Legislator Case Law & Legislation
1396/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence burden regarding fictitious contract in Greek civil law.

Case Number 1396/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of the appellee's counterclaim. The core dispute involved a contract declared fictitious due to the absence of payment for the property sale, shifting the burden of proof to the appellant. The court ruled that the appellate court correctly applied the burden of proof rules because the alleged non-payment was not a factual element of the original annulment claim but rather a conclusion drawn from it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 138 and 180 of the Civil Code; The burden of proof cannot be established for facts that are not elements of the factual basis of the claim but serve only as arguments, as such facts do not shift the evidentiary weight to the opposing party.

Keywords

AI generated
fictitious contract burden of proof evidentiary weight annulment claim appellate review Greek Civil Code non-payment evidence

Cited Legislation

AI generated
Articles 138 and 180 of the Civil Code
Articles 495 and 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 13 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 614(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1596/2014 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1396 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1396/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Ε., κατοίκου Βούλας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μανιάτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Ν., κατοίκου Βούλας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριέττα Γεωργούλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1148/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/6/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την κρινόμενη από 4-6-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 παρ. 1 ΚΠολΔ 1148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 77/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση, είχε γίνει δεκτή η από 7-6-2016 ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά επισπευδόμενης σε βάρος του από τον αναιρεσείοντα αναγκαστικής εκτέλεσης και είχε ακυρωθεί η από 1-4-2016 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου του 223/15-4-2013 προσυμφώνου αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παπαγεωργίου. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 180 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος είναι προσχηματική, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 2260/2014, ΑΠ 1882/2012, ΑΠ 219/2010).

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας αναγνωρίζεται όπως εξωτερικά έχει τούτο και η απόδειξη στρέφεται κατά του κύρους της πράξης βάσει των ορισμών του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 373/1993) για την εικονικότητα, δε, αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση βούλησης του δικαιοπρακτούντος ή οι δηλώσεις βούλησης των εκατέρωθεν δικαιοπρακτούντων, βαρύνονται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι η δήλωση έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται ή με.

πρόθεση παραγωγής διαφορετικών αποτελεσμάτων από εκείνα της φαινόμενης δικαιοπραξίας. Συνακόλουθα, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο πραγματικά έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου (AΠ 304/2016, AΠ 223/2009, AΠ 1620/2008).

Παρέπεται ότι για το κύρος της σύμβασης δεν ασκούν έννομη επιρροή τα αίτια, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στη σύναψη αυτής, ούτε ο σκοπός στον οποίο απέβλεπαν οι τελευταίοι. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτουν οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων, ο σκοπός και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν την εικονική δικαιοπραξία, εκτός αν υποκρύπτεται άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου, ούτε αυτά αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, ενδεχομένους δε να αποτελέσουν τεκμήρια ή επιχειρήματα τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο, κατά την έρευνα της συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλόμενοι, να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή (AΠ 324/2014, ΑΠ 1153/2011, AΠ 218/2010, ΑΠ 323/2009).

Η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ' εαυτής και εμπεριέχει το ουσιώδες στοιχείο της γνώσης και συμφωνίας όλων των κατά την κατάρτιση της σύμβασης συμβαλλόμενων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 818/2013, ΑΠ 218/2010, ΑΠ 964/2010). Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 382/2009, ΑΠ 74/2006).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην περίπτωση καταχωρημένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμβασης πώλησης ενοχικού χαρακτήρα και εξαιτίας της πώλησης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης του πωλητή και του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την έννοια όχι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είχε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη λόγω της εικονικότητας, δηλαδή λόγω της έλλειψης συναλλακτικής πρόθεσης στα πρόσωπα των μερών, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.

Επομένως κρίσιμα ζητήματα για την κατάφαση της εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου είναι, η εν γνώσει του πωλητή δήλωση βούλησης περί μεταβίβασης της κυριότητας αυτού, να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής της νομικής του κατάστασης, χωρίς όμως να υπάρχει στον δηλούντα η πρόθεση τέτοιας μεταβολής.

αλλά και η γνώση της εικονικότητας από τον αγοραστή και η συμφωνία τους ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες. (ΑΠ 1831/2014. ΑΠ 2088/2013). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 180, 369, 513, 1033 και 1192 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σ' αυτόν η κυριότητα και καταχώρηση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφούν.

Νόμιμη αιτία είναι ο νομικός σκοπός, για τον οποίο μεταβιβάζεται η κυριότητα και ο οποίος αναγνωρίζεται από το νόμο ως λύγος μεταβίβασης. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι και η πώληση, δεδομένου ότι αυτή προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 513 του ΑΚ ως αιτία μεταβίβασης, πλην άλλων, και της κυριότητας πραγμάτων.

Νόμιμη, όμως, αιτία μεταβίβασης της κυριότητας δεν είναι η εξασφάλιση της απαίτησης εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση ή άλλου, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως νόμιμη αιτία μεταβιβαστική κυριότητας και για τον λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενόμενη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ ως αντικείμενη στην από λόγους γενικότερου συμφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 ΑΚ (ΑΠ 365/2015).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η εικονική σύμβαση πώλησης, καθώς και η τυχόν υποκρυπτόμενη σ' αυτή σύμβαση περί μεταβίβασης της κυριότητος ακινήτου προς εξασφάλιση απαίτησης εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση αυτής ή άλλου, είναι άκυρη και δεν μετάγει την κυριότητα του ακινήτου στον εικονικό αγοραστή, έστω και αν γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή (ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 376/1913, ΑΠ 920/2012).

Η προσβολή της δικαιοπραξίας λόγω εικονικότητας των δηλώσεων βούλησης του πωλητή και του αγοραστή του ακινήτου, δεν εμποδίζεται από το ότι οι δηλώσεις αυτές έγιναν ενώπιον συμβολαιογράφου και περιλήφθηκαν σε δημόσιο έγγραφο, καθόσον ο συμβολαιογράφος είναι εντεταλμένος μόνο για να πιστοποιήσει τη δήλωση των συμβαλλομένων όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι για να συμπράξει στη δικαιοπραξία με τη δική του βούληση, ούτε απαιτείται να προσβληθεί προηγουμένως το πωλητήριο συμβόλαιο ως πλαστό, καθόσον η προσβολή ως εικονικής της δικαιοπραξίας πώλησης που καταχωρείται στο περιεχόμενο του συμβολαίου, δεν αποτελεί ανταπόδειξη του περιεχόμενου αυτού, αλλά προσβολή της δήλωσης βούλησης των συμβαλλόμενων μερών (AΠ 1427/2017, ΑΠ 369/2012, ΑΠ 1380/2011, ΑΠ 282/2010).

Τέλος, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεστεί με παραγραφή ή κατ' άλλον τρόπο, ούτε και αν το τίμημα είναι ίσο προς την αντικειμενική αξία του πράγματος (ΑΠ 1517/2009, ΑΠ 483/2005, ΑΠ 1169/2003).

Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο (ΑΠ 1146/2018, ΑΠ 253/2018, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 563/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Π παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε η έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (AΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006.

AΠ 114/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ.223/15-4-2013 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παπαγεωργίου, ο ανακόπτων - εφεσίβλητος δήλωσε ότι έχει στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του, ένα αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 9.133,71 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Μπουρδεκτάκι ή Καϊμένα Λειβάδια ή Αργύρενα" της Δημοτικής Κοινότητας Μυκονίων Κυκλάδων, όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά στο προσύμφωνο.

Με το ως άνω προσύμφωνο, ο ανακόπτων-εφεσίβλητος, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το άνω ακίνητο, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, αιτία πωλήσεως, στον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα. Το συνολικό τίμημα ορίστηκε σε 200.000 ευρώ, το οποίο, ως αναγράφεται στο προσύμφωνο, καταβλήθηκε ολοσχερώς από τον καθού η ανακοπή εκκαλούντα, στον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο, εκτός γραφείου της συμβολαιογράφου, όπως δήλωσαν οι συμβαλλόμενοι και ότι ο ανακόπτων - εφεσίβλητος δεν διατηρεί πλέον ουδεμία αξίωση έναντι του καθού η ανακοπή εκκαλούντα, όσον άφορα το τίμημα της πωλήσεως.

Στο ανωτέρω προσύμφωνο είχαν συνομολογηθεί οι κατωτέρω όροι: Ότι ο ανακόπτων εφεσίβλητος πωλητής παρέδιδε από την υπογραφή του προσύμφωνου τη νομή και κατοχή του αγροτεμαχίου στον καθού η ανακοπή εκκαλούντα αγοραστή. 'Οτι το οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο θα υπογραφόταν οποτεδήποτε μετά την 21-4-2014 και όχι προηγούμενος, σε ημέρα και ώρα που ο καθού η ανακοπή - εκκαλών, αγοραστής θα όριζε, με προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση του τουλάχιστον πέντε ημερών.

Ότι ο ανακόπτων εφεσίβλητος πωλητής υποχρεούται κατά. την ήμερα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου να προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα νια την έγκυρη κατάρτιση του έγγραφα, (φορολογική ενημερότητα τον πωλητών, υπεύθυνες δηλώσεις, πιστοποιητικά του Δήμου περί μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας, κ.λ.π.), σε περίπτωση δε μη προσκομίσεως των ως άνω εγγράφων, δύναται να εκδίδει αυτά ο καθού η ανακοπή - εκκαλών αγοραστής με δαπάνες του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου.

Ότι σε περίπτωση μη προσελεύσεως του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου πωλητή, κατά την ορισθείσα από τον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα αγοραστή, ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να προβεί στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μονομερώς, με αυτοσύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 235 ΑΚ, με εντολή και πληρεξουσιότητα, που του χορήγησε ο ανακόπτων - εφεσίβλητος πωλητής με το προσύμφωνο και μάλιστα ανέκκλητη, αφού δόθηκε για το συμφέρον του πληρεξουσίου αγοραστή και ίσχυε, και για τις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 ΑΚ, και να μεταβιβάσει το ανωτέρω ακίνητο είτε ολόκληρο είτε τμηματικά στον ίδιο (καθού η ανακοπή - εκκαλούντα) ή τον πατέρα του Ε.

Π.. Για την περίπτωση πραγματοποίησης της αυτοσύμβασης, ο πωλητής ανακόπτων - εφεσίβλητος, δήλωσε ότι τη θεωρεί νόμιμη και έγκυρη και ότι έγινε για εκπλήρωση υποχρέωσης του ίδιου, που ανέλαβε με το προσύμφωνο, δεν εμποδίζει όμως, η αυτοσύμβαση αυτή τον αγοραστή καθού - η ανακοπή - εκκαλούντα να ζητήσει την εκτέλεση της οριστικής σύμβασης.

Ότι σε περίπτωση μεταμέλειας ή νομικής αδυναμίας ή αθέτησης της πώλησης και της μεταβίβασης του ακινήτου από οιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών, εκείνο που επιθυμεί την εκτέλεση του προσυμφώνου, είχε δικαίωμα να υπογράψει πράξη μη εμφάνισης του αντισυμβαλλομένου κατά την κατά τα ως άνω ορισθείσα ημέρα και ώρα, να θεωρήσει ότι η σύμβαση ματαιώθηκε με υπαιτιότητα του άλλου και να ζητήσει για το καταβληθέν ποσό την εφαρμογή των διατάξεων περί αρραβώνα, ότι δηλαδή σε περίπτωση που ματαιωθεί η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου με υπαιτιότητα του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου πωλητή, αυτός υποχρεούται να επιστρέφει στον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα αγοραστή τον δοθέντα αρραβώνα - τίμημα των 200.000 ευρώ εις διπλούν και σε περίπτωση που ματαιωθεί η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου από υπαιτιότητα του αγοραστή καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, αυτός απόλλυται το ποσό των 200.000 ευρώ που ήδη κατέβαλε ως τίμημα.

Ειδικά για την περίπτωση που η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ματαιωθεί νια το λόγο ότι ο ανακόπτων - εφεσίβλητος πωλητής δεν προσκομίζει αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο απαραίτητο για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, είτε διότι ο αγοραστής καθού η ανακοπή - εκκαλών, ενεργώντας ως πληρεξούσιος του πωλητή ανακόπτοντα - εφεσίβλητου, ακόμη και κατά τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ, αδυνατεί από υπαιτιότητα του πωλητή ανακόπτοντα - εφεσίβλητου στην έκδοση των απαιτουμένων εγγράφων, ο αγοραστής καθού η ανακοπή - εκκαλών, αφού υπογράψει συμβολαιογραφική πράξη με την οποία βεβαιώνεται το γεγονός αυτό, δικαιούται να θεωρήσει τη σύμβαση πώλησης ματαιουμένη με υπαιτιότητα του πωλητή ανακόπτοντα - εφεσίβλητου, οπότε και ο τελευταίος υποχρεούται, επιπλέον του τιμήματος πώλησης - αρραβώνα των 200.000 ευρώ, να καταβάλει στον αγοραστή καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, ως ποινική ρήτρα το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ως εύλογη και αληθινή και ο τελευταίος δικαιούται να εισπράξει το ποσό αυτό της ποινικής ρήτρας με εκτέλεση του προσυμφώνου, που κηρύσσεται από τους συμβαλλομένους τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος.

Επίσης, στο ως άνω προσύμφωνο αναγράφεται ότι ο εκ τρίτου συμβαλλόμενος Ν. Δ. του Ν., ήτοι ο υιός του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου, δήλωσε, ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου αυτού. Μεταξύ δε του ως άνω υιού του ανακόπτοντα-εφεσίβλητου και του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα καταρτίστηκε την ίδια ημερομηνία με την κατάρτιση του επιδίκου προσυμφώνου (15-4-2013) και ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ο ως άνω υιός του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου, δήλωσε ότι, σε περίπτωση μη τήρησης των όρων και των συμφωνιών που αναφέρονται στο ανωτέρω προσύμφωνο, ο ίδιος αναλαμβάνει την υποχρέωση εις ολόκληρον ως εγγυητής της προσυμφωνηθείσας μεταβίβασης του ακινήτου, να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό που απορρέει από τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων (αρραβώνας, ποινικές ρήτρες, κ.λ.π.), παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως έναντι του πρωτοφειλέτη πατέρα του, ανακόπτοντα - εφεσιβλήτου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο καθού η ανακοπή · εκκαλών, επέδωσε στον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο στις 17-5-2016 (βλ. την υπ' αριθμ. 53464Β/17-5-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Τ.), την από 12-5-2016 εξώδικη όχληση δήλωση - διαμαρτυρία πρόσκληση, με την οποία, αφού ανέφερε τους σχετικούς προαναφερθέντες όρους του υπ' αριθμ. 223/2013 προσυμφώνου, καλούσε τον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο, να παρευρεθεί στο συμβολαιογραφικό γραφείο της συμβολαιογράφου Αγγελικής Παπαγεωργίου, στις 30-5-2016, ημέρα Δεύτερα και ώρα 5.00 μ.μ.

προκείμενου, να προβούν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πωλήσεως του ανωτέρου ακινήτου. Ο ανακόπτων - εφεσίβλητος, με την από 23-5-2016 εξώδικη απάντηση - δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία με επιφύλαξη που επιδόθηκε στον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα στις 26-5-2016 (βλ. την υπ' αριθμ. 1594ΣΤ/26-5-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Δ.

Χ.), αφού ανέφερε, εκτός άλλων, ότι το υπ' αριθμ. 223/2013 προσύμφωνο αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου, είναι εικονικό, για το λόγο ότι καταρτίστηκε εν γνώσει των συμβαλλομένων μερών - ουχί σπουδαίως, αλλά κατά το φαινόμενο μόνο και χωρίς αληθή πρόθεση αυτών όπως ο ανακόπτων - εφεσίβλητος πωλητής αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα στον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα αγοραστή το περιγραφόμενο στο προσύμφωνο ακίνητο, αλλά προκείμενου να εξασφαλιστούν οι απαιτήσεις του πατέρα του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα Ε.

Π., ποσού 200.000 ευρώ, που απορρέουν από τη χορήγηση δανείων με συνομολογηθέντες υπέρογκους τόκους, τα οποία ο ανακόπτων - εφεσίβλητος αναγκάστηκε να λάβει λόγω της εξαιρετικά δυσχερούς οικονομικής του κατάστασης, γεγονός που και ο καθού η ανακοπή - εκκαλών γνώριζε, δήλωσε ότι δεν θα προσέλθει στις 30-5-2016 για την κατάρτιση του φερόμενου ως οριστικού συμβολαίου και κάλεσε τον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα και τον πατέρα του να έλθουν σε συνεννόηση μαζί του για την διευθέτηση όλων των διαφορών τους, το εν λόγω δε εξώδικο έγγραφο, ο ανακόπτων - εφεσίβλητος επέδωσε και στον προαναφερθέντα πατέρα του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, Ε.

Π. και τη συμβολαιογράφο Αγγελική Παπαγεωργίου (βλ. τις υπ'αριθμ. 1595ΣΤ/26-5-2016 και 1463Ζ/27-5-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Δ. Χ. και του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Γ. και του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Γ. αντίστοιχα). Στη συνέχεια στις 30-5-2016 και αφού παρήλθε η ορισθείσα, με την προαναφερθείσα από 12-5-2016 εξώδικη δήλωση του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα ώρα (5.00 μ.μ.) ο καθού η ανακοπή - εκκαλών, προέβη, ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παπαγεωργίου, στο γραφείο της οποίας είχε κληθεί ο ανακόπτων - εφεσίβλητος στη σύνταξη της υπ'αριθμ. 768/30-5-2016 πράξης μη εμφάνισης του ανακόπτοντα - εφεσιβλήτου, στην οποία βεβαιώθηκε ότι ο τελευταίος δεν προσήλθε για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου με τον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. 223/2013 προσυμφώνου.

Κατόπιν τούτων, ο καθού η ανακοπή · εκκαλών, στις 3-6-2016, επέδωσε στον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο την προσβαλλόμενη από 1-6-2016 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου του υπ' αριθμ. 223/2013 προσυμφώνου της ανωτέρω συμβολαιογράφου Αθηνών, με την οποία επέτασσε τον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 450.206 ευρώ και ειδικότερα, το ποσό των 200.000 ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα της αγοράς του αναφερόμενου στο προσύμφωνο ακινήτου, το ποσό των 200.000 ευρώ ως συνομολογηθέντα με αυτό (προσύμφωνο) αρραβώνα, το ποσό των 50.000 ευρώ ως συνομολογηθείσα (ομοίως με το προσύμφωνο) ποινική ρήτρα, το ποσό των 99 ευρώ για έκδοση απογράφου, το ποσό των 50 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής και το ποσό των 57 ευρώ για την επίδοση αυτής, παράλληλα δε με την ως άνω προσβαλλόμενη επιταγή του συγκοινοποίησε και την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 768/30-5-2016 πράξης μη εμφάνισης της ως άνω συμβολαιογράφου.

Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης ανακοπής, ο ανακόπτων εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη από 1-6-2016 επιταγή του πρώτου εκτελεστού απογράφου του ως άνω υπ' αριθμ. 223/2013 προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου, είναι εικονικό, για το λόγο ότι οι συμβαλλόμενοι σ'αυτό (ανακόπτων - εφεσίβλητος και καθού η ανακοπή - εκκαλών), δεν απέβλεψαν στη σύναψη της προαναφερθείσας υποσχετικής σύμβασης για τη μεταβίβαση του περιγραφόμενου στο προσύμφωνο ακινήτου, κυριότητας του ανακόπτοντα - εφεσιβλητου, αλλά στην εξασφάλιση των απαιτήσεων του πατέρα του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα Ε.

Π., που απορρέουν από τη χορήγηση δανείων με συνομολογηθέντες υπέρογκους τόκους, τα οποία ο ανακόπτων - εφεσίβλητος αναγκάστηκε να λάβει λόγω της εξαιρετικά δυσχερούς οικονομικής του κατάστασης, αυτή δε η υποκρυπτόμενη δικαιοπραξία είναι άκυρη ως απαγορευμένη από το νόμο. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε, ότι ο ανακόπτων - εφεσίβλητος ο οποίος δραστηριοποιείται από ετών στην ανέγερση οικοδομών και την πώληση διαμερισμάτων, κατά το έτος 2012 βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση εξαιτίας της κάθετης πτώσης στις αγοραπωλησίες ακινήτων, που οφείλεται στην υπάρχουσα οικονομική κρίση στην ημεδαπή και απευθύνθηκε στον πατέρα του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, Ε.

Π., ο οποίος δραστηριοποιείται, επίσης από ετών, σε κτηματομεσιτικές εργασίες και τον οποίο ο ανακόπτων - εφεσίβλητος γνώριζε, προκειμένου να του δανείσει το ποσό των 200.000 ευρώ. Έτσι ο πατέρας του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, συμφώνησε να καταβάλει στον ανακύπτοντα - εφεσίβλητο, το ως άνω ποσό ως δάνειο, κατόπιν δε συμφωνίας του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου και του Ε.

Π., προς εξόφληση του ως άνω ποσού του δανείου, καταρτίστηκε το υπ' αριθμ. 209/21-2-2013 συμβόλαιο δωρεάς αγροτικών ακίνητων, συνολικής αξίας 67.475,84 ευρώ της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παπαγεωργίου, δυνάμει του οποίου η σύζυγος του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου, Χ. - Π. Δ., δώρισε με δωρεά εν ζωή και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα τα περιγραφόμενα στο συμβόλαιο αυτό δύο αγροτεμάχια.

Ωστόσο, η οικονομική κατάσταση του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου, συνέχισε να είναι δύσκολη, και για το λόγο αυτό την άνοιξη του έτους 2013, απευθύνθηκε εκ νέου στον πατέρα του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα για τη χορήγηση νέου δανείου, ποσού 200.000 ευρώ. Ο τελευταίος, συμφώνησε και πάλι να του καταβάλει το ποσό αυτό ως δάνειο, για το οποίο δε συντάχθηκε έγγραφο συμφωνητικό ή απόδειξη, αλλά προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιστροφή του, ο ανακόπτων - εφεσίβλητος και ο Ε.

Π., συμφώνησαν να προβούν στη σύνταξη του υπ'αριθμ. 223/15-4-2013 προσυμφώνου της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, εν γνώσει του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, υιού του ανωτέρω δανειστή, ο οποίος και δέχθηκε να συμβληθεί ο ίδιος ως φερόμενος αγοραστής κατά την υπογραφή του προσυμφώνου. Η κατάρτιση του εν λόγω προσυμφώνου έλαβε χώρα καθ'υπόδειξη του πατέρα του καθού - η ανακοπή - εκκαλούντα, σε πλήρη γνώση του τελευταίου ότι τούτο αποτελούσε μέσο εξασφάλισης της ως άνω απαιτήσεως του πατέρα του έναντι του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου.

Στην κρίση αυτή το Δικατήριο οδηγείται από τις συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκε το εν λόγω προσύμφωνο.

Ειδικότερα, το αναφερόμενο στο προσύμφωνο ως καταβληθέν, εκτός της παρουσίας της συμβολαιογράφου, ποσό των 200.000 ευρώ, ο καθού η ανακοπή εκκαλών δεν επικαλείται ούτε προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει πως εκταμιεύτηκε το ως άνω ποσό, αλλά ούτε και κάποια απόδειξη από την οποίο να προκύπτει η καταβολή του ως άνω ποσού στον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο, λαμβανομένου υπόψη ότι για την καταβολή ενός τέτοιου ύψους ποσού (200.000) ευρώ.

κατά τις επικρατούσες στις συναλλαγές συνήθειες, συντάσσεται απόδειξη. Εξάλλου, δεν δικαιολογείται γιατί, ενώ ως χρόνος υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, σύμφωνα με το ως άνω προσύμφωνο είχε οριστεί μετά την 21-4-2014, ο καθού η ανακοπή εκκαλών επί δύο και πλέον έτη, δεν είχε καλέσει τον ανακόπτοντα εφεσίβλητο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, αλλά τον κάλεσε, όπως προαναφέρθηκε, στις 30-5-2016.

Περαιτέρω, με την από 18-2-2015, δήλωση αναγνώρισης χρέους, στην οποία ο ανακόπτων - εφεσίβλητος δηλώνει ότι έχει λάβει από τον Ε. Π. το ποσό των 350.000 ευρώ από το έτος 2013, ότι η ενέργεια αυτή έγινε για να διευκολυνθεί ο ίδιος χωρίς κανένα όφελος του πατέρα του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, ότι για το λόγο αυτό ο ανακόπτων - εφεσίβλητος, εκφράζει τις ευχαριστίες του, ότι η οφειλή του αυτή έχει ήδη τακτοποιηθεί και ότι υπόσχεται στον Ε.

Π., τη σύζυγο του Παρθενόπη Περγάλια και τον υιό αυτού, ήδη καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, ότι θα επιστρέψει την οφειλή του έως τις 31-5-2015, μετά δε την ημερομηνία αυτή το ποσό θα είναι εντόκως, ότι σε περίπτωση που έως τότε δεν έχει εξοφλήσει, ο Ε. Π. ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του μπορεί να προβεί σε δέσμευση όποιου ακινήτου επιθυμεί και κρίνει ότι με τον τρόπο αυτό καλύπτεται η οφειλή του ανακόπτοντος - εφεσίβλητου στο διπλάσιο και ότι για όλα τα προαναφερθέντα έχουν λάβει γνώση τα μέλη της οικογένειας του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου, και δη η σύζυγός αυτού Χ. - Π.

Δ., οι υιοί του Ν. Δ. και Μ. Δ. και ο Γ. Β., υιός της συζύγου του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου, οι οποίοι επίσης αναγνωρίζουν το χρέος του τελευταίου, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον για την αποπληρωμή του, ενώ όλοι οι προαναφερθέντες υπέγραφαν την ως άνω από 18-2-2015 δήλωση. Από την τελευταία αυτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητείται, προκύπτει ότι ο ως άνω πατέρας του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, δάνειζε τον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο διάφορα χρηματικά ποσά και ότι για την εξασφάλιση των δανείων αυτών, ο τελευταίος έθετε στη διάθεση του πρώτου, ακίνητα του ιδίου ή της συζύγου του, γεγονός το οποίο ο καθού η ανακοπή εκκαλών γνώριζε.

Η ανωτέρω κρίση δεν μπορεί να ανατραπεί, από το γεγονός ότι ο ανακόπτων - εφεσίβλητος με το υπ' αριθμ. 480/6-4-2015 πληρεξούσιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, χορήγησε στον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει προς οποιονδήποτε, αντί οποιουδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε ορούς και συμφωνίες εγκρίνει ο τελευταίος, το αναφερόμενο στο υπ' αριθμ. 223/2013 ως άνω προσύμφωνο, το οποίο (πληρεξούσιο) επιμαρτυρεί, ότι το ως άνω προσύμφωνο ήταν πράγματι εικονικό, άλλως δεν εξηγείται για ποιο λόγο να χορηγήσει ο ανακόπτων - εφεσίβλητος το ως άνω πληρεξούσιο στον καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, ενώ ο τελευταίος, σύμφωνα με τους όρους του ως άνω προσυμφώνου, θα μπορούσε να προβεί με αυτοσύμβαση στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, και να μεταβιβάσει το εν λόγο ακίνητο σε οποιονδήποτε.

Ο ισχυρισμός του καθού η ανακοπή - εκκαλούντα, ότι εάν ο ως άνω πατέρας του ήθελε να προβεί σε εξασφάλιση των απαιτήσεων που είχε σε βάρος του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου από τη χορήγηση δανείων, θα προέβαινε σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των ακινήτων του τελευταίου, δεν ασκεί επιρροή γιατί τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να προέκριναν ως πλέον συμφέρουσα γι' αυτά την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης προσυμφώνου, απ' αυτήν της προσημείωσης υποθήκης, η οποία και πλέον δαπανηρή και χρονοβόρος είναι και η ικανοποίηση της απαίτησης που εξασφαλίζεται με αυτή γίνεται με προδιαγραφόμενο από το νόμο τρόπο.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η πρόθεση του ανακόπτοντα - εφεσίβλητου ήταν να πωλεί τα ακίνητά του και από το τίμημα που θα εισέπραττε από την πώληση αυτών να προβαίνει στην εξόφληση των δανείων που του χορηγούσε ο ως άνω πατέρας του καθού η ανακοπή εκκαλούντα. Επειδή όμως, λόγω της αδυναμίας του να προβεί στην πώληση των ακινήτων του εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, έθετε στη διάθεση του ως άνω δανειστή του πατέρα του καθού η ανακοπή εκκαλούντα ακίνητά του, προς εξασφάλιση των δανείων.

Ειδικότερα ο ανακόπτων με το υπ' αριθμ. 7885/5-5-2015 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μανούσου Μπολιώτη, μεταβίβασε σε τρίτο ακίνητό του, που βρίσκεται στη Μύκονο αντί αναγραφομένου στο ως άνω συμβόλαιο τιμήματος 200.000 ευρώ, προκείμενου να προβεί στην εξόφληση των ως άνω δανείων του. Επίσης ο ανακόπτων - εφεσίβλητος για τον ίδιο λόγο με το και 1558/4-8-2015 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μυκόνου Αντιγόνης Πέρρου μεταβίβασε σε τρίτους το ακίνητο που αναφέρεται στο ως άνω άνω, υπ' αριθμ. 223/2013 προσύμφωνο, αντί αναγραφομένου στο ως άνω συμβόλαιο τιμήματος 160.000 ευρώ.

Ενόψει των προεκτεθέντων, αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ. 223/2013 προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παπαγεωργίου, δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, δηλαδή ήταν εικονικό, πράγμα που γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι ανακόπτων-εφεσίβλητος και ο καθού η ανακοπή-εκκαλών, κατά την κατάρτιση του.

Ειδικότερα η πραγματική βούληση των ανωτέρω συμβαλλομένων ήταν να εξασφαλιστεί η ως άνω απαίτηση του πατέρα του καθού η ανακοπή-εκκαλούντα, δηλαδή το ποσό των 200.000 ευρώ που είχε καταβάλει στον ανακόπτοντα-εφεσίβλητο ως δάνειο και όχι να μεταβιβαστεί το αναφερόμενο στο ως άνω προσύμφωνο ακίνητο του καθού η ανακοπή εκκαλούντα.

Έτσι το προσύμφωνο, ως εικονικό, αναφορικά με τη φερομένη αιτία μεταβιβάσεως της κυριότητος, ήτοι αυτή της πωλήσεως, είναι σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας σκέψη που εκτίθεται, άκυρο". Υπό τα παρατιθέμενα ανωτέρω ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι ο τέταρτος λόγος της ανακοπής του αναιρεσίβλητου για την ακυρότητα της αρξάμενης αναγκαστικής σε βάρος του εκτέλεσης και συγκεκριμένα ακυρότητας της επιδοθείσας σ' αυτόν από 1-6-2016 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου του υπ' αριθμ. 223/15-4-2013 προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παπαγεωργίου, συνεπεία ακυρότητας του προσυμφώνου αυτού λόγω εικονικότητάς του, είναι βάσιμος και με την κρίση αυτή απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 77/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε ακυρώσει την άνω επιταγή προς εκτέλεση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 και 180 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά υπήγαγε σ' αυτές τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, σε σχέση με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου για ακυρότητα της επισπευδόμενης σε βάρος του από τον αναιρεσείοντα αναγκαστικής εκτέλεσης, λόγω ακυρότητας του εκτελεστού τίτλου, ήτοι του 223/15-4-2013 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πώλησης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παπαγεωργίου συνεπεία εικονικότητας αυτού, δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων δικαιοπραξία περί προσύμβασης πώλησης του εν λόγω ακινήτου, την οποία αφορά ο άνω λόγος της ανακοπής και για την οποία συντάχθηκε το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, είναι εικονική γιατί δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν σπουδαία συναλλακτική πρόθεση πώλησης του ακινήτου και μεταβίβασης της κυριότητας αυτού στον αναιρεσείοντα, αλλά ότι οι εικονικές δηλώσεις βούλησης έγιναν με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση της απόδοσης από τον αναιρεσίβλητο του ληφθέντος από τον πατέρα του Φερόμενου αγοραστή αναιρεσείοντος δανείου ποσού 200.000 ευρώ, καθώς και ότι προσχηματικά αναγράφεται στο προσύμφωνο συμφωνία για πώληση και για καταβολή τιμήματος εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου.

Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά έκρινε ότι η προσύμβαση αυτή είναι λόγω της εικονικότητας άκυρη ως προσύμβαση πώλησης ακινήτου ως προς όλους τους ορούς της. Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής;

περίπτωσης στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 138 και 180 ΑΚ καθόσον αυτές δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Επομένως, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη με τον άνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Δεν εκτίθενται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στοιχεία για κατάρτιση της δικαιοπραξίας αυτής με παρένθετο πρόσωπο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι δεν δέχεται το Εφετείο ότι τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας θα επέρχονταν αμέσως ή εμμέσως στο πρόσωπο τρίτου και συγκεκριμένα του δανειστή πατέρα του αναιρεσείοντος, αλλά ότι η μεταβίβαση της κυριότητας αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της επιστροφής του δανεισθέντος χρηματικού ποσού.

Εξάλλου, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ, δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται αν κατά τη συμφωνία των συμβληθέντων το προσύμφωνο θα ίσχυε με πραγματικό αγοραστή τον πατέρα του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι το Εφετείο δεν δέχεται ότι τα μέρη είχαν τέτοια συμφωνία περί μεταβιβάσεις στην πραγματικότητα του ακινήτου στο δανειστή του αναιρεσίβλητου, ούτε άλλωστε, τίθεται ζήτημα εγκυρότητας καλυπτόμενης κάτω από την εικονική δικαιοπραξία σύμβασης.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα οποία είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της (ΟλΑΠ 1/1999), πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.ΑΠ 24/1992, AΠ 34/2016).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

II έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011). Με το δεύτερο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων κατ' επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την καταβολή ή μη στον πωλητή αναιρεσίβλητο του προβλεπόμενου κατά το προσύμφωνο ποσού τιμήματος των 200.000 ευρώ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι ενώ αρχικά ορίζεται στις παραδοχές της απόφασής του ότι "το συνολικό τίμημα ορίστηκε στο ποσό των 200.000 ευρώ το οποίο - ως αναγράφεται στο προσύμφωνο καταβλήθηκε ολοσχερώς από τον καθ' ου η ανακοπή εκτός γραφείου της συμβολαιογράφου, όπως δήλωσαν οι συμβαλλόμενοι και ότι ο ανακόπτων δεν διατηρεί πλέον ουδεμία αξίωση έναντι του καθ' ου η ανακοπή όσον αφορά το τίμημα της πωλήσεως στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι "το αναφερόμενο στο προσύμφωνο ως καταβληθέν, εκτός της παρουσίας της συμβολαιογράφου ποσό των 200.00 ευρώ, ο καθ' ου η ανακοπή-εκκαλών δεν επικαλείται ούτε προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει πως εκταμιεύτηκε το ως άνω ποσό, αλλά ούτε και κάποια απόδειξη από την οποία να προκύπτει η καταβολή του ως άνω ποσού στον ανακόπτοντα".

Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος καθόσον η μομφή διατυπώνεται για αντιφατικές αιτιολογίες όχι σε "ζήτημα", κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η καταβολή ή μη του συμφωνηθέντος στην προσύμβαση τιμήματος για την πώληση του ακινήτου, δεν αποτελεί ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή που τείνει στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, αλλά για αντιφατικές αιτιολογίες σε επιχείρημα που συνάγει το Εφετείο για το σχηματισμό του πορίσματος του σχετικά με το ζήτημα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας όχι στα σοβαρά αλλά φαινομενικά.

Η αιτίαση, όμως, αυτή που αφορά σε επιχείρημα του Εφετείου, το οποίο δεν συνιστά παραδοχή με βάση την οποία, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, δεν μπορεί να ιδρύσει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως οι ουσιαστικές παραδοχές αυτής εκτίθενται ανωτέρω κατά την εξέταση του προηγηθέντος αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα που φέρεται να συμφωνείται με το προσύμφωνο, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή αιτιολογίες.

Όσα διαλαμβάνει ο αναιρεσείων στον αναιρετικό λόγο ως αποτελούντα την πρώτη αιτιολογία της απόφασης περί καταβολής του τιμήματος, αποτελούν παράθεση από το Εφετείο του περιεχόμενου του προσυμφώνου, δηλαδή, μεταξύ άλλων, ότι με το προσύμφωνο ο αναιρεσίβλητος αναλαμβάνει την υποχρέωση μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου αντί τιμήματος 200.000 ευρώ και ότι "αναγράφεται στο προσύμφωνο ότι το συμφωνηθέν τίμημα καταβλήθηκε ολοσχερώς από τον ανακόπτοντα (ήτοι τον αγοραστή αναιρεσείοντα) εκτός γραφείου της συμβολαιογράφου, όπως δήλωσαν οι συμβαλλόμενοι", χωρίς παραδοχή της απόφασης ότι το αναγραφόμενο περιστατικό της εκτός γραφείου καταβολής του τιμήματος είναι αληθές, ώστε να υπάρχει αντίφαση με την παραδοχή ότι το τίμημα δεν καταβλήθηκε, να αλληλοαναιρούνται οι δύο παραδοχές και συνεπεία αυτού να μη μπορεί να ελεγχθεί αν συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ που εφαρμόστηκε.

Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση (ΑΠ 1270/2013).

Εξάλλου, αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή εκείνα που αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και τάσσονται από αυτόν ως προϋπόθεση για την επέλευση της έννομης συνέπειας, εφόσον βεβαίως αμφισβητούνται από τον αντίδικο.

Αντίθετα δεν αποτελούν πραγματικά γεγονότα και δεν καθίστανται αντικείμενο απόδειξης, εκτός των άλλων, τα γεγονότα που θεμελιώνουν απλώς επιχειρήματα ή αποτελούν άρνηση ισχυρισμού του αντιδίκου. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 του ν. 2915/2001). Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή τον θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας (AΠ 233/2011, ΑΠ 1254/2010).

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, κατά την ανωτέρω έννοια αυτού, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 85/2018, AΠ 946/2015, ΑΠ 367/2011).

Συνεπώς, από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης, συντρέχει, όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά το νόμο (άρθρο 338 ΚΠολΔ) αυτός δεν το έφερε, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων (ΑΠ 140/2006, ΑΠ 567/1984) ή, ανάλογα, παρά την έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων να γίνει σε βάρος του δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, αν και θα έπρεπε η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αποδείξεων να οδηγήσουν στην παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ή στην απόρριψη του ισχυρισμού του αντιδίκου του, με επίρριψη έτσι ορθά στον τελευταίο του βάρους της απόδειξης (ΑΠ 1596/2014).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι για τα γεγονότα τα οποία δεν αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου, αλλά από τα οποία το δικαστήριο συνάγει συμπεράσματα ή επιχειρήματα και για τα οποία δεν τάσσεται απόδειξη σε βάρος κάποιου διαδίκου, δεν μπορεί να θεμελιωθεί από την κρίση του δικαστηρίου για την απόδειξη ή μη αυτών, ο υπό εξέταση αναιρετικός λόγος για εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης.

Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση παράβασης του αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, μολονότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων είχε την υποχρέωση να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής του περί της εικονικότητας του επίδικου προσυμφώνου, μεταξύ των οποίων και ότι δεν καταβλήθηκε τίμημα για την αγορά του ακινήτου το οποίο κατά τη σύμβαση συμφωνήθηκε να μεταβιβάσει ο αναιρεσίβλητος στον αναιρεσείοντα, παραβίασε τους κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης και δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων αγοραστής είχε υποχρέωση να αποδείξει ότι κατέβαλε τίμημα για την αγορά και, συνεπώς, αφού δεν επικαλείται ούτε προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η καταβολή τιμήματος, δέχθηκε ότι τούτο δεν καταβλήθηκε και εντεύθεν την εικονικότητα της σύμβασης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον αφορά στην απόδειξη γεγονότος από το οποίο αντλείται από το Δικαστήριο της ουσίας επιχείρημα για το ότι η σύμβαση αυτή έγινε μόνο φαινομενικά, χωρίς πραγματική βούληση των συμβληθέντων για ανάληψη υποχρεώσεων από αυτήν και δεν πρόκειται για πραγματικό γεγονός το οποίο αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης του λόγου της ανακοπής περί ακυρότητας της επίδικης προσύμβασης λόγω εικονικότητάς της, ώστε να φέρει ο αναιρεσίβλητος-ανακόπτων το βάρος απόδειξής του και να ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλόμενη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτίαση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176. 183. 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2018 αίτηση του Β. Π. του Ε., για αναίρεση της 1148/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ