Supreme Court allows appeal against manslaughter negligence verdict due to lack of specific reasoning and misapplication of safety duty laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeals filed by two defendants convicted of manslaughter by negligence, ordering a retrial before a new panel of judges. The court found the lower court's decision lacked specific reasoning regarding the first defendant's failure to exercise required care and incorrectly assigned safety obligations to the second defendant as a technical advisor rather than the employer. Consequently, the Court ruled that the original judgment must be quashed and the case remitted for a new hearing to address these substantive legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: Appeals based on lack of specific reasoning and erroneous application of substantive criminal provisions regarding negligence and safety duties must be granted if the lower court fails to substantiate the conviction or misidentifies the responsible party for safety measures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1396 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1396/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Σ. Ε. του Χ., κατοίκου ... και 2. Μ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 811/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την E. K. του I., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις 12.6.2020 και 23.6.2020 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 735/2020.
Αφού άκουσε
Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αιτήσεις α) από 12-6-2020 του Σ. Ε. και β) από 23- 6-2020 του Μ. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 811/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών ο καθένας, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 , 474 ΚΠΔ με υπολογισμό της αναστολής των προθεσμιών σύμφωνα με το άρθρο 75 του Ν. 4690/2020 και των Κ.Υ.Λ που εκδόθηκαν σχετικά ) και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του καταργηθέντος ΓΙ Κ, υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, " Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 Γ1Κ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων οι οποίες δεν τροποποιήθηκαν με το νέο Π.Κ. που ισχύει από1/7/2019 προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και ακόμη να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η παράλειψη, που αποτελεί την αρνητική εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς με την οποία μπορεί να τελεσθεί η ανθρωποκτονία από αμέλεια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση των παραπάνω εγκλημάτων ως εγκλημάτων που τελούνται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ.
Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως και η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ 799/2019).
Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο της συνδρομής (συγκλίνουσας) αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα κατά τα λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή κατά την κοινή αντίληψη είναι εκείνη που από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα.
Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση που αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 1041/2019, ΑΓΙ 318/2017).
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 3850/2010 "Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", ορίζονται μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: "Ο παρών κώδικας έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία" (άρθρο 1 εδ. α'). "Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα" (άρθρο 2 παρ. 1). "Για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται ως: α)....β) εργοδότης: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση" (άρθρο 3 παρ. 1 περ. β'). "1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων
5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων" (άρθρο 42 παρ. 1 και 5).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του αυτού νόμου 3850/2010 "επιχειρήσεις που απασχολούν 50 και άνω εργαζομένους, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, σύμφωνα με το κεφάλαιο Β' του παρόντος". Κατά δε το άρθρο 14 "Συμβουλευτικές αρμοδιότητες του τεχνικού ασφάλειας 1.
Ο τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδομετρείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας.
Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο. 2. Ειδικότερα ο τεχνικός ασφάλειας: α) συμβουλεύει σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων..., β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης και κατά το άρθρο 15 "1.
Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους,., β) ..
γ)...δ) ... 2. Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους, β) να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας. 3. ... 4...5...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να εξασφαλίσει τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, προσδιορίζει επακριβώς το πλαίσιο ενέργειας του τεχνικού ασφάλειας, ο οποίος ως επιστήμονας και εξειδικευμένος στους τόπους παροχής εργασίας έχει υποχρέωση να ελέγχει τυχόν ελλείψεις των τεχνικών εγκαταστάσεων, οι οποίες δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Ο έλεγχος επιβάλλεται να είναι ουσιαστικός και να υποδεικνύεται η λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας, παραλλήλως δε αναγνωρίζεται η υποχρέωση στον τεχνικό ασφάλειας να σημειώνει σε ειδικό βιβλίο τις υποδείξεις του προκειμένου να λαμβάνει γνώση ο εργοδότης, η κατά συνέχεια δε συμπλήρωση του βιβλίου αυτού εξασφαλίζεται με τη θεώρηση από την επιθεώρηση εργασίας. Η κατά νόμο συμμόρφωση του τεχνικού ασφάλειας εξαντλεί το πλαίσιο της ευθύνης του και εναπόκειται στον εργοδότη να υλοποιήσει τα όσα υποδεικνύονται (ΑΠ 545/2019, ΑΓΙ 1172/2017 ).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ" είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ" επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε" του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "προέκυψε ότι κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητάς τους να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις και οι παραλείψεις τους, και προξένησαν τον θάνατο άλλου ατόμου, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος, και ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος όντας εργοδότης της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", της οποίας η δραστηριότητα ήταν η επεξεργασία βαμβακιού και η έδρα της βρισκόταν επί του 17ου χιλιομέτρου της εθνικής οδού ..., με πράξεις και παραλείψεις του δε φρόντισε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης εργασιών συντήρησης του λέβητα να έχει διακοπεί η λειτουργία του δίδοντας εντολή στον θανόντα, Χ. Π., ο οποίος έφερε την ιδιότητα του θερμαστή, να εκτελέσει εργασίες συντήρησης στις εγκαταστάσεις του λεβητοστασίου, χωρίς να φροντίσει, είτε να παρίσταται ο επιβλέπων μηχανικός, είτε να αναπληρωθεί αυτός (επιβλέπων μηχανικός) από χαμηλότερης βαθμίδας πρακτικό μηχανικό συντηρητή Α' τάξης, ενώ ο θανών βάσει της άδειάς του είχε τη δυνατότητα να επιβλέπει τη λειτουργία λεβήτων έως 150 τετραγωνικών μέτρων θερμαινόμενης επιφάνειας και η παρούσα συνολική θερμαινόμενη επιφάνεια των ατμολεβήτων ήταν μεγαλύτερη των 420 τετραγωνικών μέτρων, με αποτέλεσμα να απαιτείται άδεια αρχιθερμαστή, λειτουργούσε την επιχείρηση χωρίς να διαθέτει στους εργαζομένους γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να στερούνται της δυνατότητας να λάβουν γνώση όλων των αναγκαίων μέτρων, που όφειλαν να τηρούν προκειμένου να προστατεύουν την ασφάλεια και την υγεία τους δε φρόντισε να παρέχει στους εργαζομένους ανά τακτά χρονικά διαστήματα τις υπηρεσίες του τεχνικού ασφαλείας, ο οποίος μέσω των συμβουλών του αναφορικά με τη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ατυχημάτων, θα απέτρεπε το δυστύχημα.
Λόγω δε αυτών των παραβάσεων των όρων ασφαλείας και διατάξεων της νομοθεσίας προκλήθηκε από αμέλεια με παράλειψη από υπόχρεο ο θάνατος του εργαζομένου Χ. Π.. Επίσης αποδείχθηκε ότι και ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας βάσει του από 03.10.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο γνωστοποιήθηκε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας στις 07.11.2012, δεν προέβη στην τακτική επιθεώρηση της εγκατάστασης από άποψη ασφάλειας των εργαζομένων, ούτε υπέδειξε στους εργαζομένους εγγράφως τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία των μηχανημάτων με αποτέλεσμα λόγω των ως άνω ενεργειών και παραλείψεων να προκληθεί ο θάνατος του εργαζομένου Χ.
Π. που εργαζόταν με την ειδικότητα του θερμαστή. Με την πράξη τους αυτή πλήρωσαν τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως τα δε, περί αντιθέτου υποστηριζόμενα εκ μέρους των κατηγορουμένων κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής και ότι εν τοις πράγμασι δεν ασκούσε εποπτεία κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η τυχόν τοξικομανία του δεν αίρει την υποχρέωσή του να επιμελείται των εργασιών και υποθέσεων της εταιρείας πολύ δε περισσότερο που σε περίπτωση πραγματικής αδυναμίας του θα μπορούσαν να ορίσουν κάποιον άλλον στα καθήκοντα αυτού.
Οι έτεροι ισχυρισμοί ότι ο θανών αυτοβούλως προέβη στις εργασίες που επέφεραν και το θανάσιμο τραυματισμό του και ότι το εργοστάσιο ήταν κλειστό λόγω θερινών διακοπών κρίνονται απορριπτέοι καθόσον κατά το θέρος όπου ήταν κλειστό το εργοστάσιο γινόταν επισκευές των μηχανών και αυτό προσπαθούσε να κάνει ο θανών μετά από υπόδειξη των εργοδοτών του.
Συνεπώς, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη για την οποία εν προκειμένω κατηγορούνται, απορριπτόμενου του αυτοτελή ισχυρισμού των κατηγορουμένων, περί ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2α' Π.Κ., διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις αναγνώρισης στο πρόσωπο τους του άρθ. 84§2α' Π.Κ., δεδομένου ότι δεν αρκεί η λευκή ποινική κατάσταση για αναγνώριση σ' αυτούς του ως άνω ελαφρυντικού κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό." Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό: "στα Τρίκαλα στις 25.07.2013 από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητάς τους να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις και οι παραλείψεις τους, και προξένησαν τον θάνατο άλλου ατόμου, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος, πηγάζουσα από τον νόμο και δη από τα άρθρα παρ.
αρ. 9 παράρτημα I παρ. 2.19 395/1994, 17§3 του από 16.03.1950 ΒΔ-ΦΕΚ 82/Α/17.03.1950, ως τροπ. με το έκτο άρθρο του από 14.11.1953 3Δ-ΦΕΚ 346/Α/17.12.1953, παρ. 4 της με αριθμόΤΒ... άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, 1....04.1955 ΒΔ, αρ. 43§ 1 Ν.3350/2010, αρ. 7§1α Ν.1558/1985, ως αντικαταστάθηκε με το αρ. 21 §3γ Ν.3850/2010, σε συνδ. με αρ. 14 και 15§1α του Ν.3585/2010, αρ. 12, 16/17.03.1950 ΒΔ.
Ειδικότερα, στον υπό άνω τόπο και χρόνο :i) Ο πρώτος κατηγορούμενος, Σ. Ε., με τηνιδιάτητατουεργοδότη(αρ. 2§2 Π.Δ. 17/1996, ως αντικ. με το αρ. 3§1βΝ.3850/2010)της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", της οποίας η δραστηριότητα ήταν η επεξεργασία βαμβακιού και η έδρα της βρισκόταν επί του 17ου χιλιομέτρου της εθνικής οδού ..., προέβη στις κάτωθι πράξεις και παραλείψεις :
α) δε φρόντισε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης εργασιών συντήρησης του λέβητα να έχει διακοπεί η λειτουργία του (παρ. αρ. 9 παράρτημα I παρ. 2.19 395/1994], β) έδωσε εντολή στον θανόντα, Χ. Π., ο οποίος έφερε την ιδιότητά του θερμαστή, να εκτελέσει εργασίες συντήρησης στις εγκαταστάσεις του λεβητοστασίου, χωρίς να φροντίσει, είτε να παρίσταται επιβλέπων μηχανικός, είτε να αναπληρωθεί ο επιβλέπων μηχανικός από χαμηλότερης βαθμίδας πρακτικό μηχανικό συντηρητή Α' τάξης (παρ.
αρ. 17 παρ. 13 του από 16.03.1950 ΒΔ-ΦΕΚ 82/Α/17.03.1950, ως τροποποιήθηκε με το έκτο άρθρο του από 14.11.1953 ΒΔ-ΦΕΚ 346/Α/17.12.1953, παρ. 4 της με αριθμό τβ/φ ... άδεια λειτουργίας της επιχείρησης, αρ. 5 παρ. 2 Π.Δ. 395/1994), ενώ ο θανών βάσει της άδειάς του είχε τη δυνατότητα να επιβλέπει τη λειτουργία λεβήτων έως 150 τετραγωνικών μέτρων θερμαινόμενης επιφάνειας και η παρούσα συνολική θερμαινόμενη επιφάνεια των ατμολεβήτων ήταν μεγαλύτερη των 420 τετραγωνικών μέτρων, με αποτέλεσμα να απαιτείται άδεια αρχιθερμαστή (παρ. 1....04.1955 ΒΔ).
Γ) λειτουργούσε την επιχείρηση χωρίς να διαθέτει στους εργαζομένους γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να στερούνται της δυνατότητας να λάβουν γνώση όλων των αναγκαίων μέτρων, που όφειλαν να τηρούν προκειμένου να προστατεύσουν την ασφάλεια και την υγεία τους (παρ.
αρθρ. 43§1 Ν.3850/2010). Δ) δε φρόντισε να παρέχει στους εργαζομένους ανά τακτά χρονικά διαστήματα τις υπηρεσίες του τεχνικού ασφαλείας, ο οποίος μέσω των συμβουλών του αναφορικά με τη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ατυχημάτων, θα απέτρεπε το δυστύχημα (παρ. αρ. 7§1α Ν. 1568/1985, ως αντικαταστάθηκε με το αρ. 21 §3γ Ν.3850/2010 σε συνδυασμό με αρ. 14 και 15§ ΙαΝ.3585/2010).
ii) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Μ. Ε. του Ε., με την ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας βάσει του από 03.10.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο γνωστοποιήθηκε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας στις 07.11.2012, δεν προέβη στην τακτική επιθεώρηση της εγκατάστασης από άποψη ασφάλειας των εργαζομένων, ούτε υπέδειξε στους εργαζομένους εγγράφως τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία των μηχανημάτων (παρ. αρ. 12 16/17.03.1950 ΒΔ). Αποτέλεσμα των προρρηθεισών ενεργειών και παραλείψεων των κατηγορουμένων ήταν να προκαλέσουν αιτιωδώς τον θάνατο του Χ. Π. του Ε., ο οποίος εργαζόταν με την ειδικότητα του θερμαστή. Συγκεκριμένα, στον υπό άνω τόπο και χρόνο ο Χ. Π., ενώ εκτελούσε εργασίες συντήρησης επί του χώρου του λεβητοστασίου και δη κατά την προσπάθεια να συντηρήσει-λιπάνει τα κινούμενα μέρη του εξοπλισμού εργασίας, ήτοι του τμήματος απομάκρυνσης δια κοχλιωτού συστήματος των στερεών παραγώγων καύσης - τέφρα - του λέβητα, ήρθαν σε άμεση επαφή μέρη του σώματος του- άνω άκρα χειρός - μετακινούμενα μέρη του εξοπλισμού εργασίας με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί ο θανών εντός των κινητών μερών τουεξοπλισμού εργασίας, και να υποστεί πολλαπλές βαριές κακώσεις σώματος - διαμελισμό, συνεπεία των οποίων και μόνο επήλθε ο θάνατος;".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού και δεν εφάρμοσε ορθά τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ούτε γίνεται σαφής αναφορά των παραλείψεων που θεμελιώνουν την αμέλεια των αναιρεσειόντων, της δυνατότητας αυτών να προβλέψουν το αποτέλεσμα που επήλθε από τις παραλείψεις τους και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στις παραλείψεις και το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντος.
Όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος φέρεται ως εργοδότης της εταιρείας " ... ΕΠΕ " στις εγκαταστάσεις της οποίας έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα, δεν προσδιορίζεται εάν εργοδότης ήταν ο ίδιος ως φυσικό πρόσωπο ή η εταιρεία και στην τελευταία περίπτωση δεν προσδιορίζεται με παράθεση πραγματικών περιστατικών ποια η ιδιότητα και η θέση του πρώτου αναιρεσείοντος στην επιχείρηση από την οποία πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτού να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος ( ΑΠ 156/2020 ).
Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι η τοξικομανία του πρώτου αναιρεσείοντος δεν αίρει την υποχρέωσή του να επιμελείται των εργασιών και υποθέσεων της εταιρείας, ακολούθως ενδοιαστικά και χωρίς να προσδιορίζει ποιοι είχαν τέτοιο δικαίωμα, δέχεται ότι σε περίπτωση αδυναμίας του θα μπορούσαν να ορίσουν άλλον στα καθήκοντα αυτού.
Όσον αφορά δε το δεύτερο αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφείς αιτιολογίες ως προς την ευθύνη αυτού ως τεχνικού συμβούλου της επιχείρησης.
Συγκεκριμένα, χωρίς να προσδιορίζεται ποιες συγκεκριμένα υποχρεώσεις παραβίασε ο δεύτερος αναιρεσείων ως τεχνικός ασφαλείας από τις προβλεπόμενες στο ν. 3850/2010, εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτός είχε υποχρέωση να υποδείξει στους εργαζόμενους εγγράφως τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία των μηχανημάτων, ενώ τέτοια υποχρέωση έναντι των εργαζομένων με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις έχει μόνο ο εργοδότης και όχι ο τεχνικός ασφαλείας, του οποίου οι υποχρεώσεις συνίστανται στον έλεγχο αν υφίστανται και εφαρμόζονται τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, στην επίβλεψη και μέριμνα για την τήρησή τους, την υπόδειξή τους στον εργοδότη και την καταγραφή τους στο ειδικό βιβλίο που θεωρείται από την επιθεώρηση εργασίας, ούτε εξάλλου αναφέρονται ποια επακριβώς ήταν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που όφειλε υπό την ιδιότητά του ως τεχνικού συμβούλου να υποδείξει στον εργοδότη προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος.
Η λήψη των μέτρων ασφαλείας εναπόκειται στον εργοδότη, ως ασκούντα επιχειρηματική δραστηριότητα που διαθέτει και τα οικονομικά μέσα να υλοποιήσει όσα του υποδεικνύονται από τον τεχνικό ασφαλείας, για τη σχετική δε ενημέρωσή του από αυτόν απαιτείται η υπογραφή του στο παραπάνω ειδικό βιβλίο (ΑΠ 545/2019 ).
Επίσης, δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία για τον ουσιώδη αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του δευτέρου αναιρεσείοντος ότι είχε καταγράψει στο τηρούμενο βιβλίο τεχνικού ασφαλείας και συγκεκριμένα στην παράγραφο 11 ότι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ρούχα με λυτά μανίκια και στην παράγραφο 13 ότι πρέπει να τοποθετηθούν καλύμματα στα περιστρεφόμενα μέρη των μηχανών και είχε έτσι προβεί στις σχετικές προς τον εργοδότη υποδείξεις περί των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ως τη θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων για το θάνατο του εργαζομένου είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή τους να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως ( άρθρο 519 ΚΠΔ ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και των δύο αιτήσεων.
Η υποστηρίζουσα την κατηγορία E. K. δεν εμφανίστηκε, αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αναίρεσης, όπως προκύπτει από το από 26/8/2020 αποδεικτικό επίδοσης του υπαρχιφύλακα Π. Γ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 811/2028 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ