Legislator Case Law & Legislation
1397/2012 AI generated

1397/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1397/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1397/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννoµες συνέπειες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1397 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1397/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Λ. του Α., 2. Β. Λ. το γένος Ν. Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Νικολάου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Πολιτόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4891/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6654/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-2-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 15-9-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννoµες συνέπειες.

Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασµένου, µετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση µη ασκήσεως ανακοπής, µετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2003). Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασµένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσµατά της µε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν µπορεί πλέον να αµφισβητηθεί ούτε και µε ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η µε αυτή βεβαιούµενη απαίτηση, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άνω άρθρου 633 παρ. 2 εδ.

τελευταίο, δεδικασµένο, που κατά τις συνδυασµένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 ιδίου κώδικα καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε µεταγενέστερη δίκη που αφορά το κύρος της εκτελέσεως λόγων ανακοπής που αν και ήσαν γεννηµένοι και µπορούσαν να προταθούν, δεν προτάθηκαν µε µία από τις πιο πάνω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωµής (Ολ.ΑΠ 30/1987).

Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωµής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόµο να παραγάγει δεδικασµένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασµένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισµα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννοµη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόµου (ΑΠ 53/2004).

Εξάλλου κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασµένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που µπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωµα που µπορεί να ασκηθεί και µε κύρια αγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασµένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νοµικής τους θεµελίωσης.

Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονοµικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγµατικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγµατικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωµα του εναγοµένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια.

Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν το κατ' ουσία βάσιµο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασµένο. Καλύπτονται επίσης οι κατά του προδικαστικού ζητήµατος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτηµα αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωµα (κύριο ζήτηµα) και αδιαφόρως εάν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννοµης σχέσης ή στην έκταση της εξ αυτής ευθύνης.

Η µη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασµένο, εφόσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγούµενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούµενα για την θεµελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 1017/2001). Στην κατηγορία των καταχρηστικών ενστάσεων που αν δεν προτάθηκαν, κατά τα ανωτέρω, καλύπτονται από το δεδικασµένο, ανήκει και η καταχρηστική διακωλυτική ένσταση ότι η δικαιοπραξία αντιβαίνει εν όλω ή εν µέρει σε απαγορευτική διάταξη νόµου και για το λόγο αυτό είναι άκυρη, σύµφωνα µε τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, όπως, κατά τα άρθρα 293 και 294 ίδιου κώδικα, άκυρη είναι και η δικαιοπραξία µε την οποία συνοµολογείται ποσοστό τόκου µεγαλύτερου του καθοριζοµένου από το νόµο, κατά το επί πλέον του νοµίµου τόκου ποσοστό.

Στην προκειµένη περίπτωση µε την αγωγή τους εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν, εκτός των άλλων, τα εξής κρίσιµα πραγµατικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εν προκειµένω: 'Ότι ο πρώτος εξ αυτών αποδέχθηκε το έτος 1995 τέσσερις συναλλαγµατικές, πληρωτέες εις διαταγήν του εναγοµένου, συνολικού ποσού 107.275.000 δρχ µε ηµεροµηνίες λήξεως την 15.5.1997, την πληρωµή των οποίων τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη η δεύτερη ενάγουσα σύζυγος του. 'Ότι προς πληρωµή των συναλλαγµατικών αυτών, µολονότι ο εναγόµενος γνώριζε ότι ενσωµάτωναν εξ ολοκλήρου τοκογλυφικούς τόκους από δάνειο που είχε χορηγήσει στον πρώτο ενάγοντα, ποσού 107.275.000 δρχ., ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθµ. 11864/2000 διαταγής πληρωµής του Δικαστή του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εις βάρος των εναγόντων, αποδέκτη και τριτεγγυητή των εν λόγω συναλλαγµατικών, µε την οποία υποχρεώθηκαν οι ενάγοντες να του καταβάλουν εις ολόκληρο το άνω ποσό κεφαλαίου, πλέον τόκων και εξόδων, στη συνέχεια δε επέδωσε σ' αυτούς την από 15.11.2000 επιταγή προς πληρωµή της εν λόγω διαταγής πληρωµής, µε αναγγελία του δε, από 15.11.2000, στον διενεργηθέντα, µε επίσπευση τρίτου, πλειστηριασµό της οικίας της δεύτερης ενάγουσας, αναγγέλθηκε προς είσπραξη του επιδικασθέντος µε την άνω διαταγή πληρωµής ποσού πλέον τόκων και εξόδων, ανερχοµένου συνολικώς στο ποσό των 198.009.000 και εισέπραξε από το επιτευχθέν πλειστηρίασµα το συνολικό ποσό των 170.388.987 δραχµών, ήτοι ισόποσο των 500.041,03 ευρώ.

Με βάση τα πραγµατικά αυτά περιστατικά, επικαλούµενοι αδικοπραξία του εναγοµένου, ζήτησαν, κατά µετατροπή του καταψηφιστικού αιτήµατος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί α) ότι η επιδικασθείσα µε την ως άνω διαταγή πληρωµής απαίτηση του εναγοµένου είναι εξ ολοκλήρου προϊόν τοκογλυφικών τόκων β)ότι ο εναγόµενος οφείλει να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα αποζηµίωση για περιουσιακή ζηµία ποσού 500.041 ευρώ γ) ότι ο εναγόµενος οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης Το Εφετείο δικάζοντας έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε αυτή, δεχόµενο, όπως και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή, ένσταση του εναγοµένου ότι από την υπ' αριθµ. 812/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά της ως άνω εκδοθείσας εις βάρος τους διαταγής πληρωµής και απέρριψε την ανακοπή αυτών, παράγεται δεδικασµένο ως προς την επιδικασθείσα µε την άνω διαταγή πληρωµής απαίτηση του εναγοµένου, διότι οι καθών η διαταγή πληρωµής µε την ασκηθείσα κατ' αυτής από 17.11.2000 ανακοπή δεν προέβαλαν ως λόγο ανακοπής, την γεννηµένη κατά την άσκηση της ανακοπής καταχρηστική ένσταση ακύρωσης της διαταγής πληρωµής εξ αιτίας του ότι η απαίτηση του εναγοµένου εκάλυπτε εξ ολοκλήρου τοκογλυφικούς τόκους και εποµένως το ζήτηµα της ανυπαρξίας της απαίτησης του εναγοµένου, από τις άνω συναλλαγµατικές, εκδόσεως του πρώτου ενάγοντος, την πληρωµή των οποίων τριτεγγυήθηκε υπέρ αυτού η δεύτερη, το οποίο τίθεται ως προδικαστικό ζήτηµα µε την άσκηση της αγωγής αποζηµίωσης λόγω αδικοπραξίας του εναγοµένου, και αποτελεί την αδικοπρακτική συµπεριφορά του εναγοµένου, καλύπτεται από το δεδικασµένο που παράγεται από την παραπάνω τελεσίδικη επί της ανακοπής απόφαση κατά της διαταγής πληρωµής Έτσι που έκρινε το Εφετείο, µε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ορθώς ερµήνευσε και εφάρµοσε τις διατάξεις των άρθρων 321 επ.

ΚΠολΔ και εποµένως οι υπό στοιχεία ΙΙ και ΙΙΙ λόγοι αναίρεσης, από τους αριθµούς 19 και 16 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ µε τους οποίους προβάλλονται οι πληµµέλειες, πως το Εφετείο µε ανεπαρκείς αιτιολογίες και παρά το νόµο δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασµένο από την άνω επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωµής εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση, είναι αβάσιµοι.

Εξάλλου, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι ως εκ τούτου αβάσιμος, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο δεν παρήχθη δεδικασμένο για την ένδικη κατ' αυτών απαίτηση από την ως άνω 812/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επειδή αυτό έκρινε απορριπτέα την κατά της διαταγής πληρωμής ανακοπή τους ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Τούτο δε, διότι όπως από την απόφασή του αυτή προκύπτει, το Εφετείο είχε κρίνει τους λόγους της ανακοπής όχι αόριστους και εντεύθεν απαράδεκτους, αλλά "ουσιαστικά αβάσιμους".

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται αν τα πράγματα, ήτοι αυτοτελείς ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισµοί, όπως είναι και οι λόγοι έφεσης, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συµβαίνει και όταν η προσβαλλόµενη απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες µε τον φερόµενο ως µη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόµενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό, όπως και το πρωτοβάθµιο, δεχόμενο ότι από την υπ' αριθµ. 812/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθµ. 11864/2000 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παράγεται δεδικασμένο, έλαβε υπόψη του θεμελιωτικούς της αγωγής των εναγόντων ισχυρισμούς περί αδικοπραξίας του ενάγοντος, συνιστάμενης στην έκδοση των άνω συναλλαγματικών, αποδοχής του πρώτου ενάγοντος, την πληρωμή των οποίων εγγυήθηκε υπέρ αυτού η δεύτερη, οι οποίες ενσωμάτωναν εξ ολοκλήρου τοκογλυφικούς τόκους δανείου που ο εναγόμενος χορήγησε στον πρώτο ενάγοντα και απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί αδικοπραξίας του εναγομένου, με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών τόκων και της είσπραξης αυτών με αναγγελία του στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση των 1) Ν. Λ. και 2) Β. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6654/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ