1397/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 35.384/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25.800/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Μαϊου 2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1397/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του συναγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1397 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1397/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Χ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Σφέτσου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 35.384/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25.800/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Μαϊου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του συναγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 14 Οκτωβρίου 1998 και περί ώρα 6.50 πρωϊνή, ο ενάγων, υπάλληλος του Δήμου Θεσσαλονίκης στον Τομέα καθαριότητας, φορώντας την ειδική στολή του οδοκαθαριστή με τις διακριτικές φωσφορίζουσες πράσινες ραβδώσεις, ώστε να γίνεται αντιληπτός και ορατός από απόσταση, απασχολείτο με το σάρωμα της οδού .....
της πόλης της Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω οδός, έχει πλάτος οδοστρώματος 13 μ., είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίζεται σε δύο ρεύματα με διπλή συνεχόμενη γραμμή, στο ύψος δε της γέφυρας .. είναι ευθεία σε μήκος 200 μ. Κατά τον παραπάνω χρόνο η κατάσταση της οδού ήταν υγρή εξαιτίας βροχοπτώσεως, η κίνηση των οχημάτων αραιή, ο δε φωτισμός ανεπαρκής (σβηστός ο τεχνητός φωτισμός), ενώ ένθεν και ένθεν αυτής υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα, καταλαμβάνοντα τη μία λωρίδα κυκλοφορίας εκάστου ρεύματος.
Στο ύψος του αριθμού 86 της εν λόγω οδού, πλησίον του Ναού του Αγίου Φανουρίου, ο ενάγων επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού από τα δεξιά προς τα αριστερά ως προς τα κινούμενα προς την έξοδο της πόλεως οχήματα, προτιθέμενος, αφού διασχίσει αμφότερα τα ρεύματα κυκλοφορίας, να περαιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο για να συνεχίσει την εργασία του στο σάρωμα της οδού.
Όμως, ενώ αυτός είχε διασχίσει ολόκληρο το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος που οδηγεί προς την έξοδο της πόλεως, και ίστατο ακίνητος επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ο ήδη αποβιώσας Χ3 , σύζυγος της πρώτης εναγομένης, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...... .. ταξί αυτοκίνητο που ανήκε κατά συγκυριότητα σ' αυτόν και στην δεύτερη εναγομένη (ποσοστό 50% εκάστου) και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, αν και αντιλήφθηκε από απόσταση 100 μ τον ως άνω πεζό να επιχειρεί να διασχίσει το ρεύμα πορείας του (βλ.
σχετικά την από 15-4-1999 προανακριτική αυτού κατάθεση), δεν ρύθμισε την ταχύτητα του ανάλογα με τις περιστάσεις (ανεπαρκής φωτισμός, βρεγμένο οδόστρωμα, κατοικημένη περιοχή, στάση ΟΑΣΘ), ούτε μείωσε στο ελάχιστο την ταχύτητα του στην θέα του πεζού, ώστε να του δώσει την δυνατότητα να απομακρυνθεί από την τροχιά του, αλλά αντίθετα, επιταχύνοντας, επιχείρησε υπέρβαση τριών προπορευόμενων αυτού αυτοκινήτων, τα οποία είχαν διακόψει την πορεία τους προκειμένου να διευκολύνουν την διέλευση του ενάγοντα, 'Ετσι, στην προσπάθεια του να επαναφέρει το όχημα του στο ρεύμα πορείας του, παρέσυρε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του τον ως άνω πεζό, το σώμα του οποίου εκτινάχθηκε αρχικά στον ανεμοθώρακα και το καπώ του αυτοκινήτου, επί των οποίων άφησε ίχνη (βαθούλωμα) και στη συνέχεια στο απέναντι πεζοδρόμιο, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει σοβαρά.
Η ταχύτητα του ανωτέρω αυτοκινήτου (ταξί), αν και δεν απετυπώθησαν ίχνη πεδήσεως επί του οδοστρώματος, ήταν οπωσδήποτε ανωτέρα αυτής των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, τούτο δεν καταδεικνύεται από την βιαιότητα και σφοδρότητα της προσκρούσεως του αυτοκινήτου επί του σώματος του πεζού και της εκτινάξεως αυτού επί του απέναντι πεζοδρομίου.
Υπό τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνεχίζει το Εφετείο, το ως άνω τροχαίο ατύχημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αμέλεια του οδηγού του ταξί Χ3 , ο οποίος, κατά παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του αναλόγως, ενόψει αφενός μεν των επικρατουσών συνθηκών (ανεπαρκής δημοτικός φωτισμός, βρεγμένο οδόστρωμα, στάση λεωφορείου, κατοικημένη περιοχή), αφετέρου δε της παρουσίας του πεζού στην τροχιά του, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του πριν από οποιοδήποτε εμπόδιο, δυνάμενο να προβλεφθεί από ένα μέσο συνετό οδηγό, ως εν προκειμένω ο ενάγων-πεζός, αλλά αντίθετα επιτάχυνε προκειμένου να διενεργήσει υπέρβαση προπορευόμενων οχημάτων από σημείο της οδού όπου αυτή απαγορεύεται (άρθρα 12 παρ.1, 19 παρ.2 και 17 παρ.1 Ν.2094/1992 ΚΟΚ).
Από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις προέκυψε ότι και ο παθών ενάγων, ευθύνεται κατά ένα μέρος για το ατύχημα και τον τραυματισμό του, γιατί επιχείρησε να διασχίσει καθέτως και εκτός διαβάσεων πεζών (που απείχαν περί τα 100 μέτρα) το οδόστρωμα της προναφερομένης οδού χωρίς να ελέγξει εάν μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 38 παρ.4 περ.
ε' ΚΟΚ στην οποία αυτός δεν συμμορφώθηκε. Το ποσοστό συνυπαιτιότητός του στον τραυματισμό του ανέρχεται σε 20%. Ενόψει τούτων το ατύχημα και τα εξ αυτού αποτελέσματα οφείλεται τόσο σε αμέλεια του οδηγού του ταξί Χ3 κατά ποσοστό 80% όσον και του παθόντος πεζού κατά ποσοστό 20% κατ΄ αποδοχήν εν μέρει ως βασίμου κα κατ΄ ουσίαν, της σχετικής περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, ενστάσεως των εναγομένων (άρθρο 300 ΑΚ), που παραδεκτά προέβαλαν αυτοί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται σ΄ αυτήν αν ο πεζός (αναιρεσίβλητος) κατά τη στιγμή του ατυχήματος (παράσυρσής του από το ζημιογόνο .....
αυτοκίνητο - ταξί) επιχειρούσε να διασχίσει την οδό στην οποία έβαινε το τελευταίο (κινούμενος από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του) ή είχε διασχίσει ολόκληρο το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος αυτής που οδηγεί προς την έξοδο της πόλεως και "ίστατο ακίνητος επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής", όπως αναφέρεται επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης δεν διευκρινίζεται σ΄ αυτήν πόση ήταν η ταχύτητα με την οποία έβαινε το όχημα αυτό (αναφέρεται αορίστως ότι "ήταν οπωσδήποτε ανωτέρα αυτής των 50 χιλιομέτρων"), όπως και οι ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, ενόψει της ως άνω παραδοχής της ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου "επιταχύνοντας την πορεία του, επιχείρησε υπέρβαση τριών προπορευομένων αυτού αυτοκινήτων" τα οποία είχαν διακόψει την πορεία τους προκειμένου να διευκολύνουν τη διέλευση του ενάγοντος, το δε ατύχημα συνέβη στην προσπάθειά του (οδηγού) να επαναφέρει το όχημα στο ρεύμα πορείας του, οπότε παρέσυρε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του τον ως άνω πεζό.
Συνεπώς κρίνεται βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και γι΄ αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παρεπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 297/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ