Legislator Case Law & Legislation
1397/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Athens Court of Appeal decision regarding employment contract termination legality.

Case Number 1397/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision of 4521/2007. The appellant argued that his employment contract termination was invalid due to a lack of prior hearing, violating constitutional rights, but the Court found this argument legally unfounded for private-law employment relationships. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(18) and 579(1)(b) of the Code of Civil Procedure; The appellate court is bound by the Supreme Court's legal findings but is not required to re-examine the substantive facts of the dispute.

Keywords

AI generated
appeal against appeal employment contract termination private law employment constitutional rights violation legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(18) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(4) of the Code of Civil Procedure
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 20(2) of the Constitution
Article 25(3) of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1659/1986

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1397 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1397/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντώνιο Αθηναίο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:......., πρώην υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, Κλητήρα, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπηρετούντος στο Ελληνικό Προξενείο Αμβούργου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/1/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1482/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4800/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1555/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4521/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/12/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο Κ.Πολ.Δικ. ορίζει στο άρθρο 559 αριθμ.18, ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο δε άρθρο 579 παρ.1 εδαφ. β, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια, που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, και στο άρθρο 581 παρ. 2, ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανελέγκτη.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το νομικό ζήτημα που ο Άρειος Πάγος έλυσε στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να κριθεί αν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση (ΑΠ 367/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι δεν συμμορφώθηκε προς την 1555/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 4800/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι αυτή δέχθηκε ως έγκυρη την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσειόντα, που συνέδεε αυτόν με το αναιρεσίβλητο, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου και τούτο γιατί η Γενική Πρόξενος της Ελλάδας στο Αμβούργο, προέβη στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης με την από ....

πράξη της, καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση, ενώ ως εκ περισσού και χωρίς έννομη επιρροή, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, ανέφερε σ' αυτή και την ύπαρξη σπουδαίων λόγων και ότι εξ αυτών συνάγεται ότι η καταγγελία έγινε κατ' εφαρμογή του εδ. γ του άρθρου 9 της επίδικης σύμβασης και όχι κατ' εφαρμογή του εδ.

α του ως άνω άρθρου αυτής, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, παραβιάζοντας ευθέως και τις επίδικες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που έχουν χαρακτήρα δημοσίας τάξεως. Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε, ότι εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντα ήταν έγκυρη και χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, όπως προβλεπόταν από τη μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, ατομική σύμβαση εργασίας και ότι ως εκ περισσού αναφέρονταν στην καταγγελία και σπουδαίοι λόγοι, το Εφετείο, έσφαλε, παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 53 του ΠΔ 410/1988 σε συνδυασμό και προς αυτές των άρθρων 3, 174, 180 και 656 ΑΚ, με τις οποίες προβλέπεται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την εγκυρότητα της καταγγελίας από το Δημόσιο της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου του άνω προσωπικού, έχουν δε αυτές χαρακτήρα δημόσιας τάξης και δεν επιτρέπουν αντίθετη συμβατική ρύθμιση.

Το δικαστήριο της παραπομπής στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης του, δέχθηκε ότι για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος από την Γενική Πρόξενο της Ελλάδας στο Αμβούργο, έπρεπε να συντρέχουν και σπουδαίοι λόγοι, μη επιτρεπόμενης αντίθετης συμβατικής ρύθμισης, ενόψει του ότι οι ως άνω διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως και ακολούθως δέχθηκε ανελέγκτως ότι συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση σπουδαίοι λόγοι, που καθιστούσαν έγκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος.

Με την κρίση του δε αυτή το Εφετείο, όχι μόνο δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την ως άνω αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε και συγκεκριμένα ότι για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του απασχολουμένου στο Δημόσιο με σχέση εργασίας εξαρτημένης ιδιωτικού δικαίου, απαιτείται και η συνδρομή σπουδαίων λόγων, μη επιτρεπομένης αντίθετης συμβατικής ρύθμισης, καθόσον οι σχετικές διατάξεις που ορίζουν περί αυτών είναι δημόσιας τάξης, αλλά αντιθέτως συμμορφώθηκε πλήρως με αυτή.

Επομένως οι ανωτέρω αιτιάσεις, οι οποίες θεμελιώνουν αληθώς τον από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμες και ως εκ τούτου απορριπτέες, καθώς και ο σχετικός με αυτές ως άνω λόγος αναίρεσης.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθή (ΑΠ 502/2007). Εξ άλλου, το εκ του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης ισχύει όταν πρόκειται η δημόσια διοίκηση να χωρήσει σε διοικητική ενέργεια ή στη λήψη μέτρου εις βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του διοικουμένου, δηλαδή όταν η διοίκηση πρόκειται να εκδώσει δυσμενή για τον διοικούμενο διοικητική πράξη.

Συνεπώς, η διάταξη αυτή του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται όταν το Δημόσιο πρόκειται να χωρήσει σε ενέργεια προς πραγμάτωση δικαιώματος αυτού, το οποίο απορρέει από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1659/1986). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, το οποίο παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ιστορούσε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη, καθόσον δεν κλήθηκε αυτός σε απολογία προηγουμένως, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτής και για την αίτια αυτή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως κλητήρα στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Αμβούργο. Η ως άνω επικουρική βάση (τρίτη) της αγωγής ήταν νομικά αβάσιμη, ενόψει του ότι στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου στο Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος που επιβάλλει την προηγούμενη ακρόαση του διοικουμένου πριν από τη διοικητική ενέργεια ή τη λήψη μέτρων σε βάρος των δικαιωμάτων του. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε την ως άνω αγωγική βάση ως νομικά αβάσιμη, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε και το άρθρο 25 παρ. 3 αυτού.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Επειδή, με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με την πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και συγκεκριμένα για το ότι δεν έλαβε αυτή υπόψη της για το σχηματισμό της κρίσης που εξέφερε, την 2927/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, την 616/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την 4274/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες τις οποίες είχε προσάψει σε βάρος του η Γενική Πρόξενος της Ελλάδας, τα οποία έγγραφα είχε επικαλεσθεί και προσκόμισε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, δικάζοντος ως δικαστηρίου παραπομπής και από τις οποίες αποδεικνυόταν ο αγωγικός ισχυρισμός του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε χωρίς να συντρέχει κανένας σπουδαίος λόγος.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, βεβαιώνεται ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, χωρίς αμφισβήτηση της γνησιότητας τους (και σε μετάφραση στην ελληνική, όσα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα). Από την ανωτέρω δε βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και προς τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις ανωτέρω αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων.

Επομένως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4521/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ