Legislator Case Law & Legislation
1396/2024 AI generated

Appeal dismissed for vagueness; plaintiff failed to state specific facts regarding accident conditions and fault degree.

Case Number 1396/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment on liability for a fatal traffic accident. The plaintiffs argued that the defendant employer caused the accident through exclusive fault, but the appellate court found their appeal vague because it failed to specify the actual circumstances of the accident or the degree of fault. Consequently, the court ruled that without these essential factual premises, the appeal could not be examined on its merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 577, 577, 577, 577, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds raised are vague and fail to state the specific factual premises regarding the circumstances of the event and the degree of fault that are essential for the outcome of the case.

Keywords

AI generated
vague appeal grounds fatal traffic accident degree of fault accident circumstances civil procedure appeal exclusive fault damages for mental suffering

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1396 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1396/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων 1. Λ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Λ. Ο. του Δ., κατοίκου ..., 3.Λ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 4.Λ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 5.Λ. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 6.Λ. Δ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κουκούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "... ΟΤΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Ο.Τ.Α. που εδρεύει στο Αργοστόλι Κεφαλλονιάς και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Κουνινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκε με την 10-3-2020 ανακοίνωση δίκης - προεσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή ανώνυμης εταιρείας που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 456/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22-12-2022 και με αρ. εκθ. καταθ. 75/29-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 456/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του με αυτήν προβαλλομένου μοναδικού λόγου (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 KΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες και άλλοι που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, με την από 13-12-2019 με αριθμό κατάθεσης 138/16-12-2019 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), επικαλούμενοι, ότι η πρώτη εναγομένη, ως εργολάβος και η δεύτερη εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, ως εργοδότης του αναφερομένου έργου, προκάλεσαν από αποκλειστική υπαιτιότητά τους και συγκεκριμένα από συγκλίνουσα αμέλειά τους, συνισταμένη στην υπ' αυτών παράλειψη λήψης των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα, τον θάνατο του συγγενούς τους Η.

Λ., αδελφού των τεσσάρων πρώτων και υιού των πέμπτης και έκτου εξ αυτών, που επήλθε την 16-4-2019 λόγω εργατικού ατυχήματος στις εγκαταστάσεις του χώρου υγειονομικής ταφής απορριμάτων (ΧΥΤΑ) Κεφαλληνίας, υπό τις συνθήκες που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση τους να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Με την με αρ. 8/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η αγωγή αυτή έγινε δεκτή εν μέρει. Με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο, μετ' αποδοχή των σχετικών αντεφέσεων των εναγόντων, έκρινε ότι, ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου Η. Λ. οφειλόταν σε συγκλίνουσα αμέλεια των εναγομένων κατά την εκτέλεση του έργου, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους και τις υποχρέωσε, ως ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα αντιστοίχως επί μέρους χρηματικά ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 135/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 822/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει ν` αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 892/2019).

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 109/2020). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1082/2018).

Περαιτέρω από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ή σε περίπτωση θανάτου της ψυχικής οδύνης που βιώνει η οικογένεια του θανόντος ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ) ή σε περίπτωση θανάτου του η οικογένειά του, η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.

Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης (και σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος), ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1037/2021, AΠ 367/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας (και εκ πλαγίου) παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος των επιδικασθέντων ποσών, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητος και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επεδίκασε σε ένα έκαστο των εξ αυτών πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τετάρτης το ποσό των 20.000 ευρώ και πέμπτης και έκτου το ποσό των 35.000 ευρώ, τα οποία είναι ιδιαιτέρως χαμηλά, δυσανάλογα της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και υφίστανται, υπολείπονται δε καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στον οικείο λόγο, για τη θεμελίωσή του, το κάτωθι απόσπασμα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: "Τέλος, απεδείχθη ότι ο θάνατος του Η.

Λ., ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού του, διένυε το τριακοστό όγδοο (38) έτος της ηλικίας του, ήταν σε καλή κατάσταση υγείας και ένας εργατικός άνθρωπος, ιδίως δε ο βίαιος και αιφνίδιος τρόπος επέλευσης αυτού (θανάτου του), προκάλεσε ψυχική οδύνη, συναισθήματα βαριάς θλίψης και πόνου, διατάραξε τον συναισθηματικό κόσμο και άφησε ανεκπλήρωτο κενό στη χήρα αυτού πρώτη ενάγουσα, τις τρεις (3) ανήλικες θυγατέρες του (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων), στα αδέλφια του (πέμπτο, έκτη, έβδομο και όγδοη των εναγόντων), στους γονείς του (ένατη και δέκατο των εναγόντων), καθώς και στα πεθερικά του (ενδέκατο και δωδέκατο των εναγόντων) κι όχι όπως εσφαλμένα αναφέρθηκαν στην εκκαλουμένη ως αδέλφια της χήρας (κουνιάδος και κουνιάδα, αντιστοίχως) του αποβιώσαντος, δεκτού γινομένου του σχετικού δεύτερου λόγου των δύο αντεφέσεων (βλ.

προσκομιζόμενο από 08-02-2022 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αργοστολιού). Με τα ως άνω πρόσωπα ο θανάσιμα τραυματισθείς συνδεόταν με αισθήματα αγάπης και σεβασμού, αποτελώντας με όλους από κοινού αγαπημένη και δεμένη οικογένεια. Για το λόγο αυτό πρέπει να επιδικασθεί σε όλους τους ενάγοντες εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των ως άνω στοιχείων, των.

εν γένει συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού και της βαρύτητας του προδιαληφθέντος αποκλειστικού πταίσματος του προστηθέντος από την πρώτη εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία ως προς την πρόκληση της ένδικης αδικοπραξίας και την επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος αυτής, την προσωπικότητα του θανόντος ως ατόμου εργατικού και οικογενειάρχη που διά του εισοδήματος του μεριμνούσε για την εξεύρεση των προς το ζην της συζύγου και των ανηλίκων θυγατέρων του, του βαθμού συγγενείας των εναγόντων μαζί του, των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος που βάρυνε τους εναγόμενους της κυρίας αγωγής, καθώς και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών...".

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ένδικου ατυχήματος και ως προς το βαθμό του πταίσματος των υπαίτιων.

Σημειώνεται ότι η επίκληση των παραδοχών αυτών με τις κατατεθείσες την προτεραία της συζήτησης προτάσεις των αναιρεσειόντων δεν θεραπεύει την κατά τα άνω αοριστία της αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-12-2022 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 456/21-10-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη για τη δικαστική της δαπάνη το ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρίσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ