Legislator Case Law & Legislation
1397/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and upholds lower court's partial support of child maintenance claim.

Case Number 1397/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding child support and alimony. The appellant argued that the lower court failed to consider evidence and improperly evaluated facts, while the respondent did not appear in court. The court ruled that the respondent was properly summoned and absent, and the lower court's evaluation of evidence and financial circumstances was lawful and reviewable.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576(2) C.P.D.; Art. 559(11)(c) C.P.D.; Art. 559(11)(g) C.P.D.; Art. 559(10) C.P.D.; Art. 1392, 1485, 1486, 1489(2), 1493 Civil Code: The Supreme Court may examine sua sponte whether a summoned party appeared; appeals based on failure to consider evidence are inadmissible if the lower court explicitly stated all evidence was considered; appeals challenging factual evaluations are inadmissible unless the lower court omitted essential facts without proof.

Keywords

AI generated
child support maintenance alimony for children appeal admissibility procedural default factual evaluation review

Cited Legislation

AI generated
Art. 576(2) C.P.D.
Art. 559(11)(c) C.P.D.
Art. 559(11)(g) C.P.D.
Art. 559(10) C.P.D.
Art. 1392 Civil Code
Art. 1485 Civil Code
Art. 1486 Civil Code
Art. 1489(2) Civil Code
Art. 1493 Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1397 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1397/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Οικονομόπουλου.

Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων ...υ και ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-6-2005 και 11-5-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1335/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δε λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η τελευταία (αναιρεσίβλητη) δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρούσα σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμός 20, 566 παράγραφος 1 και 118 αριθμός 4 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο θεσπιζόμενος από την πρώτη απ' αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθώς και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκριση αυτών να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε ως περιεχόμενό του διαφορετικό από εκείνο που περιέχει.

Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμοί 11 και 20 του ΚπολΔ, ως έγγραφα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το Δικαστήριο της ουσίας ή η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚπολΔ αποδεικτικά έγγραφα, στα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι οι προτάσεις των διαδίκων που κατατίθενται το πρωτοβάθμιο ή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 11 ΚΠολΔ, προβάλλεται πράγματι η από τον αριθμό ii αυτού του άρθρου αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσείοντος .... και β) τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και δη 1) την άδεια κυκλοφορίας του ΙΧ μάρκας HUNDAI, 2) την άδεια κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου του μάρκας ΝΤΑΦ με το επικαθήμενο αυτού και αριθμό κυκλοφορίας ..., 3) την άδεια κυκλοφορίας του υπ' αριθ...., 4) βεβαίωση του ΤΣΑ, 5) το από ...

μισθωτήριο συμβόλαιο μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ..., 6) βεβαιώσεις από τις Τράπεζες ΕΥΡΟΜΠΑΝΚ, ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ και Εθνική Τράπεζα, για καταβολή μηνιαίων δόσεων για δάνεια που είχε λάβει ο αναιρεσείων όταν συμβιούσε με την αναιρεσίβλητη και 7) τις δηλώσεις φόρου εισοδήματός του για τα οικονομικά έτη 2001 έως 2005.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τις οποίες εκτίμησε αυτοτελώς και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με το μέτρο γνώσεως και τον βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, καθώς και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για συναγωγή και δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον από αυτά δεν συνάγεται πλήρης απόδειξη", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής (στην οποία γίνεται ειδική αναφορά στις φορολογικές δηλώσεις και τα εκκαθαριστικά σημειώματα του αναιρεσείοντος των ετών 2004 και 2006), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του με το οποίο (όπως εκτιμάται) προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, χωρίς να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο αυτών και εκείνο το οποίο εξέλαβε, ως περιεχόμενό τους, το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένως τα ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς τους δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό, είναι αόριστος.

Επίσης, ο ίδιος (πρώτος) λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 11 και 20 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του Εφετείου, είναι απαράδεκτος, αφού το δικόγραφο των προτάσεων είναι διαδικαστικό και όχι αποδεικτικό έγγραφο.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών γεγονότων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην ... στις 27-4-1996, από τον οποίο απέκτησαν δύο ανήλικα σήμερα τέκνα τον ..., ηλικίας 10 ετών και την ..., ηλικίας 5 ετών, αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωσή τους αρχικά ήταν ομαλή και αρμονική.

Με την πάροδο όμως των ετών, οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν από υπαιτιότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος συζύγου, ο οποίος άρχισε να επιδεικνύει συμπεριφορά περιφρονητική και εξυβριστική στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη σύζυγό του. Ειδικότερα αυτός, ο οποίος είναι αυτοκινητιστής, προφασιζόμενος επαγγελματικές του υποχρεώσεις, απουσίαζε πολλές ώρες από τη συζυγική οικία, παραμελώντας συνεχώς τη σύζυγό του, αλλά και τα τέκνα του, από τα οποία στερούσε την παρουσία του και ιδίως από τον ...

που είχε μεγαλύτερη ανάγκη της πατρικής επαφής, λόγω των προβλημάτων δυσλεξίας που αντιμετωπίζει. Με εξαίρεση την οικονομική του συνεισφορά, δεν συμμετείχε κατ' άλλο τρόπο στην αντιμετώπιση των καθημερινών οικογενειακών αναγκών και προβλημάτων, με αποτέλεσμα το βάρος αυτών να επωμίζεται αποκλειστικά η αναιρεσίβλητη, η οποία έβρισκε υποστήριξη στην αδελφή της που κατοικούσε σε γειτονικό διαμέρισμα.

Επίσης, ο αναιρεσείων, επιδεικνύοντας απαξιωτική συμπεριφορά προς την σύζυγό του, απέφευγε να την ενημερώνει για οποιαδήποτε σημαντική απόφαση ελάμβανε για τη ζωή τους, είτε αφορούσε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, είτε την απόκτηση από μέρους του κάποιων σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, αδιαφορώντας για τη δική της άποψη και γνώμη.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσίβλητη μάθαινε για τις αγορές από τον αναιρεσείοντα πολυτελών αυτοκινήτων εκ των υστέρων και αφού αυτός τα οδηγούσε έξω από το σπίτι τους. Επεδείκνυε συνεχώς εριστική συμπεριφορά και αδιαφορία για την οικογένειά του, δημιουργώντας βάσιμες υπόνοιες στην αναιρεσίβλητη ότι διατηρούσε και εξωσυζυγικές σχέσεις, αφού δεν δίστασε να προτείνει τη σύναψη ερωτικής σχέσης και στην ίδια την αδελφή της, ....

Αποτέλεσμα ήταν να επιδεινώνονται οι μεταξύ τους σχέσεις ολοένα και περισσότερο και να οδηγηθούν σε οριστική ρήξη και διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης με την αποχώρηση του αναιρεσείοντος, στις 24-1-2005, από τη συζυγική οικία.

Συνεπώς, η αναιρεσίβλητη βρίσκεται σε διακοπή του έγγαμου βίου της από εύλογη αιτία και λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και δικαιούται να αξιώσει για το επίδικο χρονικό διάστημα διατροφή σε χρήμα, το ύψος της οποίας πρέπει να προσδιοριστεί ανάλογα με τις ανάγκες της, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της και αφού συνεκτιμηθούν και οι τυχόν διαφοροποιήσεις που προκλήθηκαν από τη χωριστή διαβίωση των διαδίκων.

Με την υπ' αριθ. 1204/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανατέθηκε η επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων προσωρινά στη μητέρα τους, η οποία έτσι νομίμως εκπροσώπησε αυτά στην πρωτόδικη δίκη. Στην ίδια άλλωστε ανατέθηκε και οριστικά η επιμέλεια του προσώπου των δύο ανηλίκων, με την εκκαλούμενη (πρωτόδικη) απόφαση.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο ανήλικος ... είναι μαθητής της Δ' τάξης, σε δημόσιο δημοτικό σχολείο, πάσχει όμως από δυσαρθρία με καθυστέρηση σε όλους τους τομείς αναπτύξεώς του και επί ένα έτος υποβλήθηκε σε λογοθεραπεία και ειδική διαπαιδαγώγηση για την αντιμετώπισή της. Λόγω της ως άνω κατάστασής του αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες και έχει επιπλέον ανάγκη ενισχυτικής διδασκαλίας από ιδιώτη εκπαιδευτικό, για αμοιβή του οποίου απαιτείται το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως.

Παρακολουθεί, εξάλλου, μαθήματα αγγλικής γλώσσας για τα οποία καταβάλλει το ποσό των 40 ευρώ μηνιαίως. Η ανήλικη ... δεν έχει ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, ενώ οι οποιεσδήποτε ανάγκες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και των δύο ανηλίκων καλύπτονται από τον ασφαλιστικό φορέα του πατέρα τους. Δεν διαθέτουν δικά τους εισοδήματα και περιουσία, ενώ οι δαπάνες για ένδυσή τους, διατροφή, αγορά σχολικών ειδών, ψυχαγωγία και γενικά συντήρησή τους, είναι οι συνήθεις για συνομηλίκους τους, που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση από άποψη οικονομικών δυνατοτήτων των γονέων τους.

Εφόσον αυτά δεν είναι σε θέση να καλύψουν τις δαπάνες διατροφής τους από τα εισοδήματα ή την εργασία τους, έχουν αξίωση διατροφής κατά των γονέων τους, δηλαδή κατά του αναιρεσείοντος πατέρα και της μητέρας τους (που τα εκπροσωπεί στη δίκη), οι οποίοι ενέχονται για τη διατροφή τους ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Ο αναιρεσείων, εξάλλου, είναι αυτοκινητιστής και εργάζεται κυρίως ως μεταφορέας αδρανών υλικών σε διάφορες οικοδομές στην περιοχή των ... και στην ..., συνεργαζόμενος κυρίως με τον σύζυγο της αδελφής του..., ο οποίος διατηρεί μάνδρα οικοδομικών υλικών στα .... Είναι ιδιοκτήτης κατά 20% εξ αδιαιρέτου ενός ΔΧΦ αυτοκινήτου με το επικαθήμενο αυτού, μάρκας DAF, φορολογικής ισχύος 75 HP, το οποίο και χρησιμοποιεί για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Από την ως άνω εργασία του αποκομίζει μηνιαίως τουλάχιστον 2.500 ευρώ, εφόσον ληφθεί υπόψη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι, εκτός από τα ημερομίσθιά του, ως αυτοκινητιστής εισπράττει και το αντίστοιχο της συγκυριότητάς του ποσοστό επί των συνολικών μηνιαίων κερδών του φορτηγού, που δεν είναι λιγότερα των 5.000 ευρώ.

Είναι ιδιοκτήτης κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην Κοινότητα ... και το οποίο όμως δεν του αποφέρει εισοδήματα. Διατηρεί δε το υπ' αριθ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MITSUBISHI. Άλλη περιουσία δεν έχει, ούτε εισοδήματα από άλλη πηγή. Τέλος, διαμένει σε μισθωμένη κατοικία, στην οδό ..., στην ...., για την οποία καταβάλλει μηνιαίο μίσθωμα 350 ευρώ.

Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) ο αναιρεσείων επικαλείται ότι επιβαρύνεται με δόσεις καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών που έχει λάβει από διάφορες Τράπεζες, για τις οποίες καταβάλλει μηνιαίως, τουλάχιστον 700 ευρώ. Ο ισχυρισμός του αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, δεν αναιρεί το ύψος των ως άνω συνολικών εισοδημάτων του εκ 2.500 ευρώ μηνιαίως, αφού, όπως αποδείχθηκε και δεν αμφισβητήθηκε, ο ίδιος, μετά την έναρξη της αντιδικίας του με την αναιρεσίβλητη, προέβη στην πώληση α) στις 2-8-2005 ενός Δ.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, μάρκας MERCEDES, β) στις 11-8-2005 ενός τζιπ, με αριθ. κυκλ...., μάρκας LAND ROVER, το οποίο είχε αγοράσει στο όνομα της αδελφής του, προς τον ..., γ) στις 2-9-2005 του 80% του παραπάνω Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου του, μάρκας DAF, προς τον ..., και δ) στις 7-11-2005 ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας HYUNDAI, με αριθ. ..., προς την ..., των οποίων αποφεύγει να προσδιορίσει το εισπραχθέν τίμημα, καθώς και το πού καταναλώθηκε επακριβώς αυτό και δεν αντέχει στη λογική ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του ότι αυτό αναλώθηκε εξ ολοκλήρου για την κάλυψη πολυτελών δαπανών της αναιρεσίβλητης, ενόψει και των διαταραγμένων σχέσεών τους.

Η αναιρεσίβλητη, μητέρα των ανήλικων, δεν εργάζεται ούτε έχει εισοδήματα από κάποια πηγή. Ο ισχυρισμός δε του αναιρεσείοντος, ότι εργάζεται στο κομμωτήριο της αδελφής της, δεν αποδείχθηκε και κυρίως δεν αποδείχθηκε ότι αυτή γνωρίζει την τέχνη της κομμωτικής και του "μανικιούρ", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός.

Διαμένει με τα παιδιά της σε διαμέρισμα επί της οδού ..., του οποίου έχει την ψιλή κυριότητα, ενώ η επικαρπία του ανήκει στον πατέρα της. Επίσης είναι κυρία ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας LANCIA, 9HP, το οποίο απέκτησε μεταχειρισμένο στις 28-7-2005, από δωρεά του πατέρα της και προκειμένου να το χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις της.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι, με βάση τις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους, που προαναφέρθηκαν, στις οποίες συνεκτιμώνται οι συνθήκες της ζωής και οι οικονομικές δυνάμεις των γονέων τους, η ανάλογη διατροφή γι' αυτά, που περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για την ανατροφή, συντήρηση και εκπαίδευσή τους, ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 450 ευρώ, για τον ..., ενόψει και των ως άνω προβλημάτων της υγείας του και των 350 ευρώ, για την..., αντιστοίχως.

Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται η αξία των προσωπικών υπηρεσιών και της στέγασης που προσφέρει σε αυτά η μητέρα τους. Ενόψει αυτών, τον αναιρεσείοντα πατέρα τους βαρύνει μέρος της διατροφής αυτής, ποσού 400 ευρώ για τον ... και 300 ευρώ για την ..., αντιστοίχως. Με το υπόλοιπο μέρος της διατροφής τους, ποσού 50 ευρώ για το καθένα ανήλικο, αντιστοίχως, βαρύνεται η μητέρα τους, η οποία εκπληρώνει την υποχρέωσή της αυτή και με τις προσωπικές της υπηρεσίες και φροντίδες και τις λοιπές παροχές της.

Περαιτέρω, με βάση τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων, όπως αυτές καθορίζονται από τα ως άνω εισοδήματά τους, καθώς και τις πρόσθετες υποχρεώσεις τους προς διατροφή των τέκνων τους, σε συσχετισμό των δυνάμεων καθενός με το άθροισμα των δυνάμεών τους και με βάση τις διατροφικές ανάγκες της αναιρεσίβλητης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής της και τη χωριστή εγκατάστασή της, υπάρχει διαφορά υπέρ της αναιρεσίβλητης, αφού οι οικονομικές δυνάμεις του αναιρεσείοντος, όπως αυτές διαμορφώνονται μετά την αφαίρεση των ανωτέρω επιδικασθέντων ποσών διατροφής των τέκνων του και του ποσού που καταβάλλει αυτός για μηνιαίο μίσθωμα, ήτοι συνολικά 1.050 ευρώ, (400 + 300 + 350), ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 1.450 ευρώ (2.500 - 1.050), οι δε οικονομικές δυνάμεις της αναιρεσίβλητης είναι μηδενικές.

Επομένως η αναιρεσίβλητη, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, διέκοψε για εύλογη αιτία την έγγαμη συμβίωσή της με τον αναιρεσείοντα, δικαιούται να αξιώσει από τον τελευταίο διατροφή σε χρήμα, που ανέρχεται στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό είναι ανάλογο με τις ανάγκες της, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, και αποτελεί την αναλογία την οποία ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσής τους.

Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο ότι το παραπάνω ποσό δύναται να καταβάλλει ο αναιρεσείων χωρίς κίνδυνο της δικής του διατροφής, αφού το υπολειπόμενο ποσό των εισοδημάτων του, δηλαδή το ποσό των 950 ευρώ (1.450 - 500), μηνιαίως, επαρκεί για την αντιμετώπιση των διατροφικών του αναγκών, απέρριψε δε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένστασή του περί παραπομπής της δικαιούχου συζύγου του, σε άλλο υπόχρεο, και συγκεκριμένα στους γονείς της.

Επίσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη απέρριψε και την ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως της αξιώσεως περί διατροφής της συζύγου του, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε α) ότι η αναιρεσίβλητη διαθέτει τις οικονομικές δυνάμεις προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ανάγκες διαβίωσής της και β) ότι στρέφεται εναντίον του μόνον από κακοβουλία και με πρόθεση να τον εξαθλιώσει οικονομικά.

Με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, την πρωτόδικη απόφαση ως προς την περί διατροφής διάταξή της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης (περί διατροφής της ιδίας και των ανηλίκων τέκνων της) και, κατά μερική αποδοχή της ένστασης του αναιρεσείοντος περί συνεισφοράς της αναιρεσίβλητης στη διατροφή των ανήλικων τέκνων τους, καταδίκασε αυτόν να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για λογαριασμό μεν των τέκνων τους το ποσό των 400 ευρώ για τον ...

και των 300 ευρώ για την ..., για λογαριασμό δε της ίδιας της αναιρεσίβλητης το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις διατάξεις των άρθρων 1392, 1485, 1486, 1489 §2 και 1493 ΑΚ και οι οποίες δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε και το οποίο εκτίθεται σαφώς.

Ειδικότερα, προσδιορίζονται οι συνθήκες ζωής της αναιρεσίβλητης και των ανηλίκων και οι ανάγκες των τελευταίων, καθώς και οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων τους και δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται "τι ποσό αναλογεί σε καθεμία ανάγκη των ανηλίκων", αλλά επαρκεί η παραδοχή του ότι οι δαπάνες για την ένδυσή τους, διατροφή, αγορά σχολικών ειδών, ψυχαγωγία και γενικά συντήρησή τους είναι οι συνήθεις για συνομηλίκους τους, που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση από άποψη οικονομικών δυνατοτήτων των γονέων τους και ότι, για την ενισχυτική διδασκαλία του ανήλικου ... (ο οποίος πάσχει από δυσαρθρία με καθυστέρηση σε όλους τους τομείς αναπτύξεώς του και επί ένα έτος υποβλήθηκε σε λογοθεραπεία και ειδική διαπαιδαγώγηση) και την παρακολούθηση απ' αυτόν μαθημάτων αγγλικής γλώσσας, καταβάλλονται 200 και 40 ευρώ, αντιστοίχως, κάθε μήνα.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι, καθόσον υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι. Εξάλλου, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για τη μερική παραδοχή της αγωγής, μετά από εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων και όλων των εγγράφων που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, και συνεπώς δεν δέχτηκε ουσιώδη πραγματικά γεγονότα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-6-2008 αίτηση του ...για αναίρεση της υπ' αριθ. 1335/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ