1397/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37611/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1610/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1397/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται, ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Full text
Απόφαση 1397 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1397/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου που ανακάλεσε την από 12/1/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Σπανό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37611/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1610/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/10/2015 αίτησή τoυ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 18/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου, κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 1610/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 23-3-... έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 37611/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η από 2-2-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Σημειώνεται εδώ.
ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται, ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική μεν, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 164, 166, 1033 και 369 ΑΚ, προκύπτει, ότι η σύμβαση πώλησης ακινήτου, πρέπει, με ποινή ακυρότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, να γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπόκειται, όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πωλήσεώς του (προσύμφωνο) ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της.
Στον ίδιο τύπο (συμβολαιογραφικό) υποβάλλονται και οι συμφωνίες, με τις οποίες τροποποιείται η εν λόγω σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για όρους, με τους οποίους αυτή καταργείται ολικά ή μερικά ή περιορίζεται η ενέργειά της ή με τους οποίους γίνεται παραίτηση από όρο αυτής. Ως τροποποιήσεις για τις οποίες πρέπει να τηρηθεί ο τύπος της δικαιοπραξίας, νοούνται οι ουσιώδεις που ασκούν έννομη επιρροή στους όρους της δικαιοπραξίας, όπως είναι ο όρος που καθορίζει το χρόνο και τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, τη διεύρυνση της δικαιοπραξίας κατά τις υποχρεώσεις των μερών (ΑΠ 920/...).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο Γ. Τ., πατέρας του ενάγοντος και ο εναγόμενος διατηρούσαν καλές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, στα πλαίσια των οποίων η σύζυγος του πρώτου, μητέρα του ενάγοντος, βάπτισε την θυγατέρα του εναγόμενου.
Με το με αριθμ. ...16.9.1988 προσύμφωνο πώλησης ακινήτου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ά. Μ. - Θ., ο εναγόμενος υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στην Β. Τ., μητέρα του ενάγοντος, την κυριότητα ενός αγρού έκτασης 1.414,71 τ.μ., αυτοτελή και διηρημένο τμήμα του μεγαλύτερης έκτασης αγρού, άλλοτε 6.500 τ.μ., ήτοι πριν την ρυμοτόμησή του για τη διάνοιξη της εθνικής οδού ..., που βρίσκεται στη θέση ...
του Δήμου Πυλαίας Ν. Θεσσαλονίκης, έναντι αναγραφόμενου τιμήματος 3.000.000 δρχ., καταβληθέντος, κατά το προσύμφωνο, ολοσχερώς, εκτός συμβολαιογραφικού γραφείου. Στο προσύμφωνο προβλέφθηκε μεταξύ άλλων ότι το οριστικό συμβόλαιο της πώλησης θα υπογραφεί, ενώπιον της συμβ/φου, σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα οποτεδήποτε θελήσει η αγοράστρια, χωρίς κλήτευση του πωλητή και ότι αν δεν εμφανίζονταν ο πωλητής ή αν εμφανίζονταν και αρνούνταν να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο, αν και είχε εξοφληθεί ολόκληρο το τίμημα, τότε η αγοράστρια θα δικαιούνταν να υπογράψει αυτό μόνη της, με αυτοσύμβαση.
Σε εκτέλεση του ανωτέρω όρου η Β. Τ., χωρίς να κλητεύσει τον εναγόμενο, στις 29.12.1989, προέβη στη κατάρτιση, με αυτοσύμβαση, του με αριθμ. .../29.12.1989 οριστικού συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι φιλικές οικογενειακές σχέσεις των προαναφερθέντων συνεχίστηκαν. Ο εναγόμενος είχε κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής ποσοστό το 1/4 αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Πυλαίας του Νομού Θεσσαλονίκης και συνορεύει ανατολικά με περιφερειακό δρόμο, βόρεια με τάφρο, δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστων ιδιοκτητών και νότια με ιδιοκτησία Σ.
Ε., αρχικής έκτασης δύο και ήμισυ παλαιά στρέμματα άλλως 8.000 τ.μ. και με μεταγενέστερη καταμέτρηση 7.500 τ.μ.. Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του εναγόμενου, με τη με αριθμ. .../5.2.1990 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Δ. Σ., με την οποία αποδέχθηκε αυτό ως μοναδικός κληρονόμος της μητέρας του Φ.
χήρας Γ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Με το από 13.4.1989 π.δ. (ΦΕΚ 310 τ. Δ/22.5.1989), η περιοχή του εν λόγω αγρού εντάχθηκε στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Πυλαίας, υπήχθη στις διατάξεις του ν. 1337/1983. Ο εναγόμενος, με το με αριθμ. .../28.1.1994 προσύμφωνο πώλησης της συμβ/φου Ά. Μ. - Θ., υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου από τα 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω υπόλοιπου αγρού των 6.786,82 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση 1.213,18 τ.μ.
εκ των 8.000 τ.μ., αντί αναγραφόμενου σ’ αυτό τιμήματος 3.000.000 δρχ., το οποίο ορίστηκε καταβλητέο μέσα σε τρεις ημέρες, ήτοι μέχρι την 31.1.1994, ημέρα Δευτέρα, ενώ προβλέφθηκε ότι η εξόφληση του τιμήματος θα αποδεικνύονταν με ιδιωτική εξοφλητική απόδειξη του εναγόμενου - πωλητή και ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογράφονταν, σε συμβ/φο, σε πρώτη ζήτηση του αγοραστή και εφόσον είχε εξοφληθεί το τίμημα.
Ενώ εκκρεμούσε η καταβολή του ποσού των 3.000.000 δρχ., ο εναγόμενος ζήτησε από τον πατέρα του ενάγοντος, Γ. Τ., ο οποίος είχε αναλάβει, προφορικά, να καταβάλει το τίμημα, να του καταβάλει το ποσό των 5.500.000 δρχ. αντί 3.000.000 δρχ., με υπόσχεση να αναλάβει την ευθύνη μεταβίβασης μεγαλύτερου ιδανικού μεριδίου, και συγκεκριμένα του 1/8 των 2/8 στον αυτό παραπάνω αγρό.
Ο Γ. Τ. αποδέχθηκε την πρόταση, και για το λόγο αυτό εξέδωσε τη με αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 10.5.1994, πληρωτέα εις διαταγήν του, την οποία αφού οπισθογράφησε παρέδωσε εις χείρας του εναγόμενου, ο οποίος, χωρίς να θέσει την υπογραφή του επ’ αυτής, παρέδωσε αυτήν στον Π.
Κ.. Προφορικά ορίστηκε μεταξύ του Γ. Τ., του ενάγοντος και του εναγόμενου όπως η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμή ενωρίτερον της 10.5.1994, όπως γίνει ακύρωση του ανωτέρω προσυμφώνου, και κατάρτιση νέου προσυμφώνου μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου. Έτσι, με τη με αριθμ. .../12.4.1994 συμβ/φική πράξη της ιδίας ως άνω συμβ/φου, ακυρώθηκε το προαναφερθέν προσύμφωνο και με το με αριθμ. .../12.4.1994 προσύμφωνο της ιδίας ως άνω συμβ/φου, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την συγκυριότητα του 1/8 του ανωτέρω ακινήτου, αντί του αναγραφόμενου σ’ αυτό τιμήματος των 3.000.000 δρχ.
το οποίο δέχθηκε ο πωλητής να λάβει και ο αγοραστής να καταβάλει μέσα σε δέκα ημέρες, ήτοι μέχρι την 22.4.1994, ενώ προβλέφθηκε ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογράφονταν, σε συμβ/φο, σε χρόνο που θα όριζε ο αγοραστής και σε πρώτη ζήτησή του. Όμως, το οφειλόμενο τίμημα δεν ήταν το αναγραφέν στο προσύμφωνο ποσό των 3.000.000 δρχ..
Οι διάδικοι ερίζουν ως προς το πραγματικό ύψος του τιμήματος, το οποίο ο μεν εναγόμενος αναβιβάζει στο ποσό των 16.000.000 δρχ., ισχυριζόμενος ότι ουδέν εισέπραξε απ’ αυτό, ο δε ενάγων αναβιβάζει αυτό στο ποσό των 5.500.000 δρχ., ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι χάριν καταβολής του ο Γ. Τ. είχε παραδώσει στον εναγόμενο την προαναφερθείσα τραπεζική επιταγή, η οποία εμφανίστηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον Π.
Κ., προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 11.5.1994, και, πράγματι, πληρώθηκε. Οι σχέσεις των διαδίκων εξακολουθούσαν να είναι καλές. Η Β. Τ. από την απαλλοτρίωση του ως άνω ακινήτου της, στις 2.4.1996 εισέπραξε αποζημίωση, την οποία ο εναγόμενος αναβιβάζει στο ποσό των 49.000.000 δρχ. και ο ενάγων αναβιβάζει στο ποσό 39.000.000 δρχ., ενώ ο εναγόμενος από απαλλοτρίωση ακινήτου του, το έτος 1996, εισέπραξε το ποσό των 76.500.000 δρχ.
Με τη με ... μεμονωμένη πράξη εφαρμογής, που κυρώθηκε με τη με αριθμ. πρωτ. .../27.11.1998 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, στον τόμο ... και ..., η ανωτέρω ιδιοκτησία αρχικής έκτασης 7.500 τ.μ., κατά τον τίτλο ιδιοκτησίας του εναγόμενου, και μετά την απαλλοτρίωση τμήματος αυτής για τη διάνοιξη της περιφερειακής οδού Θεσσαλονίκης, εντάχθηκε στην πράξη εφαρμογής, με καταμετρημένο εμβαδόν 4.992,38 τ.μ., με κτηματολογικό αριθμό ...
στο ... ο.τ. του άνω Δήμου, κατά τους πίνακες της πράξης εφαρμογής. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η με .../50 διορθωτική πράξη της ως άνω 55 μεμονωμένης πράξης εφαρμογής, που κυρώθηκε με τη με αριθμ. ...Μάϊος 2001 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στη συνέχεια, για την ανωτέρω ιδιοκτησία, εκδόθηκε η με .../1981 διορθωτική πράξη της ως άνω … μεμονωμένης πράξης εφαρμογής, που κυρώθηκε με τη με αριθμ.
πρωτ. .../27.5.2002 Απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας - Τμήμα Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα. Μετά τα ανωτέρω, η αρχική ιδιοκτησία του εναγόμενου, με κτηματολογικό αριθμό ..., τακτοποιήθηκε μερικά και μετά την αφαίρεση της επιβληθείσας εισφοράς σε γη και χρήμα, αποδόθηκε στον εναγόμενο ποσοστό 27,847% εξ αδιαιρέτου, με ...
οικόπεδο, έκτασης 2.629,55 τ.μ., που βρίσκεται στο ... ο.τ., στη διασταύρωση, των οδών ..., και συνορεύει σε πλευρά ΑΒ γρ. μ. 32,48 και σε πλευρά ΒΓ γρ. μ. 24,88 με το με ... οικόπεδο αγνώστων ιδιοκτητών και σε πλευρά 172 γρ. μ. 30,71 με ανώνυμη αδιαμόρφωτη οδό, προέκταση της οδού ... (πεζόδρομος), ανατολικά, σε πλευρά ... γρ. μ. 39,65 με ανώνυμη αδιαμόρφωτη οδό, προέκταση της οδού ..., νότια, σε πλευρά ...
γρ. μ. 68,53 με ανώνυμη αδιαμόρφωτη οδό, προέκταση της οδού ..., και σε πλευρά ... γρ. μ. 15,59 με την απότμηση των οδών ..., και δυτικά, σε πλευρά ΑΤ5 γρ. μ. 33,07 με αδιαμόρφωτη οδό, προέκταση της οδού ... (πεζόδρομος), όπως διαφαίνεται και στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Δ. Μ., που συντάχθηκε τον Οκτώβριο του 2003.
Ο ενάγων οχλούσε προφορικά, τον εναγόμενο για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ισχυριζόμενος την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, ενώ ο εναγόμενος αρνήθηκε την οριστικοποίηση, επικαλούμενος ότι ο ενάγων δεν κατέβαλε οποιοδήποτε τίμημα για το ακίνητο, καθώς και ότι για τα ακίνητα της περιοχής σημειώθηκε αλματώδης αύξηση των τιμών αυτών.
Περί τα τέλη του 2002, οι σχέσεις της οικογένειας Γ. Τ. και Β. Γ. διαρρήχθηκαν, ενώ ο τελευταίος δήλωσε στον ενάγοντα ότι υπαναχωρεί της αναληφθείσας με το προσύμφωνο υποχρέωσης μεταβίβασης του ένδικου ακινήτου, επικαλούμενος μη καταβολή οιουδήποτε τιμήματος αυτού. Ο ενάγων, Π. Τ., άσκησε, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά του εναγόμενου την από 10.11.2003 και με αριθμ.
έκθ. κατ. .../21.11.2003 αγωγή, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 4η.11.2004, και επιδόθηκε, στις 21.11.2003, στον εναγόμενο, με την οποία αγωγή, επικαλούμενος την εξόφληση του τιμήματος του τιμήματος του προαναφερθέντος ακινήτου και την άρνηση του εναγόμενου για τη σύμπραξη στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ζητούσε την καταδίκη του εναγόμενου στη σχετική δήλωση βούλησης.
Παράλληλα, ο Γ. Τ., άσκησε στο αυτό Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά του εναγόμενου την από 20.11.2003 και με αριθμ. έκθ. κατ. .../21.11.2003 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι το χρονικό διάστημα από 2.4.1992 έως 9.3.1996 μεταβίβασε, λόγω δανείου, σταδιακά στον εναγόμενο, την κυριότητα του συνολικού ποσού των 21.475.600 δρχ.
ή 63.024,50 ευρώ, και στις 16.5.2002 μεταβίβασε, λόγω δανείου, στον εναγόμενο το ποσό του 1.100.00 δρχ. ή 3.228,18 ευρώ, ζητούσε την απόδοση των ως άνω δανείων, νομιμοτόκως. Εν τω μεταξύ, ο εναγόμενος, μετά την επίδοση στον εναγόμενο της ανωτέρω αγωγής καταδίκης σε δήλωση βούλησης, με το με αριθμ. .../2.6.2004 συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Β.
Φ. του Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στην Θ. συζ. Ε. Π. και Κ. Ο. του Θ. το ποσοστό συγκυριότητάς του, 27,847% εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 75% και 25% αντίστοιχα, αντί του συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος των 212.670,23 ευρώ. Μετά την ανωτέρω εκποίηση η αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης κατέστη χωρίς αντικείμενο.
Για το λόγο αυτό, ο ενάγων, άσκησε την κρινόμενη από 2.2.2005 και με αριθμ. έκθ. κατ. ...22.2.2005 αγωγή, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 18.9.2007. Εν τω μεταξύ, επί της αγωγής του Γ. Τ., που συζητήθηκε στις 22.9.2005, εκδόθηκε η με αριθμ. 36242/18.11.2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη αυτή, με το σκεπτικό ότι δεν καταρτίστηκαν οι επικαλούμενες στην αγωγή δανειακές συμβάσεις, ενώ η ασκηθείσα με αριθμ.
έκθ. κατ. ...2006 έφεση του ανωτέρω ηττηθέντος απορρίφθηκε με τη με αριθμ. 1569/27.7.2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με το αιτιολογικό ότι οποιεσδήποτε καταβολές έγιναν από τον Γ. Τ. προς τον εναγόμενο αφορούσαν την εξόφληση του από 21.000.000 δρχ. πραγματικού τιμήματος του ακινήτου που αγόρασε η Β. Τ. από τον εναγόμενο.
Ο τελευταίος, με τη με αριθμ. έκθ. κατ. .../2008 αγωγή του, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά των Γ. Τ. και της Β. Τ., επικαλούμενος ότι το πραγματικό τίμημα του ακινήτου για το οποίο συντάχθηκε από την Β. Τ. αυτοσύμβαση οριστικού συμβολαίου ανέρχονταν στο ποσό των 21.000.000 δρχ., το οποίο είχε αναλάβει σωρευτικώς να καταβάλει ο Γ.
Τ., ότι μέχρι την κατάρτιση του με αριθμ. ...16.9.1988 προσυμφώνου του είχαν καταβάλει μόνο το ποσό των 3.000.000 δρχ. και ότι μεταγενέστερα του κατέβαλαν το ποσό των 7.000.000 δρχ., στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η επιταγή των 5.500.000 δρχ., ζήτησε την καταβολή του ποσού των 11.000.000 δρχ. ή 32.281,73 ευρώ, ως υπόλοιπου πραγματικού τιμήματος, καταστάσα αδικαιολογήτως πλουσιότερη η Β.
Τ.. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 40859/21.12.2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, με το αιτιολογικό ότι το αληθές συμφωνηθέν τίμημα του μεταβιβασθέντος στην Β. Τ. ακινήτου ανέρχονταν στο ποσό των 15.000.000 δρχ., το οποίο είχε ολοσχερώς καταβληθεί κατά το χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου, όπως είχαν ισχυριστεί οι Γ.
και Β. Τ., ενώ μετά από σχετική έφεση του ήδη εναγόμενου, τα αυτά κρίθηκαν με τη με αριθμ. 2210/30.12.... απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που στην παρούσα δίκη, επειδή αφορά άλλους διαδίκους και μη αποτελούν δεδικασμένο (άρθρ. 322 επ. του ΚΠολΔ) εκτιμάται ελευθέρως. Ανεξάρτητα από το ύψος του πραγματικού τιμήματος, με την είσπραξη του ποσού των 5.500.000 δρχ., με την προαναφερθείσα ισόποση επιταγή, την οποία είχε εκδώσει ο Γ.
Τ. και παραδώσει στον εναγόμενο, ο οποίος την παρέδωσε στον Π. Κ., ο οποίος πληρώθηκε, στις 11.5.1994, αυτήν από την πληρώτρια Εθνική Τράπεζα, εξοφλήθηκε το τίμημα του ένδικου ακινήτου. Έτσι, ανεξάρτητα από την αιτία μεταβίβασης της επιταγής από τον εναγόμενο στον προαναφερθέντα Π. Κ., η οποία από τον ενάγοντα εμφανίζεται ως απόδοση δανείσματος, με παράδοση της επιταγής, από τον εναγόμενο στον προαναφερθέντα, και από τον εναγόμενο εμφανίζεται ως σύμβαση μεταβίβασης, λόγω δανείου, από αυτόν στον ανωτέρω τρίτο του ισόποσου της μεταχρονολογημένης επιταγής, το οποίο, μάλιστα ο τελευταίος τρίτος επέστρεψε, σταδιακά, στον εναγόμενο, κρίσιμο είναι το γεγονός ότι με την καταβολή του ποσού των 5.500.000 δρχ.
εξοφλήθηκε, οπωσδήποτε, το ορισθέν από τους διάδικους πραγματικό τίμημα πώλησης ιδανικού μεριδίου του προσυμφωνηθέντος ακινήτου. Ως προς την αιτία λήψης της επιταγής από τον εναγόμενο και την πληρωμή αυτής από τον Γ. Τ. ερίζουν οι διάδικοι και ο Γ. Τ.. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η έκδοση αυτής και η πληρωμή αυτής έγινε χάριν καταβολής του πραγματικού τιμήματος για την αγοραπωλησία του ακινήτου στην Β.
Τ., την καταβολή του οποίου είχε αναλάβει σωρευτικά μ’ αυτήν ο Γ. Τ., ενώ ο τελευταίος, εξεταζόμενος, στην ένδικη δίκη, ως μάρτυρας του ενάγοντος, κατέθεσε ότι η έκδοση και πληρωμή της επιταγής αφορούσε το τίμημα του ένδικου ακινήτου. Τα αυτά με τον Γ. Τ. ισχυρίζεται και ο ενάγων τόσο με την αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης και την κρινόμενη αγωγή του όσο και εξεταζόμενος ως μάρτυρας στα πλαίσια της ανωτέρω δίκης που ανοίχθηκε με την από 10.11.2003 και με αριθμ.
έκθ. κατ. .../21.11.2003 αγωγή του Γ. Τ.. Το αληθές είναι ότι το πραγματικό τίμημα του μεταβιβασθέντος ακινήτου στην Β. Τ. ανέρχονταν σε 15.000.000 δρχ. και είχε εξοφληθεί κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, ενώ η προαναφερθείσα επιταγή αφορούσε την εξόφληση της ένδικης πώλησης. Η αναφερόμενη στο ένδικο προσύμφωνο προθεσμία δέκα ημερών εξόφλησης του τιμήματος αυτού τέθηκε διότι, στις 12.4.1994, υπήρχε συμφωνία για είσπραξη της επιταγής ενωρίτερον της αναγράφουσας σ’ αυτήν ημεροχρονολογίας, και υπολογίστηκε από τους ενδιαφερομένους ότι μέχρι τότε θα εμφανίζονταν η μεταχρονολογημένη επιταγή για είσπραξη.
Τελικώς, η συμφωνία αυτή, κατά τη διάρκεια του δεκαημέρου, μετατέθηκε, προφορικά, από τους διάδικους και τον Γ. Τ., για την αναγραφόμενη στην επιταγή ημεροχρονολογία, 10.5.1994, προκειμένου να υπάρχει τραπεζική κάλυψη του ποσού αυτού. Στο προσύμφωνο ορίστηκε ότι η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου θα γίνονταν σε πρώτη ζήτηση του ενάγοντος, ενώ, ενόψει της φιλικής σχέσης των ενδιαφερομένων, δεν τέθηκε όρος αυτοσύμβασης.
Η περιοχή του ένδικου ακινήτου αναπτύχθηκε. Ο ενάγων, είτε ο ίδιος είτε δια του πατέρα του, ζητούσε, προφορικά, την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης. Όμως, ο εναγόμενος, μεταμελήθηκε για την αναληφθείσα υποχρέωση μεταβίβασης, επειδή πίστευε ότι το πραγματικό τίμημα αυτού ήταν χαμηλό, ενόψει της από το έτος 1994, αναμενόμενης αναβάθμισης της περιοχής, από την υλοποίηση της ρυμοτομίας.
Πράγματι, η εμπορική αξία του ένδικου ακινήτου αυξήθηκε. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος αρνήθηκε προφορικά την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, επιδιώκοντας την πώλησή του στην εμπορική του αξία σε τρίτο, ή την καταβολή τιμήματος από 16.000.000 δρχ. από τον ενάγοντα, ισχυριζόμενος, παράλληλα, ότι ουδέν εισέπραξε ως τίμημα αυτού, ενώ είκοσι χρόνια μετά την κατάρτιση του με αριθμ. ...16.9.1988 προσυμφώνου και δεκαεννέα έτη μετά την με αυτοσύμβαση κατάρτιση του με αριθμ. .../29.9.1989 οριστικού συμβολαίου, ο ήδη εναγόμενος ως ενάγων με τη αριθμ. .../2008 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι δεν καταβλήθηκε υπόλοιπο τιμήματος από τους Γ.
Τ. και Β. Τ., από 11.000.000 δρχ. Είναι αληθές ότι οι οικονομικές σχέσεις των διαδίκων και του Γ. Τ. δεν χαρακτηρίζονται από διαφάνεια, καθώς δεν υπάρχουν ούτε πρόχειρες αποδείξεις για τις συναλλαγές τους, δεν επικαλούνται ύπαρξη αντεγγράφου για το πραγματικό τίμημα των ακινήτων, ενώ ο ενάγων και ο Γ. Τ. αποκρύβουν ότι ήταν γνωστή και σ’ αυτούς η επικείμενη αναβάθμιση της περιοχής του ένδικου ακινήτου, ενόψει εφαρμογής της ανωτέρω ρυμοτομίας.
Ανεξάρτητα από το πλέγμα των συναλλαγών τους, με βεβαιότητα, αποδεικνύεται ότι η τραπεζική επιταγή των 5.500.000 δρχ. αφορούσε την εξόφληση του πραγματικού τιμήματος του ενδίκου ακινήτου, ενώ τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της με αριθμ. 1569/2007 απόφασης του Εφετείου, που διαλαμβάνονται και στην κρινόμενη έφεση, μεταξύ άλλων, και : 1. "Το ποσό αυτό [εννοεί το ποσό των 16.000.000 δρχ.], όπως και εκείνο των 21.000.000 δρχ. [εννοεί αυτό ως τίμημα του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στη μητέρα του ενάγοντος], κατά το χρονικά διαστήματα που έγιναν οι σχετικές συμφωνίες για αμφότερες τις αγοραπωλησίες, λαμβανομένων υπόψη της κοινής πείρας και λογικής και των αυξημένων τιμών των ακινήτων γενικά τόσο κατά το χρόνο εκείνο όσο και σήμερα, καθώς και στις συγκεκριμένες περιοχές που βρίσκονται τα ως άνω προαναφερόμενα ακίνητα, αλλά και της υψηλής αποζημίωσης που έλαβαν ο εναγόμενος και η σύζυγός του ενάγοντος από την απαλλοτρίωση του πρώτου ακινήτου, είναι απολύτως λογικά, επιβεβαιώθηκαν δε και από το μάρτυρα ανταπόδειξης, που με λόγο γνώσης και σαφέστατα κατέθεσε ότι κατά το έτος 1988 στην περιοχή της Ν.
Εγνατίας γίνονταν αγοραπωλησίες αντί τιμήματος 18.000.000 δρχ. το στρέμμα", και 2. "Μάλιστα ο ενάγων [εννοεί τον Γ. Τ.] ισχυρίζεται ότι εξόφλησε το τίμημα αυτό με ισόποση επιταγή έκδοσης του ίδιου με ημερομηνία 10.5.1994, πλην όμως δεν έδωσε εξήγηση για το πώς δεν απήτησε την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου ενόψει της επικαλουμένης εξόφλησης του τιμήματος ενώ ο ως άνω μάρτυρας, γυιός του, Π.
Τ. στο όνομα του οποίου έγινε το πιο πάνω προσύμφωνο αγοραπωλησίας, κατέθεσε ότι ο πατέρας του έδωσε στον εναγόμενο μία επιταγή 5.500.000 δρχ. της Εθνικής Τράπεζας, προς εξόφληση του τιμήματος του εν λόγω ακινήτου, ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσής του, υποστήριξε ότι την ίδια επιταγή έδωσε στον εναγόμενο ο πατέρας του τον Ιανουάριο 1994 στις 11 η ώρα το βράδυ όπου μετέβη ο τελευταίος, έπειτα από πολλές παρακλήσεις του για να εξοφλήσει τον έμπορο μαναβικής Π.
Κ., στο οποίο χρωστούσε 5.000.000 δρχ. λόγω του ότι αυτός τον πίεζε πολύ, υπονοώντας μάλλον ότι του δάνεισε το ποσό αυτό ο ενάγων", δεν αποτελούν δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, που διεξάγεται μεταξύ άλλων διαδίκων. Επομένως, η επικαλούμενη από τον εναγόμενο δήλωση υπαναχώρησής του από την ένδικη σύμβαση, είτε ήθελε γίνει δεκτό ότι έλαβε χώρα πριν ή μετά την επίδοση της αγωγής σε καταδίκη δήλωσης βούλησης, δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα, ήτοι δεν επέφερε απόσβεση της αξίωσης του ενάγοντος για εκπλήρωση της παροχής του εναγόμενου, με κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, και, συνεπώς, η σχετική ένσταση του εναγόμενου, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 389 Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω, μετά την επίδοση στον εναγόμενο της προαναφερθείσας αγωγής καταδίκης σε δήλωση βούλησης, ο εναγόμενος, εν αγνοία του ενάγοντος, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στους προαναφερθέντες τρίτους την συγκυριότητα του ακινήτου του, από 27,84% εξ αδιαιρέτου, αντί του εισπραχθέντος τιμήματος των 212.670,23 ευρώ.
Έτσι, υπάρχει ολική αδυναμία του εναγόμενου να εκπληρώσει την αναληφθείσα με το ένδικο προσύμφωνο υποχρέωση μεταβίβασης της κυριότητας προς τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα τη ζημία του ενάγοντος, ανερχόμενη, κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο ποσό των 95.463,71 ευρώ (212.670,23 X 12,50: 27,847), που ανταποκρίνεται στην αγοραία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αξία του ποσοστού του οικοπέδου 1/8 ή 12,50% εξ αδιαιρέτου που υποσχέθηκε ο εναγόμενος να μεταβιβάσει στον ενάγοντα.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγόμενου, με τον οποίο επιχειρείται η θεμελίωση, επικουρικά, της ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ., τον οποίο επαναφέρει ο εναγόμενος με σχετικό λόγο έφεσης, επικαλούμενος ότι η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του ενάγοντος, εκθέτοντας, ειδικότερα, 1.
ότι ο ενάγων δεν του κατέβαλε ούτε μία δραχμή από το πραγματικό τίμημα των 16.000.000 δρχ. για το προσυμφωνηθέν ακίνητο, 2. ότι ο ενάγων ουδέποτε προσφέρθηκε να του καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, και 3. ότι ο ενάγων ουδέποτε για δέκα έτη ζήτησε να συνταχθεί οριστικό συμβόλαιο, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι κατά τα σκέλη αυτής με αριθμ. 1 και 2 αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς που εμποδίζουν τη γένεση του αγωγικού δικαιώματος, και κατά το σκέλος με αριθμ. 3 και αληθές υποτιθέμενο δεν μπορεί να καταστήσει από μόνη της η αδράνεια καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη.
Επισημαίνεται ότι με την προεκτεθείσα συμπεριφορά του ο εναγόμενος θίγει δικαιολογημένο συμφέρον του ενάγοντος, συνεπώς, η έγερση της ένδικης αγωγής δεν παρίσταται ότι χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του ενάγοντος, ούτε προκαλεί την έντονη εντύπωση γενομένης σε βάρος του εναγόμενου αδικίας, σύμφωνα με το παράγγελμα του άρθρου 281 Α.Κ.".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου προαναφερθείσες διατάξεις, καθόσον, ενώ δέχεται, ότι με το υπ’ αριθμ. .../12.4.1994 προσύμφωνο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ά.
Μ. - Θ., ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την συγκυριότητα του 1/8 του ανωτέρω ακινήτου, αντί του αναγραφόμενου σ’ αυτό τιμήματος των 3.000.000 δρχ., το οποίο δέχθηκε ο πωλητής να λάβει και ο αγοραστής να καταβάλει μέσα σε δέκα ημέρες, ήτοι μέχρι τις 22-4-1994, στη συνέχεια, καταλήγει στο ότι η συμφωνία αυτή ως προς την προθεσμία καταβολής του τιμήματος, κατά τη διάρκεια του δεκαημέρου, μετατέθηκε, προφορικά, από τους διάδικους και τον Γ.
Τ., για τις 10-5-1994, ενώ, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου έπρεπε να τηρηθεί και ως προς την παράταση της προθεσμίας εξόφλησης του τιμήματος. Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Εξάλλου, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της δίκης, που αφορά την υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου λόγω της υπαίτιας αδυναμίας του προς εκπλήρωση της αναληφθείσας με το επίμαχο προσύμφωνο υποχρέωσης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα του ύψους του τιμήματος, που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, κατά την κατάρτιση του υπ’ αριθμ. .../12.4.1994 προσυμφώνου, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζεται στην πληττόμενη απόφαση του ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, αλλά γίνεται δεκτό ότι "...
ανεξάρτητα από το ύψος του πραγματικού τιμήματος, με την είσπραξη του ποσού των 5.500.000 δρχ., με την προαναφερθείσα ισόποση επιταγή, την οποία είχε εκδώσει ο Γ. Τ. και παραδώσει στον εναγόμενο ... εξοφλήθηκε το τίμημα του ένδικου ακινήτου. Έτσι, ανεξάρτητα από την αιτία μεταβίβασης της επιταγής από τον εναγόμενο στον προαναφερθέντα Π.
Κ. ... κρίσιμο είναι το γεγονός ότι με την καταβολή του ποσού των 5.500.000 δρχ. εξοφλήθηκε, οπωσδήποτε, το ορισθέν από τους διάδικους πραγματικό τίμημα πώλησης ιδανικού μεριδίου του προσυμφωνηθέντος ακινήτου...". Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται, ότι με την είσπραξη του ποσού των 5.500.000 δραχμών, εξοφλήθηκε το συμφωνηθέν τίμημα, παρ’ όλα αυτά δεν διευκρινίζει το ύψος του συμφωνηθέντος, αρχικά, τιμήματος, ενόψει μάλιστα και του ότι, κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το ύψος του, αφού ο μεν αναιρεσείων, υποστηρίζει ότι αυτό ανερχόταν σε 16.000.000 δραχμές, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν εξοφλήθηκε και για το λόγο αυτό αρνήθηκε να συμπράξει για την κατάρτιση και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, σε αντίθεση με τον αναιρεσίβλητο που ισχυρίζεται ότι το τίμημα καθορίστηκε στο ποσό των 5.500.000 δραχμών και εξοφλήθηκε πλήρως.
Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Ενόψει αυτών, συνδυαστικά λαμβανομένων υπόψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν, ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 3), ενώ ο αναιρεσίβλητος πρέπει, λόγω της ήττας του, να καταδικαστεί στα δικαστικά του έξοδα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1610/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
.