακεραιότητα από ήδη σχεδιασμένες κατ' εμού κακουργηματικές πράξεις) για να εξολοθρεύσετε την ομάδα των δολοφόνων µου, να διαλύεστε το συμβόλαιο θανάτου που τάχα είχε συναφθεί κατ’ εμού, να αποσοβήσετε την απαγωγή ανηλίκου τέκνου υπαλλήλου της Πολεοδομίας Χαλκίδος (που μετά από ενέργειές σας -εν αγνοία µου αλλά µε σκοπό την επίτευξη συμβιβασμού µου µε την ανωτέρω κυρία - είχε ενεργήσει για επιβολή προστίμου εναντίον της για αυθαιρεσίες στο ακίνητο της), να αποσοβήσετε τη δολοφονία και τους ξυλοδαρμούς σχετικών µε τα ανωτέρω υπαλλήλων της Πολεοδομίας, να αποσοβήσετε την απαγωγή µου και την απαίτηση λύτρων για την απελευθέρωσή µου να καταλήξουμε σε συμφωνία συμβιβασμού µε την ανωτέρω κυρία (µε ενέργειες της οποίας -κατά τους ισχυρισμούς σας- είχαν δημιουργηθεί οι ως άνω παράνομες πράξεις κατ' εμού και των τρίτων κατά τρόπο ώστε να µε αποζημιώσει και για τις δαπάνες που είχα προβεί εις υμάς και για το φόβο και τρόμο που µου προξενήσετε από τα χρήματα που διαθέτει στα νησιά CAΥΜΑΝ σε λογαριασμό που ο δεύτερος εξ υμών είχατε ανακαλύψει σε ενέργειες σας κτλ κτλ [...].

Όλα τα ανωτέρω και πλήθος άλλων αναληθών παραστάσεων που εντέχνως και µε μεθόδευση και µε σύστημα και πρωτοφανή πλοκή µου παρουσιάσατε ως αληθή περιστατικά ο δεύτερος εξ υμών Επιθυμείτε δε να λάβετε ακόμη από µένα µε κατάθεση στο λογαριασμό που τηρείτε η πρώτη εξ υμών στην Τράπεζα µε την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ» µε αριθμό ...

ΙΒΑΝ GR ... το επιπλέον ποσόν των 163.836 ευρώ για υπηρεσίες φυλάξεως προς εμέ για τους μήνες Ιανουάριο έως και Απρίλιο έτους 2013. Αφού λάβατε λοιπόν το ως άνω ποσόν των 684.700 ευρώ υπό το καθεστώς ομηρίας µου υπό αναληθών φόβων και καταστάσεων και περιστατικών και στοιχείων και εγγράφων και φωτογραφικών που µου παρουσιάσατε και αφού σας δήλωσα ρητώς ότι αντιλήφθηκα τις πρακτικές σας και ότι δεν θέλω ούτε να ξανακούσω καν την ύπαρξή σας, προσπαθώντας να σας αποφύγω έστω και µε την ανωτέρω ζημία (ξέρετε ότι το µόνο που µ’ ενδιαφέρει είναι η ησυχία µου και η ηρεμία µου, αυτό δε το εκμεταλλευτήκατε για να µου αφαιρέστε το ανωτέρω ποσόν), θεωρώντας ότι µε αυτήν έστω θα εξαγοράσω τελικώς την απομάκρυνσή σας από τη ζωή µου, ζητάτε τώρα και την τιμολόγηση υπηρεσιών φυλάξεως προς εμέ προφανώς για την πλήρη κάλυψη των ανωτέρω πράξεων σας, ώστε να δοθεί νομιμοφάνεια σε αυτές και να αποφύγετε τεχνηέντως τις συνέπειες των πραγματικών ως άνω πράξεών σας καλυπτόμενοι υπό το μανδύα της τάχα νόμιμης παροχής υπηρεσιών ασφαλείας προς εμέ κάνοντας χρήση προφανώς των άνευ ημερομηνίας συμφωνητικών παροχής υπηρεσιών ασφαλείας που έχετε βάλει να υπογράψω.

Επιπλέον βέβαια, ζητάτε και να εξοφληθείτε (!!!) σαν να έχετε κάνει νομίμως την εργασία σας και να µην έχει συμβεί τίποτα περαιτέρω. Σας καλώ έως αύριο 16.05.2013 και μέχρι ώρα 17.00 να µου χορηγήσετε απόδειξη µη υπάρχουσας οφειλής µου προς υμάς έχοντας σαν τελικό σκοπό να µην σας ξαναδώ στη ζωή µου και να διαφυλάξω την προσωπική µου υγεία και σωματική µου ακεραιότητα.

Τονίζω βέβαια ότι δεν επιθυμώ κανενός είδους προσωπική επαφή και συνάντηση μαζί σας, παρά μόνον µε τον πληρεξούσιο δικηγόρο σας, µε τον οποίο ο δεύτερος εξ υμών µε επισκεφτήκατε στο γραφείο µου 13.05.2013 στην προσπάθειά σας να λάβετε το ως άνω ποσόν και να λήξετε κατά τον τρόπο αυτό την συνεργασία µας υπό καθεστώς πλήρους νομιμότητας και τυπικότητας.

Σε διαφορετική περίπτωση το σύνολο του φάκελου που έχω στα χέρια µου μετά των σχετικών στοιχείων και μαρτύρων θα καταθέσω στην Διεύθυνση Οικονομικού εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, γνωστοποιώντας στις αρμόδιες αρχές (μεταξύ των οποίων και σε αυτές που ελέγχουν την νομιμότητα της επιχειρήσεως της πρώτης εξ υμών) την απίστευτη μεθόδευσή σας, τις τακτικές σας, την πρωτοφανή κατάσταση, στην οποία έχετε περιπλέξει, τον τρόπο µε τον οποίο µου αφαιρέσατε το ως άνω τεράστιο χρηματικό ποσό, τον πόνο και το φόβο που µου προξενήσατε και την εικονική πραγματικότητα στην οποία µε εντάξατε, παραπλανώντας µε παρουσίαση οικτρών αναληθειών και ιστοριών και στοιχείων κατά τρόπο ώστε να περιέλθω σε απόγνωση και απόλυτο φόβο και πανικό, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση αυτή.

Θα γνωστοποιήσω βέβαια τις πρακτικές σας προς προστασία λοιπών ανυποψίαστων τρίτων αλλά και των υπαλλήλων του Δημοσίου που εμπλέξατε στο εν λόγω ζήτημα. Σας τονίζω βέβαια ότι πλέον δεν φοβάμαι τους διάφορους τρίτους που µου παρουσιάζετε ως εχθρούς µου διότι αντιλήφθηκα την κατά εμού πλεκτάνη και για τον λόγο αυτό είμαι αποφασισμένη να προστατευθώ από τις τακτικές σας.

Όσον αφορά δε την στάση σας εναντίον µου, έχω φροντίσει ήδη και έχω παραδώσει φακέλους µε τα στοιχεία σε ανθρώπους εμπιστοσύνης µου, ώστε σε περίπτωση που υποστώ οποιαδήποτε σωματική ζημία, να προωθήσουν τους φακέλους στις αρμόδιες υπηρεσίες. Ξέρετε δε πως το θέμα δεν είναι οικονομικό για εμένα αλλά µόνο θέμα διασφαλίσεως της υγείας µου και της αξιοπρέπειάς µου.

Με την ρητή επιφύλαξη παντός εν γένει δικαιώματος µου αρμόδιος δικαστικός επιμελητής να επιδώσει νόμιμα την παρούσα µου προς αυτούς που απευθύνεται προς γνώση τους και για τις έννομες συνέπειες, αντιγράφοντάς την ολόκληρη στην έκθεση επιδόσεώς του.

Πειραιάς

15.05.2013.»

Οι ενάγοντες ήδη εκκαλούντες απάντησαν µε την από 16-05-2013 εξώδικη δήλωσή τους, στην οποία επανέλαβαν ότι διατηρούν σε βάρος της εναγοµένης, ήδη εφεσίβλητης απαίτηση ποσού 163.836 ευρώ για παροχή υπηρεσιών φύλαξης από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2013, και αρνήθηκαν ως ψευδή και συκοφαντικά τα όσα αναφέρονται στην ως άνω εξώδικη δήλωση της τελευταίας.

Ακολούθως, άσκησαν την ένδικη αγωγή τους, µε την οποία ζητούν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, επικαλούμενοι ότι το περιεχόμενο της επίδικης εξώδικης δήλωσης είναι ψευδές και συκοφαντικό και προσβάλλει παράνομα την προσωπικότητά τους. Από το σύνολο των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, όμως, δεν αποδείχθηκε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω εξώδικη δήλωση είναι ψευδή.

Ειδικότερα, η εναγοµένη, ήδη εφεσίβλητη, ισχυρίζεται ότι γνώρισε τους ενάγοντες µέσω τρίτου προσώπου και ότι ανέθεσε σ’ αυτούς να ερευνήσουν αν η πρώην εργαζόμενη στην εταιρεία «... ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε.» Ε. Φ., εργαζόταν σε άλλη εργασία κατά το χρονικό διάστημα, για το οποίο διεκδικούσε µε αγωγές την καταβολή μισθών υπερημερίας από την ως άνω πρώην εργοδότριά της.

Ο ισχυρισμός αυτός βρίσκεται σε αντιστοιχία µε την κατάθεση, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του μάρτυρα των εναγόντων Σ. Κ., σύμφωνα µε την οποία η παροχή υπηρεσιών φύλαξης στην εναγοµένη οφειλόταν στην αντιδικία που είχε αυτή µε κάποια κυρία. Αντίθετα ο δεύτερος από τους ενάγοντες, ήδη εκκαλών, εξεταζόμενος ως διάδικος χωρίς όρκο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέθεσε ότι η εναγοµένη απευθύνθηκε σ’ αυτούς, προκειμένου να της παρέχουν 24ωρη φύλαξη µε δύο βάρδιες ανά οχτάωρο, επειδή διέτρεχε κίνδυνο από την ομάδα ασφαλείας του αδελφού της.

Ο ίδιος δε, προσπαθώντας να συγκεκριµενοποιήσει τον επικαλούμενο κίνδυνο, ανέφερε περιστατικά ασαφή και χωρίς ειρμό. Περαιτέρω, ενισχυτική του ισχυρισμού της εναγοµένης, ήδη εφεσίβλητης, είναι η κατάθεση του μάρτυρά της Ι. Ψ., ο οποίος, στην µε αρ. 37/2012 ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε ότι η εναγοµένη του είχε αναφέρει πως είχε μεγάλο πρόβλημα µε πρώην εργαζόμενη στην εταιρεία «ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΑΣ» και αναζητούσε πληροφορίες για το αν αυτή εργαζόταν παράνομα, κατά το χρονικό διάστημα που ζητούσε ταυτόχρονα μισθούς από την ως άνω εταιρεία καθώς και ότι ο ίδιος, µέσω του γνωστού του ιατρού Δ.

Κ., πληροφορήθηκε τον αριθμό τηλεφώνου του Ν. Δ., που έκανε ιδιωτικές έρευνες, και τον έδωσε στην εναγοµένη. Το γεγονός, άλλωστε, ότι η εναγοµένη απευθύνθηκε στους ενάγοντες, μετά από σύσταση του Κ. Δ., αναφέρουν και οι ίδιοι στην από 16.05.2013 εξώδικη δήλωσή τους προς αυτήν. Εξάλλου, από τις ένορκες βεβαιώσεις, που έδωσαν οι μάρτυρες της εναγοµένης, προκύπτει ότι η τελευταία ουδέποτε στο παρελθόν είχε προσωπική ασφάλεια, ουδέποτε είχε δεχτεί απειλές για τη ζωή της και ότι για πρώτη φορά περί τα τέλη του έτους 2012 μέχρι και τον Απρίλιο του 2013 συνοδευόταν από άνδρες της προσωπικής ασφάλειας, ενώ από τον μάρτυρα των εναγόντων, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέκυψε ότι, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα που παρείχαν υπηρεσίες φύλαξης στην εναγόµενη, δεν υπήρξε περιστατικό, από το οποίο να κινδύνευσε η τελευταία ούτε διαπιστώθηκε κάποια παρακολούθηση ή ύποπτη κίνηση σε βάρος της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόµενη προέβη στη σύνταξη και επίδοση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης στους ενάγοντες για την προστασία νόμιμου δικαιώματός της, που θεωρούσε ότι θίγεται, αιτιολογώντας την άποψή της ότι δεν οφείλει σ’ αυτούς το αιτούμενο ποσό των 163.836 ευρώ, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι από υπαιτιότητα της εναγοµένης έλαβαν γνώση της ένδικης εξώδικης δήλωσης τρίτα πρόσωπα πέραν του δικαστικού επιμελητή, ο οποίος την επέδωσε, η ενέργεια δε αυτού ανάγεται στον κύκλο των καθηκόντων του, χωρίς ο τελευταίος να δύναται να προβαίνει σε δική του (αρνητική) εκτίμηση των επιδιδόμενων εγγράφων [...].

Όπως προκύπτει, μάλιστα, από την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε µε επιμέλεια των εναγόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το περιεχόμενο της εν λόγω εξώδικης δήλωσης γνωστοποίησαν οι ίδιοι οι ενάγοντες στους υπαλλήλους τους. Κατόπιν των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγοµένη διέδωσε σε τρίτους για τους ενάγοντες γεγονότα, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους, ούτε προέκυψε µε βεβαιότητα ότι το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης ήταν ψευδές.

Κατά συνέπεια, δεν δύναται να θεμελιωθεί ευθύνη της εναγοµένης κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. και 57 και 59 Α.Κ., καθώς δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά ούτε και υπαιτιότητα αυτής. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 16.05.2013 έγκλησή τους, µε βάση το ίδιο κείμενο της ένδικης εξώδικης δήλωσης, ζητώντας την ποινική δίωξη της εφεσίβλητης για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας εκβίασης και της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ο εν λόγω Εισαγγελέας, µε την υπ’ αριθµ. ΕΓ80-14/1 Β/32Δ/16 διάταξή του, απέρριψε την έγκληση αυτή ως αβάσιμη, μετά δε την άπρακτη παρέλευση τριμήνου για την άσκηση προσφυγής κατ’ αυτής, η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο (βλ. το µε αρ. πρωτ . 171.266/20-07-2016 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών). Επιπλέον των όσων παραπάνω εκτέθηκαν, πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την ήδη αμετάκλητη απαλλαγή της εφεσίβλητης για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, που στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν και την αποδιδόμενη σ' αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά, η κατάφαση της αστικής ευθύνης της τελευταίας θα ήταν αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2642/1997, καθώς θα παραβίαζε το τεκμήριο αθωότητάς της και θα δημιουργούσε αμφιβολίες ως προς την ανωτέρω απαλλαγή της.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα της αγωγής και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε που δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με το σχετικό λόγο της έφεσής τους, την αντένσταση του άρθρου 367 παρ 2 Π.Κ., την οποία οι τελευταίοι δεν πρόβαλαν σε αντίκρουση της ένστασης του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ που είχε προβάλει η εναγομένη.

Η προβολή της εν λόγω αντένστασης για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο είναι παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 527 περ. 6 ΚΠολΔ, είναι, όμως, αυτή αβάσιμη ουσιαστικά, καθώς από τον τρόπο εκδήλωσης και από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, δεν προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης και συγκεκριμένα προσβολής της προσωπικότητας των εκκαλούντων με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας τους.

Οι εκκαλούντες πρόβαλαν με την έφεσή τους τον ισχυρισμό περί πλαστογραφίας των αναφερόμενων πινάκων (excel), που φέρονται ότι παραδόθηκαν ιδιοχείρως από αυτούς στην εφεσίβλητη καθώς και το έγγραφο της εντολής φύλαξης, στο οποίο φέρεται να έχει σβήσει η τελευταία κάποια στοιχεία (ημερομηνία σύνταξης, ημερομηνίες και ώρες έναρξης και λήξης κ.λ.π.) και να το έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο σε φωτοτυπία επικυρωμένη από την πληρεξούσια δικηγόρο της.

Οι ίδιοι (εκκαλούντες) έχουν υποβάλει και σχετική μήνυση σε βάρος της εφεσίβλητης για το αδίκημα, εκτός των άλλων, της πλαστογραφίας των ανωτέρω εγγράφων. Όσον αφορά στον εν λόγω ισχυρισμό, που παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, κατ’ άρθρο 461 ΚΠολΔ, αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθώς οι πίνακες excel δεν φέρουν ιδιόχειρη υπογραφή, όπως απαιτείται κατ’ άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχουν αποδεικτική δύναμη σε βάρος του εκδότη τους, ούτε έχουν αποσταλεί ηλεκτρονικά, ώστε να αποδεικνύεται η ταυτότητα του εκδότη και, κατ' αναλογία µε τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 ΚΠολΔ, να εμπίπτουν στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου µε αποδεικτική δύναμη σε βάρος του εκδότη τους, σύμφωνα µε τα άρθρα 443,444 και 445 ΚΠολΔ, διότι αυτή ακριβώς η μοναδική για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση, που έχει οριστεί και εφαρμοστεί από τον ίδιο τον αποστολέα, έχει το χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής.

Επιπλέον, τα ανωτέρω έγγραφα δεν είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ουσιώδη για τη διάγνωση της προκείμενης υπόθεσης, περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, ώστε αυτό το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση, σύμφωνα µε το άρθρο 462 ΚΠολΔ, να αναβάλει τη δίκη ως το τέλος της ποινικής δίκης ή να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, όπως ζητούν οι εκκαλούντες [...]|».

[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγόντων), επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι «κατέληξε στην έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης της αντιδίκου, αφού αποδέχθηκε θεωρώντας ως ύπαρξη «δεδικασμένου», την προηγηθείσα απόρριψη της από 16.05.2013 και με Α.Β.Μ.Β13/1671 έγκλησής μας κατά της αντιδίκου, για τα αδικήματα της εις βάρος μας συκοφαντικής δυσφήμησης και εκβίασης με την εκδοθείσα στις 07.04.2016 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με αριθμό ΕΓ 80-14/18/32Δ/16 [...]».

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τη ίδια διάταξη (άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ) αιτίαση, ότι εναρμόνισε τις παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ως άνω εισαγγελικής διάταξης αρχειοθέτησης, αποκλείοντας, έτσι, την αστική αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, καίτοι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα «δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται μόνο το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου που τυχόν επιλαμβάνεται μεταγενέστερα».

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατ’ αμφότερα τα σκέλη, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν περιέχεται σ' αυτήν κρίση περί της υπάρξεως δεδικασμένου, παραχθέντος από τη μνημονευόμενη διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία τέθηκε στο αρχείο κατά το άρθρο 47 ΚΠοινΔ, η από 16.05.2013 έγκληση των αναιρεσειόντων εναντίον της αναιρεσίβλητης, ώστε να δύναται η κρίση αυτή να υποβληθεί στον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθότητάς της ή μη, αλλά αντιθέτως προκύπτει ότι το Εφετείο παραδεκτά συνεκτίμησε το περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ, κατέληξε δε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμά, λόγω μη πληρώσεως του πραγματικού του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 297-299 ΑΚ και όχι γιατί δέχθηκε δεδικασμένο από την παραπάνω εισαγγελική διάταξη, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

[V] Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται «πράγματα» κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 76/2016).

Δεν συνιστούν επίσης «πράγματα» η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όχι μόνον όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 950/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς όμως, να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2031/2007).

[VI] Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ότι η αναιρεσίβλητη: α) στο από 10.05.2013 email χαρακτηρίζει ως δήθεν δάνειο (ταμειακή διευκόλυνση) προς τον δεύτερο εξ αυτών ένα αόριστο ποσό υπερπολλαπλάσιο της οφειλής της και β) στην από 15.04.2013 εξώδικη διαμαρτυρία της προσδιορίζει το ποσό αυτό σε 684.700 ευρώ και το χαρακτηρίζει, ως ποσό που αφορούσε δαπάνες προς τρίτους και αμοιβή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν «πράγματα» με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τη ίδια διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ), αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε ορθά τα αναφερόμενα έγγραφα, που αυτοί νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, όσον αφορά τη θεμελίωση της αξίωσή τους για καταβολή της συμφωνηθείσης αμοιβής από την παροχή υπηρεσιών φύλαξης, ήτοι:

α) την από 10.01.2013 έγγραφη σύμβαση έργου φύλαξης, καταχωρηθείσα νομότυπα στην αρμόδια φορολογική αρχή Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας με αριθμό …/12-5-2015, β) την από 14.12.2015 προσφορά τους, η οποία έγινε αποδεκτή από την αναιρεσίβλητη, 3) το από 10.01.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό σύνδεσης-άμεσης επέμβασης μέσω GSM κάρτας συνδρομητή, που έχει προσυπογράψει η αναιρεσίβλητη, 4) τους ανά ημέρα πίνακες αναφορών και ονομαστικής υπηρεσίας των φυλάκων τους, για το αναφερόμενο διάστημα παροχής υπηρεσιών φύλαξης, 5) τα εκδοθέντα από την πρώτη εξ αυτών νόμιμα παραστατικά (α) Α.Π.Υ.

επί πιστώσει …/15-3-2013 ποσού 73.800 ευρώ συμ/νου Φ.Π.Α. ποσού 13.800 ευρώ, β) Α.Π.Υ. επί πιστώσει …/1-4-2013 ποσού 45.756 ευρώ συμ/νου Φ.Π.Α. ποσού 8.556 ευρώ και γ) Α.Π.Υ. επί πιστώσει …/1-5-2013 ποσού 44.280 ευρώ συμ/νου Φ.Π.Α. ποσού 8.280 ευρώ), τα οποία απεστάλησαν στην αναιρεσίβλητη, 6) την από 16.05.2013 εξώδικη διαμαρτυρία-κλήση, κοινοποιηθείσα στην αναιρεσίβλητη στις 22.05.2013 και 7) την ηλεκτρονική αλληλογραφία.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, δεν αποτελούν «πράγματα» η επίκληση αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους.

[VII] Περαιτέρω, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτών, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθ. 8 β' ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη: 1) με την από 15.05.2013 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωσή της, κατά τρόπο εκβιαστικό, απαίτησε την παράδοση έγγραφης απόδειξης, περί μη οφειλής της από την επίδικη σύμβαση, υπό την απειλή ότι:

«Σε διαφορετική περίπτωση το σύνολο του φακέλου που έχω στα χέρια μου μετά των σχετικών στοιχείων και μαρτύρων θα καταθέσω στη Διεύθυνση Οικονομικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ. και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών», ακολούθως δε, επειδή δεν υπέκυψαν στις παράνομες και εκβιαστικές μεθοδεύσεις της, προέβη στην υποβολή ψευδούς έγκλησης για τέλεση δήθεν εκ μέρους τους κακουργηματικής απάτης εις βάρος της, επικαλούμενη ότι με δήθεν απατηλούς τρόπους της απέσπασαν το ποσό των 684.700 ευρώ, εν γνώσει ότι, και μόνον η απλή παραπομπή, ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, δικαιούχου αδείας λειτουργίας ιδιωτικής επιχείρησης παροχής φύλαξης, ως κατηγορουμένου, συνεπάγεται την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της επιχείρησης και εντεύθεν την οικονομική καταστροφή τους, 2) με την αυτή εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωσή της, ανέφερε ότι:

«Θα γνωστοποιήσω βέβαια τις πρακτικές σας προς προστασία ανυποψίαστων τρίτων αλλά και των υπαλλήλων του Δημοσίου που εμπλέξατε στο εν λόγω ζήτημα», φράση, η οποία και μόνον «καταδεικνύει τον εξ αρχής αδιαμφισβήτητο σκοπό της συκοφαντικής μας δυσφήμησης και θεωρούμε τη φράση αυτή, ως ομολογία της αντιδίκου, σε σχέση με τον εξ αρχής σκοπό της συκοφαντικής μας δυσφήμησης κατά την έννοια της διάταξης 363 ΠΚ της οποίας βεβαίως πληρούνται καταφανώς οι προϋποθέσεις εφαρμογής», 3) σε απλή ενημέρωση οφειλής από το λογιστήριο της επιχείρησης της πρώτης εξ αυτών και «με μόνο σκοπό να αποφύγει να πληρώσει τις επίδικες συμβατικές οφειλές, απαντά στις 15-5-2013 εξωδίκως με δηλώσεις όχι μόνο ακραία συκοφαντικές και εκβιαστικές, αλλά και εξυβριστικές και όχι μόνο αρνείται να πληρώσει τις υπηρεσίες μας, αλλά εξακοντίζει βαρύτατες κατασκευασμένες ψευδοκατηγορίες, κατονομάζοντάς μας ως δήθεν μεγαλοαπατεώνες και εκβιαστές από κοινού, που εκμεταλλευτήκαμε την αθωότητά της δήθεν και δήθεν απατηλά της αποσπάσαμε 684.700 ευρώ!!! Είναι νοητό, τα ανωτέρω να μην συνιστούν, αν μη τι άλλο, εξύβρισή μας;;; (παρότι το Εφετείο έκρινε, μετά την εξέταση της νομότυπα προβληθείσας αντένστασής μας της διάταξης του άρθρου 376.2 ΠΚ (αντί του ορθού 367 παρ.2 ΠΚ) ότι δήθεν δεν υπάρχει τέτοια και δεν εντόπισε ύπαρξη των στοιχείων της πράξης της διάταξης του άρθρου 361 ΠΚ [...]» (τέταρτος λόγος), 4) ότι στην προσπάθειά της να αποφύγει να εξοφλήσει το τίμημα της επίδικης σύμβασης έργου «...μόλις της ζήτησα η πρώτη από εμάς, τα όσα συμβατικά οφείλει...το μόνο που "σκαρφίστηκε" ήταν να κατασκευάσει "απίστευτα" ψευδοσενάρια και αντί να μας πληρώσει αυτά που συμβατικά μας οφείλει, φθάνει σε σημείο να κατηγορεί εμάς ως δήθεν από κοινού μεγαλοαπατεώνες και εκβιαστές που της οφείλουμε και από πάνω "684.700 ευρώ περίπου", όπως αναφέρει μη διστάζοντας μάλιστα λίγο αργότερα να μας εγκαλέσει για τις κατηγορίες αυτές, με μόνο σκοπό να μας τρομάξει, να μας εκβιάσει και να μας εμπλέξει σε κυκεώνα μακροχρόνιων και δαπανηρών νομικών αντιδικιών, με απώτερο σκοπό να φθάσουμε σε σημείο, τελικά να αποκαρδιωθούμε, να κλονισθούμε και να πάψουμε να αξιώνουμε την απαίτηση του τιμήματος αυτής της σύμβασης, απλά και μόνο για να γλυτώσουμε...» (πέμπτος λόγος).

Οι άνω λόγοι αναίρεσης, είναι απαράδεκτοι, διότι, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για την θεμελίωσή τους, δεν αποτελούν «πράγματα», δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις, επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, για τις, κατά την άποψή τους, εσφαλμένες κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι «δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά ούτε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης» και ότι «προέβη στη σύνταξη και επίδοση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης για την προστασία νομίμου δικαιώματός της, που θεωρούσε ότι θίγεται αιτιολογώντας την άποψή της ότι δεν οφείλει το αιτούμενο ποσό των 163.836 ευρώ...».

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι (τέταρτος και πέμπτος) καθ’ ο μέρος προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν ποια «πράγματα», που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε το Εφετείο, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, περιοριζόμενοι στην μνεία της σχετικής διάταξης. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι «δεν αποδείχθηκε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω εξώδικη δήλωση είναι ψευδή» και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.

Όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στην εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα: « [...] την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και την χωρίς όρκο εξέταση της εναγομένης (ήδη εφεσίβλητης) και του δεύτερου ενάγοντος (ήδη εκκαλούντος) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά αυτού, τις με αριθμούς …, … και …/26-2-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας-Ιωάννας Καρδασάκη, που δόθηκαν προς ανταπόδειξη του ιστορικού της αγωγής μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων με δήλωση-πρόσκληση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 20.02.2015 καθώς και στις με αριθμούς … και …/26-2-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Ζαχαροπούλου, που δόθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης και σε όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...]».

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

[VIII] Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττώνται (άρθρο 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01.10.2019 αίτηση των 1) Α. Β. και 2) Ν. Δ. για αναίρεση της 412/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ