Supreme Court dismisses appeal against debt judgment due to inadmissible appeal grounds and procedural non-compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider his priestly income and incorrectly applied imputed income rules, but the court found these grounds inadmissible under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's security deposit was returned to the public treasury without awarding legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 573, 769 of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction proceedings, appeal grounds regarding the non-consideration of submitted arguments or the application of imputed income rules are inadmissible if the second instance court has already substantively examined and rejected all essential claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1397 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1397/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία - Ράνια Μπουρδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".... ΣΥΝ. Π.Ε.", που εδρεύει στα .... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 1η και 3ος δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 770/2014 οριστική του Ειρηνοδικείου Χανίων (στο οποίο συγχωνεύτηκε το Ειρηνοδικείο ...) και 264/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-8-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ'αριθμ. ....45Δ'/24-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Χ. και την υπ' αριθμ. ....48Δ'/24-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Σ. A., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 28-8-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, κατ' άρθρ. 769 εδάφ. β' και 762 ΚΠολΔ, στις πρώτη ("... ΑΕ"), και τρίτο ("... ΣΥΝ.ΠΕ"), των αναιρεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει παρά την απουσία τους να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρα 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα).
Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 εδάφ. β' του άρθρου 4 του νόμου 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο τούτο, από τα άρθρα 12 παρ. 1 του ν. 4161/2013 και 1 παρ. 4 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στην περιπτώσεις α' και β' της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και του συζύγου του.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του ίδιου νόμου, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.
Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση.
Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει λόγο για "αίτηση" του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση μέχρι την περάτωση της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 745 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.
Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.
Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.
Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν πάψει να αποτελούν περιουσία του.
Ο οφειλέτης, πάντως, πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι' αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου (ΑΠ 636/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 264/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 ν. 3869/2010, 739 ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών, και ήδη εκκαλών, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης 55 ετών, είναι ιερέας στην ενορία του .....
του Δήμου ... του Νομού ...., είναι έγγαμος και έχει αποκτήσει δύο τέκνα, ήδη ενήλικα, κανένα εκ των οποίων δεν διαμένει μαζί του και δεν υποστηρίζεται οικονομικά από τον ίδιο. Η σύζυγος του εκκαλούντος εργαζόταν ως εποχική ιδιωτική υπάλληλος και είναι σήμερα, κατά τους ισχυρισμούς του, άνεργη και εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ.
Από το έμμισθο λειτούργημά του ως ιερέας ο αιτών αποκομίζει μηνιαίως το ποσό των 898,50 ευρώ καθαρά (βλ. το προσκομιζόμενο έγγραφο "εκκαθάριση μισθοδοσίας - απόδειξη πληρωμής" της Ιεράς Μητροπόλεως .....και ..... για τις μηνιαίες αποδοχές του για τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014), το οποίο ισχυρίζεται στην αίτησή του ότι είναι και το μοναδικό του εισόδημα, ομοίως δε στις από 12.5.2015 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης εκθέτει ότι το μοναδικό του εισόδημα προέρχεται από το ανωτέρω λειτούργημά του και ότι δεν πορίζεται κανένα εισόδημα ή επιδότηση από την αγροτική περιουσία που φέρεται στο όνομά του ή της συζύγου του, ενώ στις εν λόγω προτάσεις του εκθέτει ότι το ετήσιο εισόδημά του κατά το οικονομικό έτος 2014 ανήλθε στο ποσό των 11.353,28 ευρώ και το κατά τον ίδιο χρόνο εισόδημα της συζύγου του ανήλθε στο ποσό των 394,28 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να εκθέτει από ποια πηγή προήλθε το εισόδημα της συζύγου του.
Ο αιτών - εκκαλών διαμένει με τη σύζυγό του σε ιδιόκτητη κατοικία, κτισμένη επί οικοπέδου εμβαδού 2.000,00 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της δημοτικής κοινότητας ... του Δήμου ... του Νομού ....., και ειδικότερα εκτός των ορίων του οικισμού ... και στην ειδικότερη θέση με την ονομασία "...". Συγκεκριμένα, στο εν λόγω ακίνητο ο αιτών έχει ανεγείρει διώροφη οικία, συνολικού εμβαδού του ισογείου - υπογείου 94,37 τ.μ., αποτελούμενη από δύο υπνοδωμάτια, λουτρό, κουζίνα και σε ενιαίο χώρο σαλοτραπεζαρία, και του πρώτου ορόφου 94,37 τ.μ., ο οποίος (α' όροφος) είναι ημιτελής, ήτοι στο στάδιο του μπετόν αρμέ.
Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του αιτούντος δυνάμει του με αριθμό ....63/15.5.1992 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Π. Ζ., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο .... Το όλο δε ακίνητο έχει αντικειμενική αξία 36.029,70 ευρώ, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα Φ.Α.Π. του Υπουργείου Οικονομικών για το έτος 2013...
Περαιτέρω, όσον αφορά την οικονομική κατάσταση του αιτούντος -εκκαλούντος αποδείχθηκαν τα εξής: Ο αιτών - εκκαλών εκθέτει στην υπό κρίση αίτηση του ότι το μοναδικό του εισόδημα προέρχεται από το λειτούργημά του ως κληρικού και ανέρχεται κατά το έτος 2012, οπότε κατατέθηκε η υπό κρίση αίτηση, στο ποσό των 862,81 ευρώ, ενώ στις από 12.5.2015 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης εκθέτει ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014 στο ποσό των 898,5 ευρώ, και ότι πέραν του εισοδήματος αυτού δεν πορίζεται κανένα εισόδημα ή επιδότηση από την αγροτική περιουσία που φέρεται στο όνομά του ή της συζύγου του.
Εκθέτει ακόμη ότι η σύζυγός του εργαζόταν στο παρελθόν ως εποχική ιδιωτική υπάλληλος, ότι είναι κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης άνεργη, εγγεγραμμένη στον ΟΑΕΔ και ότι η ίδια δεν έχει κανένα εισόδημα, ώστε οι οικογενειακές τους ανάγκες, για την ικανοποίηση των οποίων απαιτείται μηνιαίως το ποσό των 929,25 ευρώ, καλύπτονται αποκλειστικά από το δικό του εισόδημα.
Για τον λόγο αυτό μάλιστα ζητά μηδενικές καταβολές, ισχυριζόμενος ότι δεν είναι σε θέση να διαθέσει κανένα ποσό για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των καθ' ων η αίτηση πιστωτών του, σε διαφορετική δε περίπτωση θα διακινδυνεύσει η διατροφή η δική του και της συζύγου του. Ακολούθως, ωστόσο, στις ως άνω από 12.5.2015 έγγραφες προτάσεις του εκθέτει ότι το ετήσιο εισόδημά του κατά το οικονομικό έτος 2014 ανήλθε στο ποσό των 11.353,28 ευρώ και το κατά τον ίδιο χρόνο εισόδημα της συζύγου του ανήλθε στο ποσό των 394,28 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να εκθέτει από ποια πηγή προήλθε το εισόδημα της συζύγου του.
Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά των οικονομικών ετών του 2012, 2013 και 2014 και από τις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος προκύπτει ότι τόσο ο αιτών, όσο και η σύζυγος του έχουν εισοδήματα από άλλες πηγές, για τα οποία ο αιτών κανέναν λόγο δεν κάνει στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης, και ειδικότερα προκύπτει ότι κατά το οικονομικό έτος 2012 ο αιτών είχε εισόδημα 13.943,85 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, και 450,54 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, ενώ η σύζυγός του είχε εισόδημα 850,09 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, 3.097,94 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 1.582,53 ευρώ από επίδομα ανεργίας του ΟΑΕΔ, κατά το οικονομικό έτος 2013 ο αιτών είχε εισόδημα 11.402,16 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 252,86 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, ενώ η σύζυγός του είχε εισόδημα 169,27 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις και 1.500,00 ευρώ από πηγή που δεν αναφέρεται, αλλά αναγράφεται στο πεδίο "εισοδήματα που απαλλάσσονται από το φόρο, φορολογούνται με ειδικό τρόπο κ.λπ.", και κατά το οικονομικό έτος 2014 ο αιτών είχε εισόδημα 11.069,16 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες, 33,96 ευρώ από ακίνητα και 250,16 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, ενώ η σύζυγός του είχε εισόδημα 394,28 από μισθωτές υπηρεσίες και 849,20 ευρώ από πηγή που αναγράφεται στο πεδίο "εισοδήματα που απαλλάσσονται από το φόρο, φορολογούνται με ειδικό τρόπο κ.λπ.".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κατάσταση των εισοδημάτων του αιτούντος - εκκαλούντος και της συζύγου του είναι διαφορετική από αυτήν που ο ίδιος παρουσιάζει με τις υπό κρίση αίτηση και έφεση και με τις αντίστοιχες έγγραφες προτάσεις του, και ότι, συνεπώς, ο αιτών - εκκαλών έχει προβεί σε ανειλικρινή δήλωση στην κρινόμενη αίτησή του όσον αφορά τόσο τα δικά του εισοδήματα, όσο και της συζύγου του, η δε αποσιώπηση της ύπαρξης και άλλων πηγών εισοδημάτων έγινε δολίως και έχει ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση της πραγματικής οικονομικής κατάστασής του, αφού είναι πρόσφορη να ζημιώσει την ικανοποίηση των πιστωτών του - καθ' ων η αίτηση, καθώς εμφανίζει τις οικονομικές του δυνάμεις ασθενέστερες των πραγματικών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, αφού γίνει δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν, το Δικαστήριο να κρατήσει και να δικάσει την αίτηση και, αφού γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η νόμιμη ένσταση που προέβαλε και πρωτοδίκως, και επανέφερε και ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η παριστάμενη δεύτερη καθ' ης και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, περί παραβιάσεως εκ μέρους του αιτούντος του ερειδόμενου στην παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3869/2010 καθήκοντος αληθείας, να απορριφθεί η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Κρίνοντας έτσι το εν λόγω δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 3869/ 2010, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, ότι η κατάσταση των εισοδημάτων του αιτούντος - εκκαλούντος και της συζύγου του είναι διαφορετική από αυτήν που ο ίδιος παρουσιάζει με τις υπό κρίση αίτηση και έφεση και με τις αντίστοιχες έγγραφες προτάσεις του, και ότι, συνεπώς, ο αιτών - εκκαλών έχει προβεί σε ανειλικρινή δήλωση στην κρινόμενη αίτησή του όσον αφορά τόσο τα δικά του εισοδήματα, όσο και της συζύγου του, η δε αποσιώπηση της ύπαρξης και άλλων πηγών εισοδημάτων έγινε δολίως και έχει ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση της πραγματικής οικονομικής κατάστασής του, αφού είναι πρόσφορη να ζημιώσει την ικανοποίηση των πιστωτών του - καθ' ων η αίτηση, καθώς εμφανίζει τις οικονομικές του δυνάμεις ασθενέστερες των πραγματικών.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενος ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 41 παρ. 2 του ν. 2238/1994 που ίσχυε μέχρι το έτος 2014, και που αφορά τον τεκμαρτό υπολογισμό του αγροτικού εισοδήματος με αντικειμενική μέθοδο, όπου για την εξεύρεση της αξίας παραγωγής των προϊόντων γινόταν αποτίμηση της μέσης χονδρικής τιμής πώλησής τους κατά το χρόνο και τον τόπο παραγωγής ανεξαρτήτως από το εάν τα προϊόντα αυτά πωλήθηκαν ή όχι και έτσι τα δήλωναν στις φορολογικές τους δηλώσεις και το εισόδημα αυτό θεωρείται φορολογητέο και με βάση αυτό επιβάλλεται φόρος, καθόσον δέχεται ότι παρέλειψε να δηλώσει το εισόδημα αυτό που προέκυψε με βάση το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού, ενώ αν δεχόταν ότι το συγκεκριμένο εισόδημα είναι τεκμαρτό και όχι το πραγματικά παραγόμενο και πωλούμενο που θα αποτελούσε το κέρδος και το εισόδημα τόσο του ίδιου όσο και της συζύγου του γιατί και αυτής το τεκμαρτό εισόδημα παρέλειψε να δηλώσει, τότε θα έκανε δεκτό ότι ορθά και ειλικρινά δεν δήλωσε ο αναιρεσείων το εν λόγω τεκμαρτό εισόδημα αφού κανένα αγροτικό εισόδημα δεν έχει αυτός ούτε η σύζυγός του καθόσον δεν έχουν προβεί σε πώληση κάποιου αγροτικού προϊόντος και δεν έχουν λάβει κάποια επιδότηση.
Ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται απορριπτέος, γιατί όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του.
Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 εδάφ. β' του άρθρου 4 του νόμου 3869/2010, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στην περιπτώσεις α' και β' της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και του συζύγου του.
Η υποχρέωση αναφοράς από τον οφειλέτη στην αίτησή του της περιουσίας του και της συζύγου του ενισχύεται από την επιβαλλόμενη σ' αυτούς πρόσθετη υποχρέωση προσκομίσεως υπεύθυνης δηλώσεώς τους περί του ότι, μεταξύ άλλων, η εμφανιζόμενη στην αίτηση κατάσταση της περιουσίας τους είναι ορθή και πλήρης. Δηλαδή ότι περιλαμβάνονται όλα τα αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία και ότι αυτά περιγράφονται ορθώς.
Αν ο οφειλέτης ή η σύζυγός του δεν περιλάβουν σκοπίμως ή εκ παραδρομής κάποιο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, γεγονός που μπορεί να διαγνωσθεί από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, τότε αναδεικνύεται ότι η υποβληθείσα αίτηση δεν είναι πλήρης, η δε αίτηση από την οποία έχει παραληφθεί η αναφορά κάποιου αξιόλογου περιουσιακού στοιχείου είναι ανακριβής και όχι αόριστη.
Ειδικότερα, το προαναφερθέν καθήκον της ειλικρινούς δηλώσεως του οφειλέτη καθιερώνεται από το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3869/ 2010. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται "ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει υποχρέωση για ειλικρινή δήλωση πέραν της δικής του περιουσίας και για την περιουσία της συζύγου του". Όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση που να αφορά, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και του συζύγου του.
Επομένως ορθά κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων προέβη σε ανειλικρινή δήλωση όσον αφορά τόσο τα δικά του εισοδήματα όσο και της συζύγου του και απορριπτέα ως αβάσιμα κρίνονται τα αντίθετα υποστηριζόμενα. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010 επιβάλλεται στον οφειλέτη το καθήκον για ειλικρινή δήλωση των περιουσιακών του στοιχείων και εισοδημάτων καθ` όλο το διάστημα που αρχίζει με την κατάθεση της αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, αλλά και την περίοδο της ρύθμισης των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο εφάρμοσε το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010 κατά τα οικονομικά έτη 2012 και 2013 που αφορούν εισοδήματα που αποκτήθηκαν τα έτη 2011 και 2012 ενώ όφειλε να εφαρμόσει αυτό και να ελέγξει το εισόδημα που απέκτησε το έτος 2013, δηλαδή το οικονομικό έτος 2014, αφού την αίτηση την κατέθεσε την 31-12-2012.
Από την επισκόπηση της απόφασης αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο αναφέρεται και στα εισοδήματα προηγουμένων ετών πριν από την κατάθεση της αίτησης, πλήν όμως η αναφορά αυτή γίνεται χωρίς να έχει κάποια έννομη συνέπεια καθόσον το δικαστήριο θεωρεί ως ανειλικρινή δήλωση αυτή που αναφέρεται στα εισοδήματα μετά την κατάθεση της αίτησης και ως εκ τούτου απορριπτέα κρίνονται τα αντίθετα υποστηριζόμενα.
Εξάλλου, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, κατά το οποίο οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα (που ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση) εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζεται ως κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή των νέων διατάξεων ο χρόνος άσκησης του ένδικου μέσου, υιοθετώντας έτσι μεταβατική διάταξη διαφορετική από εκείνη του άρθρου 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ.
Ο γενικός διαχρονικού δικαίου κανόνας του τελευταίου άρθρου, για τα ένδικα μέσα, ορίζει, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως κρίσιμο χρόνο για την εφαρμογή του νέου δικαίου, ως προς τα ζητήματα του παραδεκτού των ένδικων μέσων, του επιτρεπτού των προβαλλόμενων λόγων και του χρόνου της άσκησης, το χρόνο που δημοσιεύεται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1091/2015).
Συνεπώς, οι διευρυμένοι λόγοι αναίρεσης του νέου άρθρου 560 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με το ν. 4335/2015, ισχύουν για την προσβολή αποφάσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, για τις αναιρέσεις που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016 (ΑΠ 140/2016).
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/ 2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (AΠ 126/2018, ΑΠ 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων δικάζοντας ως Εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως διότι διέλαβε σ' αυτή ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι ο ίδιος προέβη σε ανειλικρινή δήλωση των εισοδημάτων του καθώς και της συζύγου του και η αποσιώπηση της ύπαρξης και άλλων πηγών εισοδημάτων έγινε δολίως, δεν αιτιολογεί για τα μη δηλωθέντα στην αίτηση εισοδήματά του και της συζύγου του που αναφέρονται στις δηλώσεις του προς την Εφορία και στα εκκαθαριστικά σημειώματα αυτής, τα οποία αναφέρονται ως καθαρό εισόδημα ατομικής επιχείρησης με βάση το αντικειμενικό σύστημα, τη φύση και το σκοπό αυτού του εισοδήματος και μετά να τα αξιολογήσει αιτιολογημένα ως εισόδημα ή όχι.
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως γιατί δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά που να μαρτυρούν το δόλο του για την ανειλικρινή δήλωση, καθώς επίσης για ποιο λόγο η ανειλικρίνειά του είναι πρόσφορη να ζημιώσει την ικανοποίηση των πιστωτών του και τέλος γιατί ουδεμία αιτιολογία περιλαμβάνει περί του κρισίμου χρόνου που έλαβαν γνώση της ανειλικρινούς δήλωσής του οι πιστώτριες Τράπεζες.
Οι συγκεκριμένες ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, στην οποία το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου το πόρισμα, δηλ.
το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην απόφασή του 1) δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τους αναφερόμενους ουσιώδεις - λυσιτελείς, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ισχυρισμούς του, που πρότεινε παραδεκτά στο παραπάνω δικαστήριο και, συγκεκριμένα, ότι μοναδικό του εισόδημα είναι το προερχόμενο από τον μισθό που λάμβανε ως ιερέας, προσκόμισε δε τα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν τα εισοδήματά του, 2) ότι έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα, ενώ ούτε αυτός ούτε η δεύτερη αναιρεσίβλητη τράπεζα πρότειναν τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι ως εισόδημά του θεωρείτο το τεκμαρτό που προσδιορίζονταν με βάση το αντικειμενικό σύστημα και όχι το πραγματικά διαθέσιμο, παρά ταύτα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης διεδραμάτισε το τεκμαρτό του εισόδημα.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, το Δικαστήριο ουσίας ερεύνησε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς τoυ αναιρεσείοντα και τους απέρριψε καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο, που ο αναιρεσείων υποστηρίζει.
Συνεπώς και εκ του λόγου αυτού ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 845/2012). Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/2018 αίτηση για αναίρεση της 264/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, κατά της υπ' αριθμ. 770/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ