Legislator Case Law & Legislation
1397/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding lack of standing and non-autonomous arguments.

Case Number 1397/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to consider his lack of legal standing as the farm's owner and by relying on facts not formally proposed. The court rejected these claims, ruling that the standing issue was a valid denial of the claim's basis but not a procedural bar, and that the alleged new facts were merely judicial conclusions derived from evidence already presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal argument challenging the lower court's finding of lack of standing constitutes a substantive denial of the claim's basis and is inadmissible if it does not constitute a separate procedural ground for dismissal.

Keywords

AI generated
lack of standing inadmissible appeal judicial conclusion labor contract civil procedure substantive denial court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 38 of the Consolidated Text of the Labor Code
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 28/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1397 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1397/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανθή Γιαννούλου. Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-9-2000 και 7-1-2001 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1701/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4419/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-11-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 7 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005).

Στην αγωγή με την οποία ζητείται -με βάση συμφωνημένο μισθό- η επιδίκαση απαιτήσεων από παροχή εργασίας, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο αυτής, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αναφορά του τρόπου πληρωμής του μισθού ούτε του ωραρίου εργασίας, εφόσον οι ένδικες απαιτήσεις δεν συνέχονται με αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εξέθετε με τις ένδικες αγωγές, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους, τα ακόλουθα:

Με προφορική σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Ερμιόνη το έτος 1985 προσλήφθηκε από τον πατέρα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως φύλακας στο αγρόκτημά του, εκτάσεως 15 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση " ...... " της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ερμιόνης.

Παράλληλα με τις υποχρεώσεις του ως φύλακα, επέβλεπε αυτό στην καλλιέργεια, στον ραντισμό και στη λίπανσή του καθώς και στην αντικατάσταση παλαιών δένδρων με νέα, με καταβολή των σχετικών δαπανών από τον πατέρα του εναγομένου. Ο μηνιαίος μισθός συμφωνήθηκε στο ποσό των 15.000 δραχμών και από το έτος 1994 στο ποσό των 80.000 δραχμών.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1999, υπεισήλθε στα εκ της επίδικης συμβάσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις ο εναγομένος, προς τον οποίο ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες. Με τις αγωγές ο ενάγων ζήτησε διαφορές αποδοχών του (μισθών και επιδομάτων εορτών και άδειας) για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτές.

Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό οι αγωγές ήταν ορισμένες και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι και 8 και 19 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων που προεκτέθηκαν, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση των επίδικων αξιώσεων, γιατί δεν διαλαμβάνονταν στις αγωγές τα καθήκοντα, ο τρόπος πληρωμής και το ωράριο εργασίας του αναιρεσιβλήτου.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 675 παρ. 2 εδ. 1 ΑΚ, με τον θάνατο του εργοδότη η σύμβαση εργασίας λύνεται μόνο όταν τα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο πρόσωπό του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο θάνατος του εργοδότη κατ' αρχήν δεν επιφέρει τη λύση της συμβάσεως. Αυτό συμβαίνει κατ' εξαίρεση, μόνο όταν τα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο πρόσωπο αυτού, όπως όταν αντικείμενο της συμβάσεως εργασίας ήταν η παροχή από τον μισθωτό προσωπικών υπηρεσιών στον εργοδότη, σε τρόπο ώστε, όταν αυτός εκλείψει, να εκλείψει και το αντικείμενο στην ικανοποίηση του οποίου αφορά η κατά τη σύμβαση παροχή των υπηρεσιών του εργαζομένου.

Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, η σύμβαση συνεχίζεται με τους υπεισερχόμενους στην εργασιακή σχέση κληρονόμους του εργοδότη, στους οποίους μεταβιβάζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη και μεταξύ των οποίων και ανάλογα με τη μερίδα του καθενός διαιρούνται αυτοδικαίως οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομίας (άρθρα 1710 παρ. 1 και 1885 του ΑΚ).

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 1 και 3 του ν.2112/1920 και 5 παρ.3 του ν.3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλει τη σύμβαση, για να είναι όμως έγκυρη, και συνακόλουθα να επιφέρει τη λύση της σύμβασης, από την πλευρά του εργοδότη, πρέπει να είναι έγγραφη και να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως.

Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 663 του ΑΚ, 3 παρ. 1β΄ του β.δ. 16-7-1920, 1 παρ. 2 του α.ν. 539/1945, άρθρου μόνου εδ. γ΄ του β.δ. 376/1971, 2 παρ.1 δ΄ του β.δ. 748/1966, 43 του ν.1836/1989 και 1 παρ.1 του ν.1876/1990 προκύπτει ότι οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τις υπηρεσίες τους, οι οποίες αφορούν κατά κύριο λόγο τις οικιακές του ανάγκες αλλά και την προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί λόγω ηλικίας ή ασθενείας να επιμεληθεί του εαυτού του, ως οικόσιτοι δε οικιακοί μισθωτοί χαρακτηρίζονται εκείνοι που διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη.

Στους οικιακούς μισθωτούς έχουν επεκταθεί, με τo άρθρο 43 του ν.1836/1989, οι διατάξεις για την αποζημίωση απολύσεως και επομένως η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους είναι έγκυρη με τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, ήτοι εφόσον είναι έγγραφη και καταβληθεί η οφειλόμενη σχετική αποζημίωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, η οποία συνήφθη στην Ερμιόνη Αργολίδος το έτος 1985, ο ενάγων προσλήφθηκε από τον πατέρα του εναγομένου Χ2 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως φύλακας στο αγρόκτημά του, εκτάσεως 15 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση " .... " της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ερμιόνης.

Παράλληλα είχε και τη φροντίδα του κτήματος, επιβλέποντας αυτό στην καλλιέργεια, στον ραντισμό και τη λίπανση των δένδρων του και στην τοποθέτηση νέων δένδρων, σε αντικατάσταση των παλαιών. Ο μηνιαίος μισθός του καθορίστηκε στο ποσό των 15.000 δραχμών και από το έτος 1994 στο ποσό των 80.000 δραχμών. Στις 26-7-1999 απεβίωσε ο Χ2 , ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ....

και από τα τέκνα του, .... , Χ1 (εναγόμενο) και ... , κατά ποσοστό 3/12 από τον καθένα. Έτσι η εργασιακή σχέση δεν λύθηκε, αλλά συνεχίστηκε από τους κληρονόμους του αρχικού εργοδότη, οι οποίοι συνέχισαν να αποδέχονται τις υπηρεσίες του ενάγοντος μετά τον θάνατο του πατέρα τους, αφού τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είχαν αποβλέψει στο πρόσωπο αυτού, λαμβανομένου υπόψη και του αντικειμένου της συμβάσεως εργασίας, που δεν ήταν η προς τον αρχικό εργοδότη παροχή προσωπικών υπηρεσιών από τον ενάγοντα.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 1999, ο εναγόμενος για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων, και με την ιδιότητά τους ως διαδόχων του συζύγου και πατέρα τους, αναγνώρισε την οφειλή του τελευταίου προς τον ενάγοντα για μισθολογικές διαφορές αποδοχών του μέχρι 30-4-1999, συνολικού ύψους 4.500.000 δραχμών και κατέβαλε σ' αυτόν το ανωτέρω χρηματικό ποσό σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ως άνω απαιτήσεων του.

Η επακολουθήσασα όμως καταγγελία της επίδικης σύμβασης από τον εναγόμενο δεν ήταν νόμιμη, αφού έγινε προφορικά -και χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως- και άλλωστε δεν έγινε από όλους τους συγκληρονόμους του αρχικού εργοδότη. Περαιτέρω κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1999 μέχρι και τις 31-10-2002 ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει κανονικά τις υπηρεσίες του προς τους ως άνω κληρονόμους του Χ2 , με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές και συνθήκες, όπως και στον κληρονομούμενο, ο οποίος, από την έναρξη της εργασιακής συμβάσεως, είχε παραχωρήσει στον ενάγοντα τη χρήση μιας αποθήκης που υπήρχε εντός του ανωτέρω αγροκτήματος, για να τοποθετήσει διάφορα αγροτικά εργαλεία και η χρήση αυτή συνεχίστηκε και μετά τον θάνατό του, χωρίς ο εναγόμενος και οι συγκληρονόμοι του να διατυπώσουν καμία επιφύλαξη ή αντίρρηση γι' αυτό.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δεχόμενο εν μέρει τις ένδικες αγωγές, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα -κατά την αναλογία της κληρονομικής μερίδας του- να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο διαφορές αποδοχών του για το χρονικό διάστημα από 1-5-1999 έως 31-10-2002. Με τις κρίσεις του αυτές δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 675 παρ. 2 εδ. 1 του ΑΚ, 5 παρ.3 του ν.3198/1955 και 43 του ν. 1836/1989 και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 (και όχι και 8 και 19 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η επίδικη σύμβαση λύθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του αναιρεσείοντος με την εκ μέρους του τελευταίου καταγγελία της, η οποία ήταν νόμιμη, διότι δεν ήταν αναγκαίο να γίνει εγγράφως και με την καταβολή αποζημιώσεως, αφού ο αναιρεσίβλητος υπαγόταν στο οικιακό (υπηρετικό) προσωπικό και ότι συνακόλουθα δεν οφείλονται αποδοχές για το χρονικό διάστημα από τον χρόνο της καταγγελίας (Ιούνιο 1999) έως 31-10-2002.

Tέλος με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του κύρους της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως και ειδικότερα ότι, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων, αναγνώρισε την προς τον αναιρεσίβλητο οφειλή του αρχικού εργοδότη και του κατέβαλε, για μισθολογικές διαφορές αποδοχών του μέχρι 30-4-1999, το συνολικό ποσό των 4.500.000 δρχ.

δέχθηκε παράλληλα ότι, όταν κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, δεν ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων. Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι αλυσιτελής και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί, αφενός διότι η κρίση του Εφετείου ότι η επίδικη καταγγελία ήταν άκυρη στηρίζεται επαρκώς στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η καταγγελία έγινε προφορικά και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και αφετέρου διότι έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος συνέχισε και μετά τον θάνατο του Χ2 και μέχρι τις 31-10-2002 να προσφέρει κανονικά τις υπηρεσίες του προς τους ως άνω κληρονόμους του, με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές και συνθήκες.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής πράγματα είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση ισχυρισμών ή αιτήσεων ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997 και 11/1996, ΑΠ 1121/1998).

Ισχυρισμός που συνιστά άρνηση της βάσεως της αγωγής είναι και η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται ο ενάγων για τη νομιμοποίηση των διαδίκων (ΑΠ 954/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 (και όχι και 1 και 19 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για έλλειψη της νομιμοποιήσεώς του, ως εκ του ότι δεν ήταν κληρονόμος του πατέρα του στο προαναφερόμενο αγρόκτημα, το οποίο ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα, νομή ή κατοχή του (αλλά ούτε και των λοιπών συγκληρονόμων), αφού ο Χ2 το είχε ήδη μεταβιβάσει κατά το έτος 1990 στη λιβεριανή εταιρία "WALL STREET INVESTMENTS CORPORATION", οι μετοχές της οποίας περιήλθαν στο αλλοδαπό trust "THE LAMBERO ILIOVASILEMA SETTLEMENT TRUST", που συνέστησε αυτός το έτος 1997, προκειμένου να διαχειρίζεται την περιουσία του και το οποίο λειτουργεί έκτοτε.

Προεχόντως από την εκτίμηση του περιεχομένου του λόγου αυτού συνάγεται ότι ουσιαστικός και πραγματικός κύριος του παραπάνω αγροκτήματος παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του ο Χ2 , αφού οι μετοχές της προαναφερόμενης λιβεριανής εταιρίας περιήλθαν σε trust, που συνέστησε ο ίδιος το 1997 για να διαχειρίζεται την περιουσία του, στην οποία επομένως μπορεί να συναχθεί ότι περιλαμβάνεται και το αγρόκτημα αυτό.

Το ίδιο συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί και από το ότι, όπως προεκτέθηκε, ο αναιρεσείων, ενεργώντας για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων, αναγνώρισε την προς τον αναιρεσίβλητο οφειλή του αρχικού εργοδότη και του κατέβαλε, για μισθολογικές διαφορές αποδοχών του μέχρι 30-4-1999, το συνολικό ποσό των 4.500.000 δραχμών.

Ανεξαρτήτως αυτών ο παραπάνω ισχυρισμός (ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως) -τον οποίο πάντως το Εφετείο απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν κληρονόμος του πατέρα του και ότι μετά τον θάνατο αυτού η επίδικη εργασιακή σύμβαση συνεχίστηκε με τον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς συγκληρονόμους- συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της βάσεως της αγωγής και συνεπώς δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως. Τέλος με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), από την ίδια διάταξη, προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και ειδικότερα ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αναγνώριση της προς τον αναιρεσίβλητο οφειλής του αρχικού εργοδότη για μισθολογικές διαφορές αποδοχών του μέχρι 30-4-1999 και η προς αυτόν καταβολή του αντίστοιχου συνολικού ποσού των 4.500.000 δρχ.

έγινε για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας, που συνήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται ποια ήταν η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης και αν αυτή ήταν ουσιώδης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-1-2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 4419/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ