Supreme Court dismisses appeal against cooperative dissolution payout based on statutory distribution rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the cooperative's request to overturn the First Instance Court's ruling on member exit compensation. The court found the lower court correctly applied the law requiring distribution based on net assets divided by the number of members at the time of withdrawal. The appeal was dismissed because the First Instance Court did not violate any substantive legal rules or procedural requirements.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 K.Pol.Dik.; The Supreme Court reviews appeals for violation of substantive law, procedural defects, or jurisdictional errors, and dismisses appeals where the lower court correctly applied statutory distribution rules for cooperative members.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1397 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1397/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αστικού Συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥ ... (ΣΥΝ.ΠΕ)" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ποντίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέτα Μπασδέκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου, ανέγνωσε την έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 560 Κ.Πολ.Δικ. κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου έχει γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παρανόμως αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Εξ άλλου ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.
Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγο (Ολ. ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δικ. λόγους (ΑΠ 1330/2002, ΑΠ 1871/1999). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1667/1986 περί "αστικών συνεταιρισμών και άλλων διατάξεων" ο αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μιά κοινή επιχείρηση".
Η περιουσία του αστικού συνεταιρισμού αποτελείται από το χρηματικό ποσό το οποίο συγκεντρώνεται από τις εισφορές των συνεταίρων, και αυξομειώνεται αναλογικά με την αυξομείωση του αριθμού τους. Ο νεοεισερχόμενος συνεταίρος, καταβάλλοντας την εισφορά του, συμβάλλει στην αύξηση της περιουσίας αυτής, και ο εξερχόμενος, με την ανάληψη της μερίδας του, στην αντίστοιχη μείωσή της.
Εκτός από την τακτική ή βασική εισφορά των συνεταίρων του άρθρου 4 παρ. 3 εδ. δ' και ε' του ν. 1667/1986 και την έκτακτη ή συμπληρωματική εισφορά του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 1667/1986 και ειδικά μόνο για τους αστικούς συνεταιρισμούς, προβλέπεται ιδιαίτερη εισφορά, που αφορά τους νεοεισερχόμενους συνεταίρους. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδ.
α' και β' του ν. 1667/1986, κάθε νέος συνεταίρος υποχρεούται να καταβάλει, εκτός από το ποσό της μερίδας του και εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης, η οποία φέρεται σε ειδικό αποθεματικό. Η ρύθμιση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η αρχική περιουσία του συνεταιρισμού, όπως διαμορφώθηκε με τις εισφορές των αρχικών συνεταίρων, αναπροσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λόγω της συμβολής των συνεταίρων.
Έτσι, κρίθηκε σκόπιμο και ο νεοεισερχόμενος συνεταίρος να καλύπτει με την εισφορά του την πραγματική αξία της συμμετοχής του στο συνεταιρισμό. Η προαναφερόμενη υποχρέωση του νεοεισερχόμενου συνεταίρου να καταβάλει εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού εκφράζει τη βούληση του νομοθέτη να επιφέρει εξίσωση στη συμβολή των συνεταίρων και, κατ' επέκταση, ισότητα αυτών απέναντι στον συνεταιρισμό, η οποία αποτελεί θεμελιώδες συνεταιριστικό δικαίωμα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.1667/1986 "Ο συνεταίρος που πέθανε διαγράφεται στο τέλος της χρήσης. Έως τότε οι κληρονόμοι του υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού. Σε περίπτωση που οι κληρονόμοι δεν αποκτούν την ιδιότητα του συνεταίρου, τούς αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που είχε εισφέρει ο κληρονομούμενος υπολογιζομένης της αξίας της σε πραγματικούς όρους".
Ενώ κατ' άρθρ. 10 παρ. 2 ιδίου νόμου (1667/1986), η συνεταιριστική συμμετοχή καταργείται για όλους τους συνεταίρους με τη λύση του συνεταιρισμού και, συγκεκριμένα, με το τέλος της εκκαθάρισής του, κατά την οποία (εκκαθάριση) διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη του συνεταιρισμού.
Το δε υπόλοιπο διανέμεται στους συνεταίρους ανάλογα με τις μερίδες τους, εκτός εάν ορίζει διαφορετικά το καταστατικά. Η συνεταιριστική συμμετοχή μπορεί, όμως, να λυθεί και στη διάρκεια της παραγωγικής λειτουργίας του συνεταιρισμού, μεμονωμένα για κάποιο συνεταίρο, λόγω θανάτου, αποκλεισμού ή οικειοθελούς αποχώρησής του.
Ειδικότερα κατ' άρθρ. 2 παρ. 7 και 9 του ως άνω νόμου (1667/1986) "ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του, που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις (3) μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης". "Στο συνεταίρο που αποχωρεί αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις (3) μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση".
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης όταν ο νόμος αναφέρεται στη συνεταιριστική μερίδα, που εισέφερε ο αποχωρών συνεταίρος, εννοεί την πραγματική αξία αυτής με βάση την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης. Αυτό συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 1667/1986, σε συνδυασμό με τις βασικές αρχές λειτουργίας του συνεταιρισμού.
Αν ο αποχωρών συνεταίρος δεν είχε δικαίωμα να λάβει την πραγματική αξία της συνεταιριστικής του μερίδας, θα είχε άνιση μεταχείριση σε σχέση, τόσο με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος συνεταίρου (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. δ' του ν. 1667/1986), όσο και με το συνεταίρο που μετέχει στη διανομή της περιουσίας του συνεταιρισμού κατά τη λύση του (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 1667/1986), οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, λαμβάνουν την πραγματική συνεταιριστική μερίδα, ενώ μια τέτοιου είδους, μεταχείριση, δεν συμβαδίζει με την αρχή της ισότητας, που κατεξοχήν χαρακτηρίζει την εταιρία αυτή.
Προς αντίθετη κρίση δεν αρκεί το γεγονός ότι με την αποχώρηση του συνεταίρου και τη λήψη απ' αυτόν της πραγματικής αξίας της μερίδας του, είναι δυνατό να δημιουργηθούν λειτουργικά και οικονομικά προβλήματα στο συνεταιρισμό, γιατί στερείται αυτός ένα ποσό, που μπορεί να είναι σημαντικό, όταν μάλιστα, η αποχώρηση παίρνει μαζικό χαρακτήρα, και συνεπάγεται την αθρόα και σε μεγάλη κλίμακα επιστροφή μερίδων.
Τούτο διότι η αποφυγή των παραπάνω προβλημάτων έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 1667/1986. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην από 22-12-2003 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντα οικοδομικού Συνεταιρισμού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δεσκάτου, εξέθετε ότι ήταν ιδρυτικό μέλος του αναιρεσείοντος και στις 30-4-1998 έπαυσε να είναι μέλος καθώς απεχώρησε από αυτόν (συνεταιρισμό) λόγω συνταξιοδότησης.
Ότι κατά τον χρόνο αποχώρησής του, τα μέλη του συνεταιρισμού ήταν έντεκα, η δε συνεταιριστική του μερίδα, ανερχόταν σε 1.036.363 δραχμές. Ότι, από την ίδρυση του συνεταιρισμού και μέχρι την αποχώρηση του ίδιου αναιρεσιβλήτου από αυτόν, ο συνεταιρισμός απέκτησε τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή κατά είδος και επί μέρους αξία περιουσιακά στοιχεία (ήτοι, ένα ακίνητο μετά των κτισμάτων του, μηχανολογικό εξοπλισμό, μεταφορικά μέσα, αυτοκίνητα για κατασκευή προσθηκών και μεταπώληση, έτοιμα προϊόντα προς πώληση, πρώτες ύλες κ.α.).
Ότι όλα τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης σ' αυτά και της υπεραξίας (άϋλης εμπορικής αξίας) της επιχείρησης, αποτελούσαν το ενεργητικό της, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 256.721.170 δραχμών. Ότι το παθητικό της επιχείρησης, σύμφωνα με τον τελευταίο, πριν την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου, ισολογισμό, ο οποίος εγκρίθηκε με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνεταίρων κατά το Μάρτιο του έτους 1998, ανερχόταν στο ποσό των 59.984.303 δραχμών.
Ότι η καθαρή αξία του συνεταιρισμού, αφαιρουμένου του παραπάνω παθητικού από το ενεργητικό του? ανερχόταν στο ποσό των 196.736.867 δραχμών και ότι, συνακόλουθα, η πραγματική καθαρή αξία της δικής του συνεταιριστικής μερίδας ήταν (196.736.867: 11=) 17.885.170 δραχμές και ήδη 52.487,66 ευρώ, ποσό το οποίο ο αναιρεσείων συνεταιρισμός αρνείται να του καταβάλει.
Ζήτησε δε βάσει των διατάξεων του Ν. 1667/1986 να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει το ποσό των 52.487,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 01η-07-1999, που έπρεπε να του είχε καταβληθεί βάσει του άρθρου 8 του Καταστατικού του συνεταιρισμού, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Έκρινε δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, που δίκασε ως Εφετείο, ότι στο αγωγικό δικόγραφο εκθέτονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για το ορισμένο αυτής και συγκεκριμένα η νόμιμη ίδρυση του συνεταιρισμού, ο αριθμός των μελών του, η περιουσία του και η πραγματική αξία καθενός περιουσιακού στοιχείου κατά το χρόνο αποχώρησης του αναιρεσιβλήτου από αυτόν, το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας κατά τον ίδιο χρόνο, καθώς και το ύψος της αιτούμενης με την αγωγή συνεταιριστικής μερίδας με βάση την καθαρή θέση του συνεταιρισμού - τα οποία απαιτούνται από τις διατάξεις του ν. 1667/1986 "περί αστικών συνεταιρισμών, για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος.
Και ότι δεν αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένα αυτής (αγωγής) o τύπος, το εργοστάσιο κατασκευής και το μοντέλο των μηχανημάτων του μηχανολογικού εξοπλισμού του και των μεταφορικών μέσων του, το υλικό κατασκευής των έτοιμων προς πώληση προϊόντων του και οι διαστάσεις τους. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο "παραβίασε κανόνα δικαίου" και παρά το νόμο "έκανε δεκτή μια παντελώς αόριστη αγωγή" και τούτου διότι είναι αόριστα Α) το κονδύλιο ποσού 65.000.000 δρχ.
που αναφέρεται α) στο βιομηχανικό κτήριο και τους χώρους γραφείου, β) τις δύο προσθήκες των αποθηκών από μπατική οπτοπλινθοδομή και κεραμοσκεπή στέγη και γ) την περίφραξη του γηπέδου και τον ασφαλτοτάπητα, επειδή δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ποια είναι η επιμέρους αξία καθενός από τα κτίρια και τις αποθήκες, καθώς και της περίφραξης και του ασφαλτοτάπητα.
Β) τα κονδύλια του μηχανολογικού εξοπλισμού, επειδή δεν αναφέρεται ο τύπος τους, το εργοστάσιο κατασκευής και το μοντέλο των μηχανημάτων που αναφέρονται στην υπό κρίση αγωγή στις σελίδες 3 και 4 υπό στοιχεία δ, στ, ζ, η και από θ μέχρι και λα συνολικής αξίας 800.000 + 500.000 + 150.000 + 150.000 + 300.000 + 100.000 + 1.200.000 + 250.000 + 300.000 + 200.000 + 250.000 + 100.000 + 150.000 + 150.000 + 100.000 + 100.000 + 100.000 + 150.000 + 250.000 + 100.000 + 30.000 + 50.000 + 150.000 3.000.000 + 2.358.299 + 400.000 + 300.000 = 11.388.299 δρχ, Γ) τα κονδύλια (σελίδα 4ης της υπό κρίση αγωγής) των μεταφορικών μέσων, επειδή δεν αναφέρεται ο τύπος του, το εργοστάσιο κατασκευής, το μοντέλο του και άλλα προσδιοριστικά της ταυτότητάς του στοιχεία, το κονδύλιο υπό στοιχείο δ που αναφέρεται σε ένα μικρό κλάρκ αξίας, κατά την αγωγή 630.000 δρχ, Δ) το κονδύλιο των ετοίμων προς πώληση προϊόντων ποσού 3.210.000 δρχ. (σελίδα 5 της υπό κρίση αγωγής) γιατί δεν αναφέρεται το υλικό κατασκευής των προϊόντων, οι διαστάσεις του, καθώς και άλλα προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους στοιχεία, E) τα κονδύλια των "άλλων στοιχείων του ενεργητικού", που αναφέρονται στην 6η σελίδα της υπό κρίση αγωγής και συγκεκριμένα 1.
Το υπό στοιχείο α κονδύλιο καθότι δεν προσδιορίζονται ποια είναι τα έπιπλα και ποιος ο λοιπός εξοπλισμός ώστε να προσδιοριστεί η αξία τους στο ποσό του 1.300.000 δρχ 2. Οι εισπρακτέες απαιτήσεις από τους πελάτες ύψους 48.304.726 δρχ είναι επίσης, δεδομένου ότι δεν μνημονεύεται αναλυτικά ποιες είναι οι επί μέρους απαιτήσεις, τι αφορούν, από πού δηλαδή προέρχονται, ποιοι είναι οι πελάτες που τις όφειλαν, αν είναι παραγεγραμμένες ή όχι και συνεπώς δικαστικώς επιδιώξιμες και εισπρακτέες. 3.
το κονδύλιο υπό στοιχείο γ που αφορά επιταγές 400.000 δρχ 4. οι απαιτήσεις από διάφορες χρεώστες ύψους 2.087.389 δρχ., γιατί δεν αναφέρεται στην αγωγή ποιοι είναι οι χρεώστες, για ποιά αιτία οφείλονταν τα ποσά, από πότε και αν οι απαιτήσεις μου είναι παραγεγραμμένες ή όχι και συνεπώς δικαστικώς επιδιώξιμες και εισπρακτέες".
Οι αναφερόμενες όμως στο λόγο αυτό αναίρεσης αοριστίες των ανωτέρω κονδυλίων της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν νομική, αλλά ποσοτική αοριστία της αγωγής, γιατί δεν αφορούν στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, αλλά ανάγονται στην έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου.
Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναιρετικών λόγων που περιοριστικά προβλέπει το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δικ., προκειμένου περί αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των εκδιδομένων συνεπεία εφέσεως κατ' αυτών αποφάσεων των πρωτοδικείων, αλλά και ως αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικόγραφου της ένδικης αγωγής, περιέχονται σε αυτή με αρκετή πληρότητα και εξειδίκευση τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 4 παρ. 3 εδ.
α', β, δ, και ε, 10 παρ. 2 και 1 παρ. 1 Ν. 1667/1986. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥ ... (ΣΥΝ.ΠΕ.)" διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 1667/1986 "περί αστικών συνεταιρισμών", έχει οικονομικό σκοπό και αντικείμενο δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, την προμήθεια πρώτης ύλης, αποτελούμενης από όλα τα είδη μετάλλου, επεξεργασία και μεταποίηση αυτής και παραπέρα εμπορία και διάθεση του προϊόντος των μεταλλικών κατασκευών σε τρίτους, καθώς και την προμήθεια πρώτων υλών για την κάλυψη των αναγκών των μελών του (βλ.
άρθρα 1 και 3 του καταστατικού του). Ο εν λόγω συνεταιρισμός ιδρύθηκε με την με αριθμό 334/1983 απόφαση της Νομαρχίας Γρεβενών, που στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τις με αριθμούς 135/1985 και 675/1986 αποφάσεις της ίδιας Νομαρχίας, το δε καταστατικό του εγκρίθηκε με την με αριθμό 7/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δεσκάτης και καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία συνεταιρισμών με αύξοντα αριθμό 3/1988.
Στη συνέχεια, το καταστατικό του συνεταιρισμού τροποποιήθηκε νόμιμα με τις με αριθμούς 2/1991 και 7/1995 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Δεσκάτης και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο ειδικού μητρώου συνεταιρισμών με αύξοντα αριθμό 4/1991 και 5/1995, αντίστοιχα. Κατά το χρόνο ίδρυσής του, ο αναιρεσείων συνεταιρισμός δεν είχε περιουσιακά στοιχεία, παρά μόνο τις υποχρεωτικές συνεταιριστικές μερίδες, με τις οποίες τα ιδρυτικά μέλη υποχρεωτικά συμμετείχαν στο αρχικό κεφάλαιο του συνεταιρισμού.
Μέσα στα επόμενα έτη, όμως, ο αναιρεσείων συνεταιρισμός απέκτησε, με την άσκηση της εμπορικής του δραστηριότητας, περιουσιακά στοιχεία (κινητά και ακίνητα) και δημιούργησε υποχρεώσεις προς τρίτους, οι οποίες απεικονίζονται στους ετήσιους ισολογισμούς του, όπως τους ενέκρινε με αποφάσεις της η Γενική Συνέλευση των μελών του.
Έτσι, ο αναιρεσείων συνεταιρισμός απέκτησε ένα οικόπεδο, εκτάσεως 5.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Σταυρός" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εντός του οποίου ανεγέρθηκαν, βάσει της με αριθμ. ... οικοδομικής άδειας, διάφορα κτίσματα και, συγκεκριμένα, ένας βιοτεχνικός χώρος, διαστάσεων 50 Χ 13 μ. και χώροι γραφείων 73,50 τ.μ.
Εντός του βιοτεχνικού χώρου και σε επαφή με τη βόρεια πλευρά κατασκευάστηκαν δύο προσθήκες αποθηκών, και νότια του βιοτεχνικού χώρου κατασκευάστηκε προσθήκη κατ' επέκταση, σε όλο το μήκος της νότιας πλευράς με τα γραφεία και προσθήκη καθ' ύψος σε τμήμα της πλάκας των γραφείων. Με την εν λόγω επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων και την αύξηση του κύκλου των εργασιών, η επιχείρηση, όπως προκύπτει από το με αριθ.
πρωτ. 213/241/YR8 της ΑΝΚΟ, υπήχθη στο πρόγραμμα LEADΕR II, γεγονός το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας του γηπέδου, όπως όλα τα ως άνω προκύπτουν από την από Οκτώβριο του έτους 2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δημητρίου Τρικάλη, πολιτικού μηχανικού, ο οποίος ορίστηκε πραγματογνώμονας από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος του τμήματος Δυτικής Μακεδονίας, σε όμοια με την επίδικη υπόθεση του αποχωρήσαντος προ ολίγων μηνών (πριν από την αποχώρηση του ενάγοντος) συνεταίρου Σ1 κατά του αναιρεσείοντα συνεταιρισμού.
Στην προαναφερομένη πραγματογνωμοσύνη αναλύονται λεπτομερώς η αξία των κτιρίων και όλων των ακινήτων, ώστε δεν γεννάται αμφιβολία για την αξία των κτιρίων που ο αναιρεσείων συνεταιρισμός αμφισβητεί με την από 20-02-2006 έκθεση εκτίμησης μηχανικού Σ2, η οποία αποτελεί ιδιωτική γνωμοδότηση και εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ).
Ακόμη, ο αναιρεσείων συνεταιρισμός απέκτησε μηχανολογικό εξοπλισμό επεξεργασίας μετάλλου, μεταφορικά μέσα για την άσκηση της εμπορικής του δραστηριότητας, έπιπλα και λοιπό εξοπλισμό για τις εγκαταστάσεις του, δημιουργώντας παράλληλα και υποχρεώσεις προς τρίτους με τη λήψη δανείων και τις οφειλές προς τους πιστωτές του.
Ο αναιρεσίβλητος Ψ, υπήρξε ιδρυτικό μέλος του συνεταιρισμού και συνέβαλε με την εργασία του στην αύξηση της περιουσίας αυτού. Το Απρίλιο του έτους 1998, κατέθεσε αίτηση αποχώρησης, λόγω συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τους όρους του νόμου και του καταστατικού, η οποία (αίτηση) έγινε δεκτή από το Διοικητικό Συμβούλιο και την ετήσια Γενική Συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού.
Έτσι, ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να είναι μέλος του συνεταιρισμού στις 30-04-1998. Κατά το χρόνο της αποχώρησης του, τα μέλη του συνεταιρισμού ήταν έντεκα (11), ενώ μετά την τελευταία τροποποίηση του καταστατικού η υποχρεωτική μία (1) συνεταιριστική μερίδα κάθε μέλους είχε ανέλθει σε 1.036.363 δραχμές (βλ. άρθρο 12 του καταστατικού).
Στον εγκριθέντα ισολογισμό του έτους 1997, περιέχονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία του αναιρεσείοντα συνεταιρισμού (ενεργητικού και παθητικού με την πραγματική αξία καθενός από αυτά, κατά τον χρόνο αποχώρησης τού μόλις προ ολίγων μηνών - πριν δηλαδή από την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου Σ1, όπως οι αξίες αυτές προέκυψαν από τη διενεργηθείσα με αριθμό 5/2002 δικαστική πραγματογνωμοσύνη του Σ3 και την από 07-11-2003 συμπληρωματική της πρώτης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ίδιου).
Επομένως, οι αξίες κάθε επιμέρους κονδυλίου της περιουσίας του συνεταιρισμού, που αναφέρονται στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη, είναι αυτές που ισχύουν και κατά την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου. Άρα, με βάση τον εγκριθέντα ισολογισμό, του έτους 1997, η καθαρή οικονομική θέση του συνεταιρισμού, στις 31-12-1997, σύμφωνα με τα λογιστικά δεδομένα του συνεταιρισμού, είναι 47.175.686 δραχμές (βλ.
την από 07-11-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Σ3, ο οποίος διορίστηκε με την με αριθμό 8/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δεσκάτης). Έτσι, η ως άνω πραγματογνωμοσύνη κρίνεται πλήρης και επιστημονικά τεκμηριωμένη, εφόσον για τη σύνταξη της, ο εν λόγω πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του τον εγκριθέντα ισολογισμό του έτους 1997, τη μελέτη του μηχανικού Μ1η και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μ2, διορισμένου από το ΤΕΕ Δυτικής Μακεδονίας, την απογραφή που έγινε προκειμένου να εκτιμηθούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία αυτού μεταξύ του τότε αποχωρήσαντος Σ1 και των εκπροσώπων του αναιρεσείοντα συνεταιρισμού.
Περαιτέρω,(συνεχίζει το δικάσαν ως Εφετείο πολυμελές πρωτοδικείο) αποδεικνύεται ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του συνεταιρισμού είχε συνυπολογιστεί - από το σύνολο των συνεταίρων - στα ποσά που αναφέρονται στην υπό κρίση αγωγή, εκτός της αξίας των ακινήτων και του ποσού του αυτοκινήτου MERCEDES, το οποίο μεταποιήθηκε από τριαξονικό σε τετραξονικό και είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 12.000.000 δραχμών και που ο πραγματογνώμονας Σ3 το εκτίμησε στο ποσό των 14.000.000 δραχμών.
Στον ως άνω από 31-12-1997 ισολογισμό υπάρχει διαφορά μεταξύ της λογιστικής και της πραγματικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων του συνεταιρισμού και, μάλιστα, όπως αναλύεται στην παραπάνω πραγματογνωμοσύνη, το οικόπεδο του συνεταιρισμού, έκτασης 5 στρεμμάτων, εμφανίζεται στον ισολογισμό με την αξία που αναγράφεται στο συμβόλαιο αγοράς του και που δεν είναι η πραγματική του αξία, η οποία στις 31-12-1997 ανερχόταν σε 25.000.000 δραχμές, η δε αναφερόμενη στον ισολογισμό αξία των κτιρίων-εγκαταστάσεων δεν είναι η πραγματική τους αξία, αφού αυτά επιδοτήθηκαν και η λογιστική τους αξία εμφανίζεται στον ισολογισμό μειωμένη κατά το ποσό της επιδότησης και, επιπλέον, διότι η αξία των κτιρίων αυτών αλλά και των μηχανολογικών εγκαταστάσεων αναπροσαρμόζεται ανά τετραετία και προσαυξάνεται με βάση ένα σύστημα υπεραξίας, η οποία (υπεραξία) δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική αξία των κτιρίων, που διαμορφώνεται με τους νόμους της αγοράς (βλ.
την από 07-11-2003 πραγματογνωμοσύνη). Επομένως, κατά την ως άνω πραγματογνωμοσύνη, οι κτιριακές εγκαταστάσεις εκτιμώνται, με βάση την πραγματική τους αξία, σε 65.000.000 δραχμές και, άρα, η συνολική αξία των ακινήτων ανέρχεται - κατά το χρόνο αποχώρησης του ενάγοντος - σε 90.000.000 δραχμές. Όσον αφορά τον μηχανολογικό εξοπλισμό, που στη αγωγή εμφανίζεται ύψους 19.988.299 δραχμές, η αξία αυτού εκτιμάται ότι είναι αυτή που αναφέρεται στον από 31-12-1997 ισολογισμό, με βάση την πραγματική αξία εκτίμησης και όχι τη λογιστική αυτού από τον ως άνω πραγματογνώμονα, καθόσον ο μηχανολογικός εξοπλισμός συντηρείται και εξακολουθεί να λειτουργεί και να παράγει, με αποτέλεσμα η τρέχουσα αξία του να εκτιμάται, στις 31-12-1997, στο ποσό των 18.760.000 δραχμών.
Όσον αφορά τα μεταφορικά μέσα, o αναιρεσείων συνεταιρισμός είναι κύριος: α) του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου 613, φορτηγού με καρότσα ανοιχτού τύπου, φορολογικής ισχύος 36 ΗΡ, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1990, πετρελαιοκίνητου, β) του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου 613, φορτηγού γερανοφόρου, φορολογικής ισχύος 40 ΗΡ, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1987, πετρελαιοκίνητου, γ) του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. μικρότερου αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής FORD, τύπου courier, φορολογικής ισχύος 11 ΗΡ, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1987, βενζινοκίνητου και δ) ενός μικρού κλαρκ.
Όλα τα ανωτέρω μεταφορικά μέσα εκτιμήθηκαν συνολικά στο ποσό των 6.430.000 δραχμών, αν και εμφανίζονται στον ισολογισμό με αξία μίας δραχμής το καθένα, λόγω απόσβεσης των αξίων τους, επειδή όμως τα οχήματα αυτά συντηρούνται, επισκευάζονται και κυκλοφορούν κανονικά μετά από έλεγχο ΚΤΕΟ, έχουν παρόλ' αυτά την ως άνω εμπορική αξία (βλ.
την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης). Ακόμη, η αξία των εμπορευμάτων, δηλαδή των φορτηγών αυτοκινήτων, τα οποία αγοράστηκαν μεταχειρισμένα προκειμένου να κατασκευαστούν σ' αυτά προσθήκες και, στη συνέχεια, να μεταπωληθούν με σκοπό το κέρδος, και, συγκεκριμένα, ενός μεγάλου φορτηγού αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τριαξονικού, 350 ΗΡ, στο οποίο κατασκευάστηκε από το συνεταιρισμό καρότσα, ανατροπή και προστέθηκε και τέταρτος άξονας, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1990, και ενός αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου 1413, φορτηγού χωρίς καρότσα, 125 ΗΡ, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1983, τόσο με την εργασία όσο και με τα υλικά που προστέθηκαν σ' αυτά βελτιώθηκε η κατάσταση τους και, έτσι, η αξία τους εκτιμήθηκε, στις 31-12-1997, στο ποσό των 16.000.000 δραχμών.
Όσον αφορά τα έτοιμα προϊόντα προς πώληση που ο συνεταιρισμός είχε κατασκευάσει και είχε διαθέσιμα προς πώληση καταγράφονται μεν στον ισολογισμό με ποσό 546.000 δραχμών, όσο στοίχισε η κατασκευή τους σε υλικά, ενώ η τρέχουσα αξία τους εκτιμήθηκε από τον ως άνω πραγματογνώμονα στο ποσό των 3.210.000 δραχμών, σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς.
Η δε αξία των βοηθητικών υλών, οι οποίες υπήρχαν κατά το χρόνο της αποχώρησης, ανερχόταν στο ποσό των 10.195.514 δραχμών, σύμφωνα με τον ισολογισμό της 31-12-1997. Όσον αφορά, επίσης, τις λογιστικές αξίες που αναφέρονται στον ως άνω ισολογισμό δίπλα από τις κατηγορίες "πελάτες", "επιταγές εισπρακτέες", "χρεώστες διάφοροι" και "χρηματικά διαθέσιμα", που αφορούν άλλα στοιχεία του ενεργητικού, ο πραγματογνώμονας δέχεται τις πραγματικές αξίες που εμφανίζονται στον ως άνω ισολογισμό, δηλαδή για τις εισπρακτέες απαιτήσεις από πελάτες το ποσό των 48.304.726 δραχμών, για εισπρακτέες επιταγές το ποσό των 400.000 δραχμών, για απαιτήσεις από διάφορους χρεώστες το ποσό των 2.087.389 δραχμών και για τα χρηματικά διαθέσιμα το ποσό των 17.803.871 δραχμών, τα δε έπιπλα και τον λοιπό εξοπλισμό τον εκτιμά στο ποσό των 1.500.000 δραχμών, οπότε υπήρχαν στοιχεία του ενεργητικού της περιουσίας του συνεταιρισμού συνολικής αξίας 70.095.986 δραχμών.
Επιπλέον, ο συνεταιρισμός, στα τόσα χρόνια λειτουργίας του, με τον πλήρη εξοπλισμό του και τον μεγάλο κύκλο εργασιών του, αποτελεί μια μεγάλη και αξιόλογη επιχείρηση που απέκτησε καλό όνομα στην αγορά και πολλούς πελάτες. Η φήμη και η πελατεία του συνεταιρισμού έχουν αξία που εκτιμάται και προστίθεται στην καθαρή θέση της επιχείρησης, ως πραγματική αξία.
Με τα δεδομένα αυτά, ο ως άνω πραγματογνώμονας αποτίμησε την αξία της φήμης του συνεταιρισμού στο ποσό των 40.000.000 δραχμών. Από όλα τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η συνολική πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων του συνεταιρισμού, (που αποτελούσαν το ενεργητικό του κατά τη στιγμή της αποχώρησης του προηγούμενου συνεταίρου Σ1 και που η ίδια ακριβώς πραγματική αξία ισχύει και εκτιμάται για το ενεργητικό του συνεταιρισμού και κατά την αποχώρηση του ενάγοντος, εφόσον αφορά την ίδια χρονική περίοδο) εκτιμάται στο ποσό των (90.000.000'.+ 18.760.000 + 6.430.000 + 16.000.000 + 3.210.000 + 10.195.514 + 70.095.986 + 40.000.000=) 254.691.500 δραχμών.
Σύμφωνα, επίσης, με τον ως άνω ισολογισμό, ο οποίος εγκρίθηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνεταίρων, τον Μάρτιο του έτους 1998, δηλαδή ένα μήνα πριν από την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου, ο συνεταιρισμός είχε τα εξής στοιχεία παθητικού, τα οποία είναι ακριβώς ίδια με αυτά του ισολογισμού της 31-12-1997.
Συγκεκριμένα, είχε: συνεταιριστικό κεφάλαιο 11.400.000 δραχμές, επιχορηγήσεις παγίων 7.578.188 δραχμές, διαφορές αναπροσαρμογής παγίων στοιχείων 14.082.804 δραχμές, τακτικό αποθεματικό 1.535.953 δραχμές, αφορολόγητο αποθεματικό 8.884.832 δραχμές, κέρδη χρήσης 1997 3.693.909 δραχμές, οφειλές προς προμηθευτές 28.141.145 δραχμές, επιταγές πληρωτέες 6.063.503 δραχμές, δάνεια βραχυπρόθεσμα 15.049.547 δραχμές, προκαταβολές πελατών 6.955.760 δραχμές, φόροι - τέλη 3.401.644 δραχμές, διάφοροι πιστωτές 263.665 δραχμές και δεδουλευμένα έξοδα χρήσης 109.039 δραχμές, ήτοι συνολικά, κατά το χρόνο αποχώρησης του αναιρεσιβλήτου, υπήρχαν στοιχεία παθητικού πραγματικής αξίας 59.984.303 δραχμών.
Βάσει των παραπάνω και εκτιμώντας τις πραγματικές αξίες των λογιστικών δεδομένων που εμφανίζονται στον ισολογισμό της 31-12-1997, η καθαρή θέση που προκύπτει μετά την αφαίρεση των στοιχείων του παθητικού (59.984.303 δραχμές) από τα στοιχεία του ενεργητικού (254.691.500 δραχμές), ανέρχεται στο ποσό των 194.707.207 δραχμών, το οποίο ποσό είναι και η πραγματική καθαρή αξία του συνεταιρισμού κατά το χρόνο αποχώρησης του αναιρεσιβλήτου.
Άρα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται, ως αποχωρών συνεταίρος, τρεις (3) μήνες μετά την έγκριση από τη Γενική Συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού της εταιρικής χρήσης του έτους αποχώρησης του, να λάβει την πραγματική αξία της μερίδας του, η οποία προκύπτει από την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού με βάση τον ετήσιο εγκριθέντα ισολογισμό όπως ακριβώς προβλέπονται και από το καταστατικό του συνεταιρισμού.
Επομένως (καταλήγει το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο) εφόσον τα μέλη του συνεταιρισμού κατά το χρόνο αποχώρησης του αναιρεσιβλήτου ήταν έντεκα (11) και η καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού ανερχόταν τότε σε 194.707.207 δραχμές, ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) δικαιούται το 1/11 αυτής, που αντιστοιχεί στη μερίδα του, δηλαδή δικαιούται το ποσό των (194.707.207:11=) 17.700.654 δραχμών, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις του ν.1667/1986 και ιδιαίτερα αυτή του εδ. 9 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, κατά την οποία "στο συνεταίρο που αποχωρεί από το συνεταιρισμό, αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης, μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση", η οποία διάταξη έχει την προαναφερόμενη έννοια.
Δεν συνάγεται δε αντίθετη άποψη από τις διατάξεις των άρθρ.6 παρ. 2 και 36 του καταστατικού του αναιρεσείοντα κατά τις οποίες "ο συνεταίρος έχει δικαίωμα στα καθαρά κέρδη της επιχείρησης και στο προϊόν της εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 36 του παρόντος καταστατικού και σε περίπτωση που αποχωρήσει κάποιο μέλος του αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε" το περιεχόμενο των οποίων εκτίμησε ανέλεγκτα κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Ούτε επίσης συνάγεται αντίθετη άποψη από την διάταξη του άρθρου 2 εδ. 9 του ν.1667/1986 (που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 17 ν.3156/2003 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 ν.3483/2006) κατά την οποία "προκειμένου για πιστωτικούς συνεταιρισμούς που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, στο συνεταίρο που αποχωρεί αποδίδεται η αξία της συνεταιριστικής μερίδας που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης.
Σε κάθε περίπτωση κατά τον ως άνω υπολογισμό θα πρέπει να αφαιρείται το ποσό κατά το οποίο οι σχηματισμένες προβλέψεις υπολείπονται των απαιτουμένων σύμφωνα με την κατά το άρθρο 18 παρ. 5 του ν.2076/1992 (ΦΕΚ 130Α), που προστέθηκε με το άρθρο 38 παρ. 3β του ν. 2937/2001, έκθεση ορκωτών ελεγκτών και τη σύμφωνη γνώμη, της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διαφορά αυτή", αλλά αντίθετα επιβάλλεται από την αρχή της ισότητας η εφαρμογή της και στους αστικούς συνεταιρισμούς.
Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για παραβίαση από το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο των προαναφερθεισών διατάξεων του Ν. 1667/1986, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.10.2008 αίτηση του Αστικού Συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥ ... (ΣΥΝ.ΠΕ)" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ