Legislator Case Law & Legislation
1397/2018 AI generated

1397/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1397/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1397/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει η ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση την απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος ερευνά αν παραβιάστηκαν οι περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
infringement action insufficiently substantiated grievance abusive claim by landlord unfair contract terms rent arrears termination of commercial lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1397 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1397/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ακριτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/ΜΙ-ΚΟ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 357/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη (από 21-6-2017 και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 122/2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 - 661 ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 357/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το δικαστήριο αυτό, με την άνω απόφασή του έκανε δεκτή την από 22-10-2013 έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 31/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την από 6-7-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά της αναιρεσίβλητης, και δη μόνο κατά το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε αποζημίωση από ένα μηνιαίο μίσθωμα, ποσού 3.000 ευρώ, λόγω καταγγελίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, κατ' άρθρο 43 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, ως ισχύει. Τα λοιπά κεφάλαια της αγωγής απερρίφθησαν με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση. Η αναίρεση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει η ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση την απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος ερευνά αν παραβιάστηκαν οι περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ.

Μεταξύ των διατάξεων αυτών είναι και αυτές των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 του άνω Κώδικα, κατά την έννοια των οποίων, οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο για το κριθέν απ' αυτές προδικαστικό ζήτημα, ως και για τα κριθέντα παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.

Ειδικότερα, με τον άνω αναιρετικό λόγο, ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο, τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν τα περιστατικά που δέχθηκε συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στις έννομες συνέπειες που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και η κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται κατά το άρθρο 561 παρ. 2 στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

Εξάλλου, το δεδικασμένο, παρότι λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2γ' ΚΠολΔ. Από αυτό παρέπεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του οικείου λόγου αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη η μη δεδικασμένου να είναι νόμιμος και να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ότι, για την πληρότητα και το παραδεκτό αυτού, πρέπει η σχετική επίκληση να αναφέρεται στο αναιρετήριο, η δε σιωπηρή απόρριψη μη νόμιμου ισχυρισμού ύπαρξης ή μη δεδικασμένου από το δικαστήριο της ουσίας δεν στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης, αφού αυτός δεν μπορούσε να έχει έννομη επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κ.λπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κ.λπ.

έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 - 28/1998). Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 3/1997 και 13/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 24-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης η εναγομένη μίσθωσε από τον ενάγοντα ένα ισόγειο χώρο επιφανείας 865 τ.μ., που αποτελούνταν από ένα ισόγειο χώρο εμβαδού 500 τ.μ. περίπου και τμήμα από τον υπόγειο χώρο εμβαδού 365 τ.μ., ευρισκόμενο στο 2ο χιλιόμετρο της παλαιάς εθνικής οδού (Π.Ε.Ο.) Βέροιας - Θεσσαλονίκης με όριο έως το ασφαλτοστρωμένο σημείο, που βρίσκεται πίσω από το κτίριο και σε απόσταση δύο (2) μέτρων από την πίσω δεξιά κολώνα της πλάγιας πόρτας περιφράξεως, στην εμπρόσθια όψη του κτιρίου, εκτεινόμενο από το σημείο αυτό και κατά μήκος του ακινήτου έως την απέναντι πλευρά της περίφραξής του, σχηματίζοντας μία νοητή γραμμή, στο οποίο βρισκόταν ο αναλυτικά αναφερόμενος στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό εξοπλισμός.

Το ανωτέρω μίσθιο συμφωνήθηκε, όπως χρησιμοποιηθεί, για τις ανάγκες της εμπορίας της εναγομένης, κυρίως για λιανικό και χονδρικό εμπόριο αυτοκινήτων. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εννεαετής, από 1-11-2005 και λήγουσα στις 31-11-2014. Το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε μέχρι την 31-12-2006 στο ποσό των 4.200 ευρώ. Με όρο του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, οι διάδικοι συμφώνησαν, πλην των άλλων και τα εξής: "Το μίσθιο εκμισθώνεται προς την μισθώτρια σε καλή κατάσταση και λειτουργία των εγκαταστάσεών του (ηλεκτρολογικών, υδραυλικών, θερμάνσεως κ.λπ.), καθότι λειτουργεί ως οργανωμένη μονάδα εμπορίας αυτοκινήτων, ανταλλακτικών, λιπαντικών και αξεσουάρ, της οποίας καταστάσεως έχει ακριβή γνώση η μισθώτρια, που εξέτασε τούτο και το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, για άμεση χρήση με τα υπάρχοντα έπιπλα, σκεύη, ηλεκτροτεχνολογικό εξοπλισμό και χρηστικών αντικειμένων, για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης ως κάτωθι:

Μία (1) τηλεόραση NOKIA. Ένα (1) Φωτοτυπικό Μηχάνημα CANNON. Ένα (1) FAX - Συσκευή με γραμμή ISDN. Επτά (7) τηλεφωνικές Συσκευές ERICKSON. Ένα (1) τηλεφωνικό κέντρο με δυνατότητα ενδοεπικοινωνίας. Ντουλάπα - Φοριαμό προβολής αξεσουάρ SEAT FORCE. Ένα (1) STAND Ζαντών. Ένα (1) STAND αεροτομών. Δεκαέξι (16) STAND Τιμών - Εξοπλισμού. PANEL Προβολής ALTEA - Πλάτη.

Κουτιά SEAT TOLEDO. Σημαίες, Λάβαρα, Αφίσες και QUIK SKRIN. Προσπέκτους (ικανός αριθμός) όλων των μοντέλων της SEAT. Ράμπα (εσωτερική) προβολής SAAB. Ράμπα (εξωτερική) προβολής CORDOBA - LEON κτλ. Πέντε (5) καναπέδες. Επτά (7) τραπέζια γραφείων. Είκοσι εννιά (29) πολυθρόνες - καρέκλες. Τρία (3) Κομπιούτερ με Οθόνη και πλήρη εγκατάσταση καλωδίωσης, για τη λειτουργία των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών σε όλα τα γραφεία, κάτω και πάνω.

Δύο (2) Εκτυπωτές. Εσωτερικές επενδύσεις ξύλου και ράφια στα γραφεία. Τέσσερα (4) Τζαμωτά κουφώματα προβολής αξεσουάρ. Ψυγεία στις κουζίνες με τα σκεύη τους και ένα (1) φούρνο μικροκυμάτων. Ηλεκτρικά αναδιπλούμενες τέντες στην πρόσοψη της έκθεσης. Κουρτίνες παραθύρων για τα γραφεία. Είκοσι (20) καλλωπιστικά φυτά μέσα σε μεγάλες γλάστρες.

Δέκα (10) ιστοί για σημαίες. Γραφική ύλη, για την καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης. Χώρος στάθμευσης σκεπασμένος με πάνελ, για τα αυτοκίνητα του προσωπικού και των πελατών. Αποθήκη για την νυκτερινή παραλαβή ανταλλακτικών. Ράμπα για την εκφόρτωση των ανταλλακτικών, λαδιών κ.τ.λ. Πλήρης και ακριβός φωτισμός εντός και εκτός κτιρίου.

Ψύξη - θέρμανση με κεντρικές μονάδες και δεκατρία (13) εσωτερικά FANCOIL. Κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης σε τέσσερα σημεία του καταστήματος (ΕΑΖΕΟ). Γραφεία και ημιτελή αίθουσα αναμονής στο χώρο του συνεργείου. Γκαζόν σε επτά παρτέρια. Άσφαλτος στον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου, μέχρι το σημείο που βρίσκεται η πίσω δεξιά πόρτα της έκθεσης.

Φωτιστικό δαπέδου, φωτεινές επιγραφές και μη, πίνακες πόστερ, stand προβολής ραδιοφώνων, μαγνητικό STAND της SAAB, δοχεία απορριμμάτων, πυροσβεστήρες και κλειδοθήκη. Στήλες, Φοριαμό, τραπεζάκια γραφείων. Σύστημα συναγερμού σε όλο το κτίριο. Μηχανή ανάγνωσης ανταλλακτικών, με τα απαραίτητα μικροφίλμ. Ψηφιακή φωτογραφική μηχανή.

Video προβολής κασετών. Ράφια DEXION σε όλες τις αποθήκες. Ειδική Κατασκευή ψευδοροφής και φωτισμού για τη SEAT FORCE. Όλα τα παραπάνω αντικείμενα, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, παλιές ή καινούργιες και ότι άλλο προστεθεί στους χώρους εντός και εκτός κτιρίου, μετά τη λύση της μίσθωσης, θα παραμείνουν ως έχουν στο μίσθιο.

Εκτός όλων των παραπάνω, η δεύτερη των συμβαλλόμενων παραλαμβάνει φάκελο πελατών (πελατολόγιο), που έχουν ασφαλίσει τα αυτοκίνητά τους, σε ασφαλιστικές εταιρίες με τις οποίες συνεργάζεται ο πρώτος των συμβαλλόμενων. Συμφωνείται, ότι ο παραπάνω φάκελος (πελατολόγιο) με τους ασφαλισμένους πελάτες, αλλά και όσους θα προστεθούν από την ανάληψη και λειτουργία της επιχείρησης από την δεύτερη συμβαλλόμενη, θα επιστραφεί μετά το πέρας της μίσθωσης στον πρώτο συμβαλλόμενο".

Ο όρος της μισθώσεως αυτός τέθηκε στο μισθωτήριο με πρωτοβουλία του εκμισθωτή, προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά του, για την έγκαιρη και απρόσκοπτη παράδοση σ' αυτόν των ανωτέρω, αλλά και για την διατήρηση της υψηλής μισθωτικής αξίας της επιχειρήσεώς του. Επίσης σύμφωνα με τον όρο 7 του μισθωτηρίου, ο μισθωτής είχε το δικαίωμα να προχωρεί σε παρεμβάσεις, που θα σχετίζονται με το είδος της επαγγελματικής δραστηριότητας που είχε συμφωνηθεί να ασκήσει στο μίσθιο.

Ακόμη, με τον όρο 4 της σύμβασης μίσθωσης η μισθώτρια εταιρεία (εναγομένη) κατέβαλε στον εκμισθωτή (ενάγοντα), κατά την ημέρα σύναψης της σύμβασης το ποσό των 8.400 ευρώ (ισόποσο δύο μισθωμάτων), για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, το οποίο θα παρέμενε άτοκα στα χέρια του εκμισθωτή και θα επιστρεφόταν στο μισθωτή, κατά τη λήξη της μίσθωσης, δεν θα μπορούσε να συμψηφιστεί δε πριν από τη λήξη της μίσθωσης σε καμία περίπτωση με οφειλόμενα μισθώματα και αν η μισθώτρια αποχωρούσε από το μίσθιο, χωρίς έγγραφη καταγγελία της τουλάχιστον τρεις μήνες νωρίτερα θα κατέπιπτε υπέρ του εκμισθωτή, ως ελάχιστη αναπόδεικτη αποζημίωση.

Η εναγομένη, με βάση τα παραπάνω συμφωνημένα, παρέλαβε την χρήση του μισθίου και το χρησιμοποιούσε, για τους παραπάνω σκοπούς. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι διάδικοι συμφώνησαν το μηνιαίο μίσθωμα να αναπροσαρμόζεται από την 1-1-2007 κάθε μισθωτικό έτος, κατά ποσοστό αυξήσεως του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό θα προσδιορίζονταν εκάστοτε από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, για το αμέσως προηγούμενο της αναπροσαρμογής χρονικό διάστημα, προσθέτοντας σ' αυτό το ποσοστό 1%.

Ακολούθως και λόγω των διαμορφωθέντων, με την οικονομική κρίση, δεδομένων με το από 7-2-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης (τροποποιητικό) το ήδη διαμορφωθέν μίσθωμα ύψους 4.884,65 € αναπροσαρμόσθηκε από 1-4-2010 έως και 31-12-2011 στο ποσό των 4.400 € συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου και με το από 1-9-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης (τροποποιημένο), το μίσθωμα μειώθηκε περαιτέρω από 1-9-2010 έως και 31-12-2011 στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η μισθώτρια με έγγραφη, κατά νόμο απευθυντέα, δήλωσή της, που επιδόθηκε στον ως άνω εκμισθωτή στις 21-9-2011 (βλ. την με αριθμό 1398Β'/21-9-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βέροιας Μ. Α.), κατήγγειλε λόγω μεταμελείας τη μίσθωση, ήτοι άσκησε το δικαίωμα, που της παρείχε το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995 και κάλεσε τον τελευταίο, μετά την πάροδο τριών μηνών από την επίδοση της καταγγελίας, να προσέλθει στο μίσθιο, προκειμένου να το ελέγξει, για φθορές ή μεταβολές της υλικής υποστάσεώς του, να παραλάβει τα κλειδιά, ως και τον ως άνω κινητό εξοπλισμό και πελατολόγιο παραγωγής ασφαλίστρων -όπως ο ανωτέρω όρος είναι διατυπωμένος στο μισθωτήριο έγγραφο- καθώς και να του καταβάλλει την νόμιμη αποζημίωση.

Να σημειωθεί, ότι η μισθώτρια υποχρεούται στην περίπτωση αυτή σε καταβολή αποζημίωσης ίση με το ποσόν ενός μισθώματος, όπως αυτό ανερχόταν συμβατικώς τρεις μήνες πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και όχι του αρχικώς καθορισθέντος, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.

Επίσης, όπως αποδεικνύεται πλήρως από το περιεχόμενο της σχετικής εξωδίκου δηλώσεως ζήτησε μετά τον έλεγχο του μισθίου την εξόφληση όλων των οικονομικών εκκρεμοτήτων (μισθώματα, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας) και την απόδοση της εγγυοδοσίας των δύο μισθωμάτων. Κατά τον τρόπο αυτό η ως άνω μίσθωση, όπως στις προπαρατεθείσες σκέψεις εκτέθηκε, έληξε μετά την πάροδο τριών μηνών από την περιέλευση στον εκμισθωτή της καταγγελίας αυτής, δηλαδή στις 21-12-2011, καθιστώντας την εναγομένη υπόχρεη προς απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου και τον ενάγοντα, υπόχρεο προς παραλαβή του τελευταίου (άρθρα 43 του ΠΔ 34/1995, 288, 349 του ΑΚ).

Πράγματι, μετά την ημερομηνία αυτή η εναγομένη έκλεισε το κατάστημα που λειτουργούσε στο μίσθιο και σταδιακά μέχρι την 21-12-2011 το εκκένωσε, αποδίδοντας όπως είχε υποχρέωση ελεύθερη τη χρήση του στον εκμισθωτή και προσφέροντάς του τα κλειδιά του τελευταίου, τα οποία αρνήθηκε να παραλάβει ο ίδιος και παρά την κοινοποίηση σ' αυτόν και δεύτερης εξωδίκου δηλώσεως α] για την παράδοση του μισθίου και του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού, καθώς και πελατολογίου παραγωγής ασφαλίστρων 108 πελατών, που έχουν ασφαλίσει τα αυτοκίνητά τους σε ασφαλιστικές εταιρίες, συνεργαζόμενες με την εναγόμενη, καθώς και β] για την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών, που η ίδια είχε τακτοποιήσει (βλ.

τις με αριθμ. 3348Β'/20-12-2011 και 3358Β'/23-12-2011 Εκθέσεις Επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Χ. Α.). Το παραπάνω ζήτημα της λύσεως της συμβάσεως προκύπτει με ισχύ δεδικασμένου, ως ζήτημα κριθέν παρεμπιπτόντως με την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 1000/2016 απόφαση του δικαστηρίου τούτου επί ανακοπής, κατά διαταγής πληρωμής (με αριθμ. 1471/ΔΠ/228/2012) για μισθώματα, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Συναφώς η απόδοση του μισθίου στην προκειμένη υπόθεση συντελέστηκε την 21-12-2011, οπότε αποχώρησε η μισθώτρια, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, ανεξαρτήτως από την μη παραλαβή των κλειδιών του μισθίου από τον προσκληθέντα προς τούτο εκμισθωτή. Εφόσον δηλαδή αποδείχθηκε, ότι κατά την λύση της μίσθωσης η μισθώτρια είχε εκδηλώσει -κατά τα προεκτεθέντα- σοβαρά και αληθή τη βούλησή της να παραδώσει το μίσθιο με την εγχείριση των κλειδιών και ήταν εφικτή και χωρίς πλέον εμπόδια η από τον εκμισθωτή είσοδος και κατάλειψη (ανάληψη) απ' αυτόν της κατοχής του μισθίου, είναι προφανές, ότι συνιστά η πράξη αυτή από μόνη της παράδοση, οπότε είχε υποχρέωση ο εκμισθωτής να παραλάβει το μίσθιο κατ' αυτόν τον τρόπο και αν ακόμη το μίσθιο είχε βλάβες, αλλιώς γίνεται υπερήμερος.

Συνακόλουθα είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι δεν χώρησε τότε νόμιμη παραλαβή του μισθίου του, διότι αυτός παρέλαβε τα κλειδιά του αυτού την 16-02-2012 και ο χρόνος της εξάμηνης παραγραφής από τότε άρχισε να τρέχει. Κατόπιν τούτου και ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη την 2-8-2012 (βλ.

την υπ' αριθμ. 8795Ε/2-8-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κοζάνης Δ. Ι., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων), η αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος έναντι της μισθώτριας από φθορές του μισθίου (ήτοι για τη θετική και την αποθετική του ζημία λόγω των φθορών που προκλήθηκαν στο μίσθιο) έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από την ως άνω ημερομηνία παραλαβής του μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου.

Τα ίδια είπε και η εκκαλούμενη και δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης και απέρριψε τις αξιώσεις αποζημίωσης του ενάγοντος, έναντι της μισθώτριας από φθορές του μισθίου (ήτοι για τη θετική και την αποθετική του ζημία και την ηθική του βλάβη, λόγω των φθορών που προκλήθηκαν στο μίσθιο). Επομένως ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι υπήρξε αθέτηση νόμιμης και συμβατικής υποχρέωσης της μισθώτριας κατά τον χρόνο, που έκανε χρήση του επιδίκου μισθίου και του κινητού εξοπλισμού του. Ειδικότερα οι παρεμβάσεις της μισθώτριας, που σχετίζονται με την αποξήλωση του β' γραφείου του μισθίου έγιναν, για την επίτευξη της επαγγελματικής λειτουργίας που συμφωνήθηκε, δεδομένου, ότι οι κατασκευές αυτές ήταν απολύτως αναγκαίες και καλύτερης ποιότητας από τις ήδη υφιστάμενες.

Άλλωστε, επιχειρήθηκαν με τη συναίνεση του εκμισθωτή. Ως προς δε την παράδοση χαρτοφυλακίου μειωμένου αριθμού ασφαλισμένων (μόνον 108 αντί των 550 ασφαλισμένων) αποτελεί μία πραγματική κατάσταση, που έχει προκύψει λόγω της πτώσης της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας, από την τρέχουσα οικονομική κρίση.

Το δεδικασμένο καταλαμβάνει και τα ως άνω ζητήματα, που αποτέλεσαν στην προηγηθείσα απόφαση την αιτιολογία του προταθέντος από την μισθώτρια και γενομένου δεκτού του (εκεί) προβληθέντος ισχυρισμού (λόγου ανακοπής) περί της δυνατότητος συμψηφισμού της εγγυοδοσίας προς οφειλόμενα μισθώματα, διότι δεν υπήρξε παράβαση κάποιου όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, δυναμένη να επιφέρει ενεργοποίηση των εννόμων αποτελεσμάτων του αντιστοίχου μισθωτικού όρου περί καταπτώσεως της εγγυοδοσίας.

Το δεδικασμένο αυτό, οριοθετείται από τον ως άνω προβληθέντα λόγο της ανακοπής και αφορά ζητήματα που ήταν αναγκαία, για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης εκείνης και δεν κρίθηκαν πλεοναστικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Περαιτέρω, η εκκαλούμενη δέχθηκε με παραδοχές, που δεν πλήττονται με την έφεση, ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα την οφειλόμενη αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης (άρθρο 43 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, ως ισχύει), ήτοι αποζημίωση ίση με ένα μηνιαίο μίσθωμα, κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης ποσού 3.000,00 ευρώ.

Επίσης αποδείχθηκε, ότι με το από 24-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η εναγόμενη συμφώνησε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 600,00 ευρώ ως ετήσια αποζημίωση χρήσης χώρου διαφημιστικής πινακίδας, που βρίσκεται σε αγροτεμάχιο πλησίον της Εγνατίας Οδού Βέροιας - Θεσσαλονίκης, σε απόσταση 3 χλμ.

πριν από την Βέροια. Η μισθώτρια όμως, ως είχε δικαίωμα, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα την εν λόγω αποζημίωση χρήσης για το έτος 2011, διότι το εν λόγω μίσθιο είχε πραγματικό ελάττωμα (ΑΠ 1541/1990 ΝοΒ 40/281), καθόσον η τοποθέτηση της εν λόγω πινακίδας είχε γίνει παρανόμως και κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου (άρθρο 11 του ν. 2696/1999), όπως κρίθηκε και με την υπ' αριθ. 448/2011 απόφαση του Πταισματοδικείου Κοζάνης, που προσκομίζεται από την εναγόμενη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, για αποζημίωσή του, λόγω καταγγελίας της μίσθωσης, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι πλήρους εξόφλησης.

Εφόσον τα ίδια είπε και η εκκαλούμενη απόφαση, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και πρέπει μόνο να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της. Πρέπει λοιπόν η έφεση, να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ως προς το πρώτο σκέλος του κρινόμενου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση της παράβασης του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι χαρακτήρισε εσφαλμένα την ένσταση που αυτός είχε προβάλλει επί της ανακοπής που ασκήθηκε προς ακύρωση της υπ' αριθμ. 1471/ΔΠ/228/2012 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, ως ένσταση συμψηφισμού, καθώς επρόκειτο για ένσταση απόσβεσης της ενοχής με καταβολή, καταλογιστέα στην οφειλή, όπως κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 1000/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με την έρευνα του βασίμου ή μη του άνω λόγου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1471/ΔΠ/228/2012 διαταγή πληρωμής με την οποία υποχρεωνόταν η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 6.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011.

Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας (ειδική διαδικασία άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ) ανακοπή, προβάλλοντας, ένσταση απόσβεσης της οφειλής της προς τον αναιρεσείοντα με καταλογισμό του ποσού της εγγυοδοσίας στα οφειλόμενα μισθώματα (κατ' ορθή εκτίμηση) μετά τη λήξη της μίσθωσης, κατά τα εις την ανακοπή αυτή ειδικότερον εκτιθέμενα.

Ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό περί μη προσήκουσας από μέρους της (αναιρεσίβλητης) εκπλήρωσης όλων των όρων της μίσθωσης λόγω της ύπαρξης των ίδιων (με την ένδικη αγωγή) αναφερομένων φθορών και ζημιών στο μίσθιο. Ο εν λόγω ισχυρισμός του απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την υπ' αριθμ. 5/ΜΙ-ΑΚ/2014 απόφαση του άνω δικαστηρίου και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής.

Κατά της εν λόγω απόφασης ο αναιρεσείων κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 7-7-2014 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η 1000/2016 απόφαση, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη, την προαναφερθείσα έφεση. Το ζήτημα του χρόνου λύσης της μισθωτικής σχέσεως αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα στην ανωτέρω δίκη, η έρευνα του οποίου ήταν αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο της κρίσεως για το κύριο αντικείμενο της διαφοράς, που ήταν η "ένσταση συμψηφισμού", της εγγυοδοσίας, που η αναιρεσίβλητη είχε προβάλλει με την ανακοπή της, η οποία κατά τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό χαρακτηρίστηκε από το δικαστήριο εκείνο ως ένσταση απόσβεσης της ένδικης τότε αξίωσης με καταλογισμό του ποσού της εγγυοδοσίας, η οποία προϋποθέτει λήξη της μίσθωσης, και η οποία ένσταση έγινε δεκτή (το αναγραφέν στην απόφαση ως "αβάσιμη" είναι από προφανή παραδρομή, αφού αναφέρεται ότι "η ένσταση αυτή έπρεπε να γίνει δεκτή, όπως άλλωστε προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της).

Περαιτέρω ως προς το ζήτημα της λήξης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 5ο φύλλο, δεύτερη σελίδα, σειρές 3-7) "....Το παραπάνω ζήτημα της λύσεως της συμβάσεως προκύπτει με ισχύ δεδικασμένου, ως ζήτημα κριθέν παρεμπιπτόντως με την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 1000/2016 απόφαση του δικαστηρίου τούτου επί ανακοπής, κατά διαταγής πληρωμής (με αριθμ. 1471/ΔΠ/228/2012) για μισθώματα, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας".

Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο δεν δέχθηκε επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου ως προς το κρίσιμο θέμα του χρόνου λύσεως της μισθωτικής σχέσεως, καθώς αυτό κρίθηκε παρεμπιπτόντως με την 1000/2016 προηγηθείσα απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται αναφορά στην ένσταση συμψηφισμού που η αναιρεσίβλητη είχε προβάλλει ως λόγο της ανακοπής της, η οποία κρίθηκε τελεσίδικα με την προαναφερόμενη απόφαση (1000/2016) ότι αποτελεί ουσιαστικά ένσταση απόσβεσης χρέους με καταλογισμό του ποσού της εγγυοδοσίας.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προβαίνει σε διαφορετική κρίση και ειδικότερα σε διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της κατά τα ανωτέρω προβληθείσας ένστασης και γι' αυτό δεν διαφοροποιείται από την τελεσίδικη κρίση της με αριθμ. 1000/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που όπως αναφέρθηκε έκρινε επί της ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και των λόγων αυτής.

Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε αθέτηση νόμιμης και συμβατικής υποχρέωσης της μισθώτριας κατά το χρόνο, που έκανε χρήση του επιδίκου μισθίου και του κινητού εξοπλισμού του... Το δεδικασμένο καταλαμβάνει και τα ως άνω ζητήματα που αποτέλεσαν στην προηγηθείσα απόφαση την αιτιολογία του προταθέντος από την μισθώτρια και γενομένου δεκτού του (εκεί) προβληθέντος ισχυρισμού (λόγου ανακοπής) περί της δυνατότητας συμψηφισμού της εγγυοδοσίας προς οφειλόμενα μισθώματα, διότι δεν υπήρξε παράβαση κάποιου όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, δυναμένου να επιφέρει ενεργοποίηση, των εννόμων αποτελεσμάτων του αντιστοίχου μισθωτικού όρου, περί καταπτώσεως της εγγυοδοσίας".

Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ότι δεν υπήρξε αθέτηση νόμιμης και συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης από τη μίσθωση, που απορρέει από την προηγηθείσα με αριθμ. 1000/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο οριοθετείται από τον εκεί προβληθέντα από μέρους της, λόγο της ανακοπής.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι ενώ δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο, ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως με την υπ' αριθμ. 1000/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εν τούτοις κατά παράβαση του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν δέχθηκε συγχρόνως ότι το δικαστήριο που έκρινε ως παρεμπίπτοντα τα ζητήματα αυτά ήταν και καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.

Και κατά το σκέλος αυτό ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού πρώτα έκρινε ότι υφίσταται δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της λύσεως της ένδικης σύμβασης μίσθωσης επειδή αυτό κρίθηκε παρεμπιπτόντως κατ' άρθρο 331 ΚΠολΔ με την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 1000/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ερεύνησε, προτού καταλήξει στην κρίση, περί δέσμευσης από το εν λόγω δεδικασμένο ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 331 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι:

α) η λύση της μισθωτικής σχέσεως αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5/ΜΙ-ΑΚ/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, αφού η έρευνά του ήταν αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί της κρίσεως για το κύριο αντικείμενο της διαφοράς, που ήταν η ένσταση απόσβεσης χρέους με καταλογισμό του ποσού της εγγυοδοσίας που η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει ως λόγο ανακοπής και β) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας), ήταν καθ' υλην αρμόδιο, λόγω του ποσού του μισθώματος ανερχομένου στο ποσό των 3.000 ευρώ.

Συνεπώς εφόσον το δικαστήριο δέχθηκε δέσμευση από το εν λόγω δεδικασμένο από ζήτημα που κατά τα άνω, κρίθηκε παρεμπιπτόντως και αφορούσε την έννομη σχέση της ένδικης μίσθωσης, δέχθηκε συγχρόνως τις άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 331 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται ρητή και ειδική αναφορά σ' αυτές. Περαιτέρω η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "...δεν αποδείχθηκε, ότι υπήρξε αθέτηση νόμιμης και συμβατικής υποχρέωσης της μισθώτριας κατά το χρόνο που έκανε χρήση του επιδίκου μισθίου και του κινητού εξοπλισμού του και ειδικότερα ότι οι παρεμβάσεις της μισθώτριας που σχετίζονται με την αποξήλωση του Β' γραφείου του μισθίου έγιναν, για την επίτευξη της επαγγελματικής λειτουργίας που συμφωνήθηκε δεδομένου, ότι οι κατασκευές αυτές ήταν απολύτως αναγκαίες και καλύτερης ποιότητας από τις ήδη υφιστάμενες.

Άλλωστε επιχειρήθηκαν με τη συναίνεση του εκμισθωτή. Ως προς δε την παράδοση χαρτοφυλακίου μειωμένου αριθμού ασφαλισμένων (μόνον 108 αντί των 550 ασφαλισμένων), αποτελεί μια πραγματική κατάσταση, που έχει προκύψει, λόγω της πτώσης της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας από την τρέχουσα οικονομική κρίση", ανεξαρτήτως του ότι αφορούν την ουσία της υπόθεσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι το δεδικασμένο καταλαμβάνει και τα ως άνω ζητήματα που αποτέλεσαν στην προηγηθείσα απόφαση την αιτιολογία του προταθέντος από την μισθώτρια και γενομένου δεκτού του (εκεί) προβληθέντος ισχυρισμού (λόγου ανακοπής) περί της δυνατότητος συμψηφισμού της εγγυοδοσίας προς οφειλόμενα μισθώματα, διότι δεν υπήρξε παράβαση κάποιου όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, δυναμένη να επιφέρει ενεργοποίηση των εννόμων αποτελεσμάτων του αντιστοίχου μισθωτικού όρου, περί καταπτώσεως της εγγυοδοσίας.

Το δεδικασμένο αυτό οριοθετείται από τον ως άνω προβληθέντα λόγο της ανακοπής και αφορά ζητήματα που ήταν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της απόφασης εκείνης.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης από το Εφετείο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ως προς το πρώτο σκέλος του κρινόμενου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε το άρθρο 602 ΑΚ και δέχθηκε παραγραφή εξάμηνη των απαιτήσεων κρίνοντας ότι αυτές προέρχονταν από φθορές στο μίσθιο, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, κατ' αρθρο 249 ΑΚ, διότι οι αξιώσεις του (αναιρεσείοντος) αφορούσαν σε αποζημίωση από παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι: "...Συναφώς η απόδοση του μισθίου συντελέσθηκε την 21-12-2011, οπότε αποχώρησε η μισθώτρια, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, ανεξαρτήτως από την μη παραλαβή των κλειδιών του μισθίου από τον προσκληθέντα προς τούτο εκμισθωτή. Εφόσον δηλαδή αποδείχθηκε, ότι κατά τη λύση της μίσθωσης η μισθώτρια είχε εκδηλώσει κατά τα προεκτεθέντα σοβαρά και αληθή τη βούλησή της να παραδώσει το μίσθιο με την εγχείριση των κλειδιών και ήταν εφικτή και χωρίς πλέον εμπόδια η από τον εκμισθωτή είσοδος και ανάληψη απ' αυτόν της κατοχής του μισθίου είναι προφανές ότι συνιστά η πράξη αυτή, από μόνη της παράδοση, οπότε είχε υποχρέωση ο εκμισθωτής να παραλάβει το μίσθιο κατ' αυτόν τον τρόπο και αν ακόμη το μίσθιο είχε βλάβες, αλλιώς γίνεται υπερήμερος.

Συνακόλουθα είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι δεν εχώρησε τότε νόμιμη παραλαβή του μισθίου, διότι αυτός παρέλαβε τα κλειδιά αυτού την 16-2-2012 και ο χρόνος της εξάμηνης παραγραφής από τότε άρχισε να τρέχει. Κατόπιν τούτου και ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη την 2-8-2012 (βλ.

την υπ' αριθμ. 8795Ε/2-8-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κοζάνης Δ. Ι.), η αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος έναντι της μισθώτριας από φθορές του μισθίου (ήτοι για τη θετική και την αποθετική του ζημία, λόγω των φθορών που προκλήθηκαν στο μίσθιο) έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από την ως άνω ημερομηνία παραλαβής του μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου.

Τα ίδια είπε και η εκκαλουμένη και δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης και απέρριψε τις αξιώσεις αποζημίωσης του ενάγοντος έναντι της μισθώτριας από φθορές του μισθίου (ήτοι για τη θετική και αποθετική του ζημία και την ηθική του βλάβη, λόγω των φθορών που προκλήθηκαν στο μίσθιο)". Με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι "η απόδοση του μισθίου συντελέσθηκε την 21-12-2011, οπότε αποχώρησε η μισθώτρια, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 ανεξαρτήτως από την μη παραλαβή των κλειδιών του μισθίου από τον προσκληθέντα προς τούτο εκμισθωτή και εφόσον κατά τη λύση της μίσθωσης η μισθώτρια είχε εκδηλώσει σοβαρά και αληθή τη βούλησή της να παραδώσει το μίσθιο με την εγχείρηση των κλειδιών και ήταν εφικτή και χωρίς πλέον εμπόδια η από τον εκμισθωτή ανάληψη απ' αυτόν της κατοχής του μισθίου και ότι η πράξη αυτή από μόνη της συνιστά παράδοση από μόνη της, οπότε είχε υποχρέωση ο εκμισθωτής να παραλάβει το μίσθιο....", δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 602 εδ.

α' η οποία ορίζει ότι: "Οι αξιώσεις του εκμισθωτή για αποζημίωση εξαιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου το ανέλαβε", και η αντίθετη αναιρετική αιτίαση περί πλασματικής ανάληψης του μισθίου την ανωτέρω ημερομηνία, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στον υπόψη (δεύτερο) λόγο του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθώς επίσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και η αιτίαση περί εικοσαετούς και όχι εξάμηνης παραγραφής, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο.

Ως προς την επί μέρους αιτίαση, που αναφέρεται στην παράδοση χαρτοφυλακίου μειωμένου αριθμού ασφαλισμένων (μόνο 108 αντί 550 ασφαλισμένων), σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το γεγονός αυτό "αποτελεί μία πραγματική κατάσταση που έχει προκύψει λόγω της πτώσης της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας από την τρέχουσα οικονομική κρίση", και συνεπώς η κρίση του Εφετείου επί του εν λόγω ζητήματος είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε αθέτηση νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης - μισθώτριας, σχετικά με την ένδικη μίσθωση. Μάλιστα, η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε σε σαφές πόρισμα ότι δεν συντρέχει περίπτωση αθέτησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των συμφωνηθέντων εκ του νόμου, ούτε κακή χρήση του μισθίου και προς ενίσχυση του πορίσματός της αναφέρεται ενδεικτικά στις παρεμβάσεις που έγιναν και που σχετίζονται με την αποξήλωση του β' γραφείου του μισθίου, τις οποίες αιτιολόγησε, ως εντασσόμενες στη συμφωνηθείσα επαγγελματική λειτουργία του μισθίου, καθώς και στο θέμα της παράδοσης του χαρτοφυλακίου των ασφαλισμένων και του μειωμένου αριθμού παράδοσης αυτών.

Άλλωστε, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε αθέτηση συμβατικής η νόμιμης υποχρέωσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και οι αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον 3ο λόγο αναίρεσης (εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρέλειψε να λάβει υπόψη κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (Ολ.ΑΠ 4/2012).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους.

Ειδικότερα, για τις ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους, από τον διάδικο που τις προσκόμισε, με τις προτάσεις μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να είναι ειδική, ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, για παραβίαση του άρθρου 559 περ. γ' ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με την απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών δεν έλαβε υπόψη τις επικληθείσες και προσκομισθείσες ενώπιον του Εφετείου υπ' αριθμ. 153/15-4-2013 και 152/15-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βεροίας.

Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 12-12-2016 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης αυτός επικαλείται στη σελίδα 7 τα εξής: "Προσάγω και επικαλούμαι τις από 15-4-2013 και με αριθμούς 152 και 153/2013 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Σ. και Α. Σ. που αποδεικνύουν τις υλικές φθορές που υπέστη το μίσθιο και την αμέλεια που επέδειξε για την αποκατάστασή τους, η αντίδικος, κατά τα συμφωνηθέντα".

Συνεπώς, εφόσον δεν έγινε καθόλου από τον αναιρεσείοντα επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, της νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αναιρεσίβλητης, να παραστεί στη λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων και της παράστασής της ή μη κατά τη λήψη αυτών, δεν είναι νόμιμη η επίκληση αυτών, αφού η κλήτευση του αντιδίκου αποτελεί προϋπόθεση παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης εφόσον δεν έγινε αναφορά εν προκειμένω, ότι παρέστη η αντίδικος κατά τη λήψη αυτών, αλλιώς δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη και ορθά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις άνω ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως ο σχετικός με τα ανωτέρω τέταρτος λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. καταθ. 122/22-6-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 357/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ