Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, citing insufficient grounds and improper evidence re-evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by a tenant and his company against a final court decision regarding rent reduction. The appellants argued for a rent adjustment due to a significant drop in the property's market value, while the respondent maintained the original terms were justified. The court rejected these claims because the lower court's reasoning was sufficient, the appeals relied on unproven evidence, and one ground improperly sought a re-evaluation of the trial court's factual findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 577, 573 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be admissible and based on sufficient grounds, and grounds challenging the trial court's assessment of evidence are inadmissible as they constitute an impermissible re-evaluation of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1396 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1396/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Β. του Π., κατοίκου ... και 2) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδάκη και με την ιδιότητά του ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω 2ης εταιρείας, διόρισε πληρεξούσιο αυτής τον ίδιο δικηγόρο. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Δ. Μ. του Ζ., συζ. Ε. Ξ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλαβρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/ 2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 10-4-2018 αίτησή τους και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 30-4-2018 αίτησή της και με τον με αριθμ. καταθ. 41/2019 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Καθένας των πληρεξουσίων των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες: α) από 10-4-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9/2018 αίτηση του Β. Β. και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ" και β) από 30-4-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/2018 αίτηση της Δ. Μ. με τον πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 250/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης με αριθμ. 250/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.
Οι αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι Β. Β. και ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΕΕ" άσκησαν κατά της αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης Δ. Μ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από 28-3-2013 και με αριθμ καταθ. 48/2013 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει του από 1-7-2000 μισθωτηρίου συμβολαίου μίσθωσαν από την εναγόμενη το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, ήτοι πρατήριο υγρών καυσίμων μετά του ισογείου καταστήματος, επί της εθνικής οδού ...
αντί αρχικού ετησίου μισθώματος 500.000 δραχμών πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου και συμπληρωματικού φόρου, αναπροσαρμοζόμενο σε ποσοστό 8% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος. Ότι λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την οικονομία της χώρας μετά την υπογραφή της αρχικής σύμβασης μισθώσεως, οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί επί τα χείρω, ο δε κύκλος εργασιών έχει μειωθεί ώστε η επιχείρηση των εναγόντων να αδυνατεί να ανταπεξέλθει, με αποτέλεσμα η εμμονή της εναγομένης να αξιώνει το συμφωνημένο υψηλό μίσθωμα είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και συνεπώς πρέπει να αναπροσαρμοστεί στο ανάλογο ύψος, διότι παροχή και αντιπαροχή τελούν σε δυσαναλογία.
Κατόπιν τούτων, με δεδομένο τις υφιστάμενες πλέον συνθήκες της αγοράς, ζητούσαν, να διαταχθεί η αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος από το καταβαλλόμενο ποσό των 3.590 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, στο ποσό των 1.200 ευρώ για το μέλλον από την επίδοση της κρινομένης αγωγής, και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 110/2014 απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή προσδιορίζοντας το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 2.500 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Β. Β. και η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΕΕ" άσκησαν την από 29.09.2014 έφεσή τους με την οποία ζήτησαν να εξαφανιστεί η 110/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της, η από 28-3-2013 και με αριθμ καταθ. 48/2013 αγωγή τους Για την ανωτέρω έφεση εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 250/2017 του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, με την οποία έγινε αυτή τυπικά δεκτή και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει στην ουσία η αγωγή.
Κατά αυτής της απόφασης άσκησαν τις κρινόμενες αναιρέσεις οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτή ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση". Από τη διάταξη αυτή συνδυαζομένη και με τη διάταξη του άρθρ. 111 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων απαιτείται κατά νόμο η εις την προδικασία, ελλείψει της οποίας πάσα εισαχθείσα αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αναγομένη επίδοση του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, ήτοι των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, που έχει αρχικώς ορισθεί σε κάθε περίπτωση (Ολ.ΑΠ 143/1984, ΑΠ 131/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από την αναιρεσείουσα Δ. Μ. ασκήθηκαν την 4-4-2019 και το δικόγραφο αυτών επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους Β. Β. και ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΕΕ" την 5-4-2019 (βλ. προσκομιζόμενες με αριθμ. .....79Β'/5-4-2019 και ....80Β'/5-4-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Χ.
Ν.), ήτοι η άσκηση και η επίδοση αυτών πραγματοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και συνεπώς πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω για να εξετασθούν αν είναι βάσιμοι κατ' ουσία. Η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ.
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στον δικαστή την δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως.
Έτσι, ο εκμισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 του Α.Κ. αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απροβλέπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη -παρά την ανάγκη κατοχυρώσεως της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται- η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 1325/2013 ).
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 Α.Κ.) ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 762/2015). Ειδικότερα δε η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στην σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλομένου μισθώματος και του ελευθέρου -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσεως του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση (Ολ.ΑΠ 3/2014).
Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστεως να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής κατά τις αρχές της καλής πίστεως υπάρχει όταν λόγω ουσιώδους μειώσεως της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημιά στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει κατά τα συναλλακτικά ήθη τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας την μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημιά με την μείωση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημιάς στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.
Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα ορισθεί (αναπροσαρμοστεί) το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014).
Τούτο δε καθ' όσον η αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατά την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., δεν σημαίνει εξουσία του δικαστηρίου να διαμορφώσει το μίσθωμα σε εκείνο ακριβώς το ύψος που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Αντίθετα σημαίνει ότι το δικαστήριο οφείλει πρώτα να ερμηνεύσει αν μεταξύ του οφειλόμενου, κατά το σύστημα της αντικειμενικής ή συμβατικής αναπροσαρμογής, μισθώματος και εκείνου του "ελευθέρου" υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε να επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλόμενου) και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 320/2016).
Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.
Μετά από αυτήν (δικαστική αναπροσαρμογή και κατάλυση του περί του μισθώματος συμβατικού όρου) το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 του ως άνω ΠΔ/τος 34/1995, η δε απαιτούμενη από τον νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.
Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνηθέντων. Αυτή δε η ίδια η προσφυγή στο δικαστήριο εκ μέρους του ενός των συμβληθέντων μερών (ή και αμφοτέρων) υποδηλώνει με σαφήνεια την θέληση του ενός (ή και αμφοτέρων) για μη τήρηση των συμφωνηθέντων.
Η άποψη κατά την οποία, μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος, που γίνεται σε ορισμένο στάδιο, δεν καταργείται η συμφωνία σταδιακής αναπροσαρμογής, αφού αυτή ισχύει μόνο για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται και επομένως διατηρείται για τα επόμενα στάδια, με δυνατότητα αντιμετώπισης με νέα δικαστική παρέμβαση, κατ` εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, μελλοντικής νέας διατάραξης της ισορροπίας χρήσης του μισθίου και του μισθώματος, δεν είναι προκριτέα ενόψει ιδίως α) του ότι τα στάδια αναπροσαρμογής βρίσκονται μεταξύ τους σε λογική αλληλουχία και κάθε ένα στηρίζεται στο προηγούμενο, ώστε αν διασπασθεί η αλληλουχία αυτή δεν μπορούν τα επόμενα στάδια να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους και να γίνει νέα (ερειδόμενη στη σύμβαση) αναπροσαρμογή, β) είναι δυνατόν να ζητείται δικαστική αναπροσαρμογή για κάθε περαιτέρω στάδιο, με αποτέλεσμα το μεν να είναι δυνατή η εντός ενός και του ιδίου σταδίου διπλή αναπροσαρμογή (συμβατική και δικαστική), το δε να δημιουργούνται περισσότερες δίκες που θα βρίσκονται σε εξέλιξη και που κάθε μία θα εξαρτάται από την προηγούμενη, ώστε η σύμβαση θα βρίσκεται σε αποσταθεροποίηση και τα συμβληθέντα μέρη σε αβεβαιότητα και γ) τίθεται ζήτημα περί του πρακτέου, στην περίπτωση κατά την οποία η σταδιακή αναπροσαρμογή έχει συμφωνηθεί σε ποσό (συγκεκριμένο μίσθωμα) και όχι σε ποσοστό, το δε κατ` αναπροσαρμογή ορισθέν από το δικαστήριο μίσθωμα κατ` άρθρο 288 ΑΚ είναι κατά ποσό υπέρτερο του μισθώματος του επομένου ή των επομένων σταδίων, οπότε εκ του πράγματος θα επέλθει αδράνεια του σταδίου ή των σταδίων αυτών της σύμβασης, εφόσον η δικαστική αναπροσαρμογή θα υπερκαλύπτει την συμβατική τοιαύτη.
Εν κατακλείδι, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και την συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της διαταραχθείσας συμβατικής σχέσης και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (Ολ.ΑΠ 3/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 1325/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 1-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το οποίο θεωρήθηκε νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ ... (βλ.
την υπ' αριθμ. ....09/6-7-2000) πράξη θεώρησης, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, μίσθωσε στον πρώτο ενάγοντα ένα ακίνητο, κυριότητάς της που βρίσκεται στο 12° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ..., στη θέση ... του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του τότε Δήμου ..., αποτελούμενο από ισόγειο κατάστημα 25 τμ, δύο αποθήκες 30 και 90 τμ αντίστοιχα, ένα ισόγειο επίσης κατάστημα 100 τμ με δυο wc, και τμήμα ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου που αναλογεί στα παραπάνω ακίνητα καθώς και μία γεώτρηση και ένα βόθρο, τρεις αντλίες σε ειδικά διαμορφωμένη νησίδα μέσα στον κόμβο κυκλοφορίας, με στέγαστρο διαστάσεων 5 χ 5 μέτρων και άλλες 4 αντλίες (μονές και διπλές) που είναι τοποθετημένες σε δυο νησίδες μπροστά στην αποθήκη των 30 τμ, τρεις υπέργειες και τρεις υπόγειες δεξαμενές καυσίμων, έναν αεροσυμπιεστή 150 ατμοσφαιρών και ένα αερόμετρο, με σκοπό να λειτουργήσει ως πρατήριο υγρών καυσίμων.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε 10ετής, από 1-7-2000 και λήξη την 30-6-2013, το δε μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης στο ποσό των 500.000 δραχμών, σήμερα 1.500 περίπου ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου και του συμπληρωματικού φόρου ακινήτων, αναπροσαρμοζόμενο για τα υπόλοιπα έτη της μίσθωσης σε ποσοστό 8% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος, καταβλητέου την πρώτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μήνα.
Με τον όρο 6 του συμφωνητικού συμφωνήθηκε να επιτραπεί στον πρώτο εκκαλούντα η σύσταση εταιρίας, που θα λειτουργούσε την επιχείρηση εφόσον συμμετείχε σε ποσοστό τουλάχιστον 51%, χωρίς την συναίνεση της εκμισθώτριας. Πράγματι, δυνάμει του από 27-4-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεστήθη η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΕΕ", ήδη δεύτερη εκκαλούσα, με αντικείμενο τη λειτουργία και εκμετάλλευση του πρατηρίου υγρών καυσίμων και στην οποία ο πρώτος των εκκαλούντων συμμετείχε σε ποσοστό 52%. Η διάρκεια της ως άνω μίσθωσης την 1-9-2008 παρατάθηκε μέχρι την 30-6-2025 ενώ το καταβαλλόμενο μίσθωμα κατά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 3.590 ευρώ πλέον χαρτοσήμου και συμπληρωματικού φόρου ακινήτου.
Κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως συμφωνήθηκε, με την ελεύθερη βούληση των μερών, μηνιαίο μίσθωμα ανώτερο του αντικειμενικώς προσδιοριζόμενου, ωστόσο, αυτό έγινε με βάση πλήρως διαφορετικά οικονομικά δεδομένα. Περαιτέρω, είναι γεγονός πασίγνωστο και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336 παρ. 1), ότι κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και δη από τις αρχές του έτους 2010, η χώρα εισήλθε σε στάδιο πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης, συνεχώς επιδεινούμενης, με κύρια χαρακτηριστικά την κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας, τη δραστική περικοπή του εισοδήματος των πολιτών, ιδιαίτερα των μισθωτών και συνταξιούχων, αλλά και πολλών κατηγοριών ελευθέρων επαγγελματιών, με επακόλουθο τη μείωση της αγοραστικής ικανότητας του καταναλωτικού κοινού, η οποία αφορούσε ακόμα στην κατανάλωση υγρών καυσίμων καθώς μειώθηκαν οι μετακινήσεις με επιβατικά οχήματα και επομένως τη μείωση της εμπορικής κίνησης και αφετέρου τη ραγδαία μείωση της εμπορικής αξίας των ακινήτων τόσο των κατοικιών όσο και των εμπορικών καταστημάτων, με αντίστοιχη μείωση των μισθωμάτων τους.
Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι έκτοτε (2010), σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων διέκοψε τη λειτουργία του, με συνεπεία την απώλεια υψηλού αριθμού θέσεων εργασίας, επήλθαν αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις (αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 23% στα είδη ευρείας κατανάλωσης και τις υπηρεσίες, μείωση του αφορολόγητου ορίου, αυξήσεις στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ και τα είδη πρώτης ανάγκης, όπως τρόφιμα, πετρέλαιο θέρμανσης, κίνησης κλπ), εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, με συνέπεια τη μείωση των εισοδημάτων των μισθωτών, εγγίζουσα, κατά περίπτωση, ακόμη και το 30%, την περικοπή (ή και κατάργηση ορισμένων) επιδομάτων εορτών και των βαθμολογικών ωριμάνσεων, εκτόξευση της καταγεγραμμένης ανεργίας με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ).
Στα πλαίσια αυτά, σημειώθηκε μείωση των εμπορικών αξιών και των επιχειρήσεων που στεγάζονται σε ανάλογο χώρο με το μίσθιο ακίνητο, καθώς και σημαντική μείωση της πελατείας τους λόγω του επιβαλλόμενου φόρου ειδικής κατανάλωσης στα καύσιμα και της εξίσωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης του πετρελαίου θέρμανσης με τα αντίστοιχο κίνησης που οδήγησε στην κάθετη μείωση της κατανάλωσης βενζίνης και πετρελαίου θέρμανσης.
Συγκεκριμένα, ως προς την επιχείρηση των εναγόντων από τα προσκομιζόμενα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης προκύπτει καθοδική πορεία στην πώληση υγρών καυσίμων που αγγίζει κατά το έτος 2011-2012 το 23,28% επί των πωλήσεων του προηγούμενου έτους. Αποδείχθηκε λοιπόν ότι α) για κτίσμα στη ..., επί της ίδιας Εθνικής Οδού με το επίδικο, ευρισκόμενο σε οικόπεδο εμβαδού 413 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιείται ως πρατήριο υγρών καυσίμων, καταβάλλεται σήμερα μηνιαίο μίσθωμα 1.000 ευρώ, σταθερό για τα 3 πρώτα έτη της μίσθωσης, β) για κτίσμα στην περιοχή ...
επί τμήματος Εθνικής Οδού ..., εμβαδού 110 τ.μ. ευρισκόμενο σε οικόπεδο 1.300 τμ, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρατήριο υγρών καυσίμων, καταβάλλεται σήμερα μίσθωμα 932,40 ευρώ μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένου τέλους χαρτοσήμου, γ) για κτίσμα στην ..., εμβαδού 49 τ.μ., ευρισκόμενο σε οικόπεδο εμβαδού 1.296,50 τμ, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρατήριο υγρών καυσίμων, συμφωνήθηκε μίσθωμα 1.000 ευρώ όπως αναφέρεται στο από 15-03-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο, με την από 09-01-2013 τροποποίηση ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε να μειωθεί στο ποσό των 750 ευρώ, δ) για ισόγειο στη θέση "..." του Δήμου ...
επί της Εθνικής Οδού ..., εμβαδού 112 τμ με ισόγεια αποθήκη εμβαδού 31,30 τμ, ευρισκόμενο σε οικόπεδο 1.806,98 τμ, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρατήριο υγρών καυσίμων, καταβάλλεται σήμερα μίσθωμα 1.734,38 ευρώ μηνιαίως, πλέον τέλος χαρτοσήμου. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προέκυψε ότι η πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής (3ος/2013), δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ.
Η περί της ανωτέρω μείωσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται κατά τρόπο που μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική δικαστική κρίση, από τα προβαλλόμενα με τις προτάσεις της εφεσίβλητης χαρακτηριστικά του ακινήτου, δεδομένου ότι πέραν της έκτασης αυτού που ανέρχεται στα 3.523,906 τμ, τα λοιπά αναφερόμενα όπως ο αριθμός των αντλιών, δεξαμενών και χώρος στάθμευσης βαρέως τύπου οχημάτων (φορτηγά και λεωφορεία) δεν προσδίδουν ιδιαιτερότητα στο ακίνητο που να αυξάνει την μισθωτική του αξία και τούτο διότι για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ' άρθρο 288 ΑΚ το δικαστήριο καλείται να ελέγξει την μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της επαγγελματικής μίσθωσης και τον αρχικό συμβατικό προσδιορισμό του μισθώματος, το έκτακτο και το απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, την ουσιώδη απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και τον αιτιώδη σύνδεσμο (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος και όχι τα τυχόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακινήτου, τα οποία θα ληφθούν υπόψη μόνο ως προς το ύψος του μισθώματος και όχι εάν υφίσταται ανάγκη μεταβολής αυτού.
Εξάλλου, οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης περί μη μεταβολής της μισθωτικής αξίας του ακινήτου αντικρούονται με σαφήνεια από τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες συμφωνητικά αναπροσαρμογής μισθώματος (για το κρίσιμο χρονικό διάστημα), ιδίως τα υπό στοιχείο α' και δ' από τα προαναφερθέντα, που λόγω της θέσης, της επιφάνειας και της χρήσης τους, προσφέρονται για σύγκριση με το μίσθιο.
Άλλωστε, από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, που έχουν ληφθεί το κρίσιμο έτος 2013, προκύπτει ότι, πρόκειται περί παλαιών εγκαταστάσεων πρατηρίων υγρών καυσίμων, όπου λόγω της θέσης του -12° χιλιόμετρο της Εθνικής οδού ...- δεν διανυκτερεύουν δημόσιας χρήσης οχήματα όπως θα συνέβαινε επί κεντρικού οδικού άξονα, πλην όμως πράγματι διαθέτει πλεονεκτήματα σε σχέση με τα αναφερόμενα στα προσκομιζόμενα συμφωνητικά ακίνητα, όπως έκταση 3.523,906 τ.μ.
όπου οι ενάγοντες σταθμεύουν τα ιδιόκτητα φορτηγά αυτοκίνητα διακίνησης υγρών καυσίμων, έχει πρόσοψη 84 μέτρων -οι ενάγοντες αορίστως αμφισβητούν την πρόσοψη-, γεώτρηση, υπόστεγα 49,60 τ.μ. και διαθέτει ράμπα αλλαγής λαδιών αυτοκινήτων, ενώ διατηρεί τρεις υπόγειες και τρεις υπέργειες δεξαμενές αποθήκευσης υγρών καυσίμων.
Σημειώνεται ότι, οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών επιβάλλουν να συνυπολογίζονται στη μισθωτική αξία ενός ακινήτου όλα τα τ.μ. του ωφέλιμου χώρου αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μισθίου, όπως αναλυτικώς αναφέρονται ανωτέρω, δεδομένου ότι ο μισθωτής για να λάβει την απόφαση να μισθώσει ένα κατάστημα και να καταβάλλει ένα συγκεκριμένο μίσθωμα, συνυπολογίζει όλες τις παραμέτρους, μεταξύ των οποίων και τη συνολική επιφάνεια του μισθίου και τα πλεονεκτήματα που αυτό σε σχέση με άλλα ακίνητα προσφέρει.
Με τα δεδομένα αυτά, η διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος μισθώματος, όπως έχει διαμορφωθεί με τις αναπροσαρμογές στο ποσό των 3.590 ευρώ για τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής, σε σχέση με την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου, κατά τον ίδιο χρόνο, που δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ, επιφέρει ζημία (3.590 - 2.000 = 1.590 ευρώ) στην ενάγουσα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο, με τον αρχικό ή μετ' αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο, η δε εμμονή της εναγομένης στην πληρωμή του ανωτέρω αυξημένου μισθώματος έρχεται σε αντίθεση με την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσης, ώστε να επέλθει εξίσωση των εκατέρωθεν παροχών, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη δεύτερη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή είναι ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει και πρέπει να αναπροσαρμοσθεί (μειωθεί) το συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων μίσθωμα για το ανωτέρω μίσθιο ακίνητο στο ποσό των 2.000 ευρώ (πέραν του τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%), για το χρονικό διάστημα από την επομένη επίδοσης της αγωγής και εφεξής.
Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που έκανε δεκτή την αγωγή και αναπροσάρμοσε το μίσθωμα του αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας μισθίου στο ποσό των 2.500 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Να σημειωθεί δε, ότι η εν λόγω αναπροσαρμογή ισχύει από της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως, ως διαπλαστικής.
Επίσης, ως προς το θέμα της ετήσιας αναπροσαρμογής του ανωτέρω ποσού, ισχύουν κατά τα λοιπά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, εφόσον δεν ζητήθηκε κάτι διαφορετικό από την ενάγουσα, εκτός από την αναπροσαρμογή/μείωση του μισθώματος. Πρέπει, συνεπώς, η έφεση της ενάγουσας να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
Στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 288 του ΑΚ και να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα από την επίδοση της αγωγής στο ποσό των 2.000 ευρώ πλέον χαρτοσήμου". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δεν έχει αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία και δη έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 του Α.Κ., τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ως προς το θέμα της ετήσιας αναπροσαρμογής του καταβαλλομένου ποσού ως μηνιαίο μίσθωμα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στο σκεπτικό της ότι "ισχύουν κατά τα λοιπά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, εφόσον δεν ζητήθηκε κάτι διαφορετικό από την ενάγουσα, εκτός από την αναπροσαρμογή/μείωση του μισθώματος".
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική μείζονα σκέψη αν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.
Μετά από αυτήν (δικαστική αναπροσαρμογή και κατάλυση του περί του μισθώματος συμβατικού όρου) το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 του ως άνω ΠΔ/τος 34/1995, η δε απαιτούμενη από τον νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.
Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνηθέντων. Αυτή δε η ίδια η προσφυγή στο δικαστήριο εκ μέρους του ενός των συμβληθέντων μερών (ή και αμφοτέρων) υποδηλώνει με σαφήνεια την θέληση του ενός (ή και αμφοτέρων) για μη τήρηση των συμφωνηθέντων.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο δεχόμενο ότι "ισχύουν κατά τα λοιπά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, εφόσον δεν ζητήθηκε κάτι διαφορετικό από την ενάγουσα, εκτός από την αναπροσαρμογή/μείωση του μισθώματος" προέβη εν προκειμένω σε εσφαλμένη ερμηνεία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα πλην όμως ως εκ περισσού καθόσον αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης σύμφωνα με το οποίο διατάσσεται μόνο η αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, της αναίρεσης των μισθωτών, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. με την αιτίαση ότι καθόρισε μόνον το ποσό του καταβλητέου (αναπροσαρμοζόμενου) μισθώματος πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου, ενώ όφειλε, αφού προέβη σε επανυπολογισμό του μισθώματος να συμπεριλάβει σε αυτόν, στα πλαίσια της διαπλαστικής της εξουσίας, και την ισχύουσα πλέον ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την νόμιμη και δη την προβλεπόμενη από το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ 34/1995, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του (αντίθετη) έφεση ή αντέφεση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της "μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 2185/2013, ΑΠ 842/2010, ΑΠ 132/2004).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης των μισθωτών, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. με την αιτίαση ότι όφειλε η αναιρεσιβαλλόμενη, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα της υποβολής ή μη σχετικού αιτήματος από τους αναιρεσείοντες, αφού ο προσδιορισμός του ποσοστού αναπροσαρμογής αποτελεί παρεπόμενο-συνεχόμενο του μισθώματος κεφάλαιο, να καθορίσει τούτο, άλλως να καθορίσει την συνολική εκ της μίσθωσης βαρύνουσα μηνιαία οικονομική υποχρέωση, κατά μίσθωμα και ποσοστό αναπροσαρμογής πλέον αναλογούντος χαρτοσήμου.
Μάλιστα έπρεπε να αναγνωρίσει σαν μόνη ισχύουσα πλέον αναπροσαρμογή την νόμιμα προβλεπόμενη σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ 34/1995 και ως εκ τούτου και με τις εν λόνω παραδοχές n αναιοεσιβαλλόμενη παρέβη την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις που δικαιολογούν εν προκειμένω την υποχρέωση καθορισμού επιπλέον και του ποσοστού αναπροσαρμογής.
Από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής και της έφεσης προκύπτει ότι ο Β. Β. και η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΕΕ" υπέβαλαν αίτημα για μείωση του μισθώματος χωρίς να αναφέρονται παραιτέρω στο θέμα της ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε για το αίτημα της μείωσης του μισθώματος, στη συνέχεια δε ανέφερε ότι "ισχύουν κατά τα λοιπά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, εφόσον δεν ζητήθηκε κάτι διαφορετικό από την ενάγουσα, εκτός από την αναπροσαρμογή/μείωση του μισθώματος" προβαίνοντας εν προκειμένω σε εσφαλμένη ερμηνεία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, πλην όμως, ως εκ περισσού, καθόσον αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης σύμφωνα με το οποίο διατάσσεται μόνο η αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Το αίτημα της ετήσιας αναπροσαρμογής του καταβαλλομένου ποσού ως μηνιαίο μίσθωμα αποτελεί "Κεφάλαιο", που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. Επομένως εφόσον με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια" και ότι ως προς τα "κεφάλαια" αυτά μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει στην αρχή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ της "μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος" και στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε για το αίτημα της μείωσης του μισθώματος και στη συνέχεια ανέφερε ότι "ισχύουν κατά τα λοιπά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, εφόσον δεν ζητήθηκε κάτι διαφορετικό από την ενάγουσα, εκτός από την αναπροσαρμογή/ μείωση του μισθώματος" προβαίνοντας εν προκειμένω σε εσφαλμένη ερμηνεία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα πλην όμως ως εκ περισσού καθόσον αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης σύμφωνα με το οποίο διατάσσεται μόνο η αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση ως προς το συγκεκριμένο "κεφάλαιο" η υπόθεση δεν μεταβιβάσθηκε ως προς αυτό στο εν λόγω δικαστήριο, δηλαδή δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ούτε παραβίασε τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 7 παρ. 3 του ΠΔ 34/1995, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και συνεπώς δεν υπέπεσε στην προσαπτόμενη, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ότι, δηλαδή, εφόσον η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεσή τους όφειλε η αναιρεσιβαλλόμενη, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα της υποβολής ή μη σχετικού αιτήματος από τους αναιρεσείοντες, αφού ο προσδιορισμός του ποσοστού αναπροσαρμογής αποτελεί παρεπόμενο-συνεχόμενο του μισθώματος κεφάλαιο, να καθορίσει τούτο, άλλως να καθορίσει την συνολική εκ της μίσθωσης βαρύνουσα μηνιαία οικονομική υποχρέωση κατά μίσθωμα και ποσοστό αναπροσαρμογής πλέον αναλογούντος χαρτοσήμου.
Μάλιστα έδει να αναγνωρίσει σαν μόνη ισχύουσα πλέον αναπροσαρμογή την νόμιμα προβλεπόμενη σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ 34/1995 (ΑΠ 207/2017).
Με τον τέταρτο λόγο της ίδιας αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. με την αιτίαση ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη γιατί μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης άφησε αδίκαστη αίτηση καθόσον μερικά και μόνο καθόρισε την βαρύνουσα μηνιαία εκ μισθώματος υποχρέωση, παραλείπουσα να αποφανθεί για το ύψος του ποσοστού αναπροσαρμογής τούτου που πλέον θα ισχύει.
Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο της αυτής αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη γιατί δέχεται στο σκεπτικό της ότι δεν μπορεί να αποφανθεί περί της ισχύουσας αναπροσαρμογής επί του καταβλητέου μισθώματος γιατί δεν εισήχθη προς κρίση το σχετικό αίτημα και έτσι με τις σκέψεις αυτές στην ουσία δέχθηκε, χωρίς να υφίσταται, την ύπαρξη "δεδικασμένου" και αναφορικά με την ετήσια αναπροσαρμογή.
Από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής και της έφεσης προκύπτει ότι οι Β. Β. και η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΕΕ" υπέβαλαν αίτημα για μείωση του μισθώματος χωρίς να αναφέρονται παραιτέρω στο θέμα της ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε για το αίτημα της μείωσης του μισθώματος και στη συνέχεια ανέφερε ότι "ισχύουν κατά τα λοιπά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, εφόσον δεν ζητήθηκε κάτι διαφορετικό από την ενάγουσα, εκτός από την αναπροσαρμογή/μείωση του μισθώματος" προβαίνοντας εν προκειμένω σε εσφαλμένη ερμηνεία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, πλην όμως, ως εκ περισσού καθόσον αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης σύμφωνα με το οποίο διατάσσεται μόνο η αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στις προσαπτόμενες, από τους αριθμούς 9 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, εφόσον δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και δεν παραβίασε το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι αντίστοιχοι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ότι, δηλαδή, αν και η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεσή τους, και κατά το παρεπόμενο συνεχόμενο για μείωση του μισθώματος κεφάλαιο που αφορά την ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί αυτού του αιτήματος και παραβιάστηκε, συνάμα, το δεδικασμένο που απορρέει από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.
ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004, ΑΠ 220/2016). Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία της αγωγής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται αναιρετικά ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, ενώ ο από τον αριθμό 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1182/ 2012, ΑΠ 443/2011).
Εξ άλλου, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, στηριζομένης στην διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ., να αναφέρονται σ' αυτήν τα εξής: 1) έγκυρη σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, 2) μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από την σύναψη της μισθώσεως ή από τον χρόνο της τυχόν προγενέστερης συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι τον χρόνο της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συζητήσεως της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, 3) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετά την αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά την αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.
Επομένως, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της σχετικής αγωγής πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τούτο, συνήθως, συμβαδίζει με τη μισθωτική αξία των όμορων ή και παράπλευρων με το μίσθιο ακινήτων, 4) αιτιώδη σύνδεσμο (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής συνθηκών και της ουσιώδους αποκλίσεως του μισθώματος και 5) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 423/2008, ΑΠ 2045/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο λόγο αναίρεσης της Δ. Μ. η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει τις νομικές διατάξεις των άρθρων 288, 388 ΑΚ και την, κατά την άποψή της, νομική έννοιά τους, καθώς και την κρίσιμη παραδοχή του Εφετείου, με βάση την οποία έγινε δεκτή, τελικά, η αγωγή των Β. Β. και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
ΕΕ", όπως η παραδοχή αυτή προπαρατέθηκε παραπάνω, αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις, περί πλημμελούς εφαρμογής του άρθρου 288 Α.Κ. και παράλειψης εφαρμογής του άρθρ. 388 ΑΚ. Ειδικότερα αποδίδει τις εξής αιτιάσεις, όπως, κατά πιστή αντιγραφή, αναγράφονται στο αναιρετήριο: "Ειδικότερα τον ισχυρισμό μου περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ανέπτυξα και στις από 20/09/2017 προτάσεις μου, τις οποίες και κατέθεσα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας προς αντίκρουση της προαναφερόμενης έφεσης των αναιρεσίβλητων - εκκαλούντων - εναγόντων, όπου στις σελ. 8-9 αυτών ανέγραφα μεταξύ άλλων τα κάτωθι: "....Με το παραπάνω περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή, της οποίας επιχειρείται η θεμελίωση στο άρθρο 388 ΑΚ είναι αόριστη καθόσον δεν...
εκτίθενται στο δικόγραφό της τα αναγκαία περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, αφού θa έπρεπε εκτός των άλλων να εκτίθενται γεγονότα απρόβλεπτα και έκτακτα, εξαιτίας των οποίων μεταβλήθηκαν τα περιστατικά που αποτέλεσαν το θεμέλιο της σύμβασης. Η επικαλούμενη κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και η συνακόλουθη μείωση της μισθωτικής αξίας του μίσθιου ακινήτου που οφείλεται στην μείωση της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων ούτε έκτακτα ούτε απρόβλεπτα περιστατικά μπορούν να χαρακτηρισθούν.
Περαιτέρω για την θεμελίωση της αγωγής στην διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, θα έπρεπε να παρατίθενται στο δικόγραφό της πρόσφορα και συγκεκριμένα προσδιοριστικά για την αναπροσαρμογή του μισθώματος συγκριτικά στοιχεία, δηλαδή η μισθωτική αξία και η εξελικτική πορεία και τάση συγκεκριμένων όμορων με το μίσθιο ακινήτων, χωρίς να αρκεί η γενική αναφορά στην μεταβολή των οικονομικών συνθηκών λόγω μείωσης της μισθωτικής αξίας ανάλογων μισθίων.
Συγκεκριμένα δεν εκτίθεται ποια είναι τα ακίνητα αυτά, δεν αναφέρεται η τοποθεσία τους και η έκτασή τους, ούτε προσδιορίζονται τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία είναι μισθωμένα και τα αντίστοιχα για κάθε χρονική περίοδο μισθώματα που καταβάλλουν οι μισθωτές τους. Επισημαίνεται ότι οι ελλείψεις αυτές στο δικόγραφο της αγωγής δεν μπορούν να θεραπευθούν ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων γιατί τούτο αντίκειται στην αρχή της τήρησης της προδικασίας (άρθρο 11 και 224 εδ.
α' ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτου η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά έσφαλε στην κρίση του". Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι το Μονομελές Εφετείο Εύβοιας με την υπ' αριθμ. 250/2017 απόφασή του, (ήτοι την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) έκρινε την ένδικη αγωγή κατά την βάση της την ερειδόμενη στην διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ πλήρως και σαφώς ορισμένη, (την βάση την ερειδόμενη στην διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ ουδόλως την εξέτασε):...
Συνακόλουθα ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή των αναιρεσίβλητων-εναγόντων είναι ορισμένη, και δεν την απέρριψε ως αόριστη -παρά μάλιστα την εναντίωση εμού της αναιρεσείουσας-εναγόμενης, η οποία επανέφερα με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις μου τους ανωτέρω ισχυρισμούς μου περί αοριστίας των βάσεων της αγωγής- υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 14 ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και ειδικότερα παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτη την αγωγή των αναιρεσίβλητων λόγω αοριστίας αυτής".
Συνεχίζοντας αναφέρει στον πρώτο λόγο αναίρεσης της καθώς και στον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης ότι "το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και για τον ακόλουθο λόγο: Σε κάθε περίπτωση η αγωγή των αναιρεσίβλητων - εναγόντων έπασχε αοριστίας και θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι δεν αποτυπώνονταν στο ένδικο δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα απαραίτητα στοιχεία για την ενεργητική νομιμοποίηση των αναιρεσίβλητων - εναγόντων και ειδικότερα αν και στην αγωγή ιστορείτο ότι επιτράπηκε δυνάμει έγγραφης σύμβασης από εμένα την αναιρεσείουσα στον πρώτο αναιρεσίβλητο να συστήσει στο μίσθιο εταιρεία με άλλα φυσικά πρόσωπα, ουδόλως αναφέρεται αν η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία εισήλθε στην μισθωτική σχέση και αν απέκτησε τελικά την ιδιότητα της μισθώτριας και με ποιό τρόπο π.χ.
δυνάμει σύμβασης υπομίσθωσης, παραχώρησης χρήσης, μεταβίβασης μισθωτικής σχέσης δυνάμει εκχώρησης και αναδοχής χρέους.
Συνεπώς το Εφετείο, με το να κρίνει την αγωγή των αναιρεσίβλητων - εναγόντων ως ορισμένη και να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής προβληθέντα ισχυρισμό μου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 14 ΚΠολΔ". Επί των ισχυρισμών της αυτών πρέπει να αναφερθούν τα εξής:
Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της με αριθμ. 110/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του Β. Β. και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ" προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη στα άρθρα 288 και 388 ΑΚ.
Κατ' αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η αγωγή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ. Ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του ότι δηλ η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την ένδικη αγωγή κατά την βάση της την ερειδόμενη στην διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ πλήρως και σαφώς ορισμένη, και την βάση την ερειδόμενη στην διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ ουδόλως την εξέτασε είναι πρωτίστως απαράδεκτος και απορριπτέος για τις εξής αιτίες:
Από τις διατάξεις του άρθρου 577 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να γίνει δεκτός λόγος αναίρεσης, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του Κώδικα αυτού, πρέπει να είναι, κατ` αρχάς, παραδεκτός. Έτσι είναι απαράδεκτος ο αλυσιτελής λόγος αναίρεσης, δηλαδή όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, που συνίσταται, κατ` εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, στο ότι το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 388 του ίδιου Κώδικα, η οποία και ήταν εφαρμοστέα στην επίδικη περίπτωση.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν καθορίζεται ποία επίδραση έχει το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και ως αλυσιτελής, διότι η αιτούμενη δικαστική διάπλαση, αναφορικά με τη μείωση των μισθωμάτων, στο προσήκον μέτρο, δηλαδή στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί, γίνεται, είτε με το άρθρο 388 είτε με το άρθρο 288, με βάση το "ελεύθερο" μίσθωμα, για την εξεύρεση του οποίου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 305/2014).
Κατά συνέπεια, είναι μάταιο η αναιρεσείουσα να επικαλείται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, αφού και σε μία τέτοια περίπτωση το διατακτικό της απόφασής του δεν θα ήταν διαφορετικό, με δεδομένη τη σχετική παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος του "ελεύθερου" μισθώματος κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως είναι αναγκαίο, προκειμένου το δικαστήριο να προχωρήσει στην περαιτέρω διεργασία που έχει προαναφερθεί, δηλαδή να προβεί σε σύγκριση του αποδεικνυόμενου "ελεύθερου" μισθώματος με τα καταβαλλόμενα από την αναιρεσίβλητη μισθώματα, να κρίνει, στη συνέχεια, αν η τυχόν διαφορά που προκύπτει είναι τόσο ουσιώδης, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να υπάρχει ανάγκη αναπροσαρμογής και, σε καταφατική περίπτωση, να ορίσει το μίσθωμα στο προσήκον μέτρο.
Περαιτέρω όσον αφορά το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης ότι δηλ. η αγωγή κατά τη βάση της που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι αόριστη πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης προέκυψε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνώντας τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, αφού εξέθεσε όσα εκτίθενται στην αγωγή και αναφέρθηκαν παραπάνω έκρινε στη συνέχεια ότι, "...
Συνεπώς, σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις η υπό κρίση αγωγή, ερειδομένη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι με το παραπάνω περιεχόμενο, πλήρως και σαφώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, που δικαιολογούν την άσκηση από την ενάγουσα του κρινόμενου δικαιώματός της κατά της εναγομένης.
Επομένως, η υπό κρίση αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη παρά τους αντιθέτως προβαλλόμενους ισχυρισμούς της εναγομένης, περί αοριστίας της αγωγής ένεκα της μη παράθεσης της μισθωτικής αξίας άλλων, όμορων και ομοειδών ακινήτων (βλ. ανωτέρω αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας) δίχως να απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής, το ποσοστό μείωσης των ακαθάριστων εσόδων της ενάγουσας, η επίκληση των ισολογισμών της επιχείρησής της κατά τα προηγούμενα έτη καθόσον αυτά είναι ζητήματα ουσίας και αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και θεωρώντας ότι η αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο περιέχει όλα τα κατά το νόμο ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία για τη θεμελίωση της αξίωσης αναπροσαρμογής του μισθώματος σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου προκειμένου να κρίνει την αγωγή ορισμένη και νόμω βάσιμη, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως (του άρθρου 288 του Α.Κ.) και επομένως δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε απαράδεκτο που να επιτρέπει την ίδρυση άλλου λόγου αναίρεσης.
Τέλος όσον αφορά το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής ότι δηλ. η αγωγή έπασχε αοριστίας και θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι δεν αποτυπώνονταν στο ένδικο δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα απαραίτητα στοιχεία για την ενεργητική νομιμοποίηση των αναιρεσίβλητων - εναγόντων πρέπει να αναφερθούν τα εξής:
Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων αναφέρονταν σ' αυτήν τα εξής: "...Με τον όρο 6 του συμφωνητικού επετράπη στον πρώτο εξ ημών η σύσταση εταιρείας στο μίσθιο εφόσον θα είχε ποσοστό συμμετοχής στη νέα εταιρεία τουλάχιστον 51% χωρίς την έγγραφη συναίνεση της εναγόμενης.
Το εν λόγω μισθωτήριο καταχωρήθηκε στην Δ.Ο.Υ ......την 6η Ιουλίου 2000 και α.α 1809. Στη συνέχεια δυνάμει του από 27.04.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεστήθη η ετερόρρυθμη εταιρεία, δεύτερη εξ ημών, με την επωνυμία ... Ε.Ε και αντικείμενο τη λειτουργία και εκμετάλλευση πρατηρίου υγρών καυσίμων και στην συγκεκριμένη διεύθυνση των μισθίων.
Το καταστατικό αυτό νόμιμα καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην εταιρεία συμμετέχουν οι Β. Β. με την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους και ποσοστό συμμετοχής 52% στο εταιρικό κεφάλαιο και Δ. Β. με την ιδιότητα του ετερορρύθμου μέλους και ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο 48%.
Επομένως με σαφήνεια και πληρότητα αποτυπώνονταν στο ένδικο δικόγραφο τα απαραίτητα στοιχεία για την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων". Τα ίδια δεχόμενο και το Εφετείο όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 68 ΚΠολΔ κρίνοντας ότι νομιμοποιούνται για την άσκηση της αγωγής οι ενάγοντες και επομένως δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 403/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα Δ. Μ. αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις, περί πλημμελούς εφαρμογής του άρθρου 288 Α.Κ. περιλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα ισχυρίζεται τα εξής: "... Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς τα ειδικά συγκριτικά στοιχεία (αναφορά έτερων μισθίων) που έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό του ελεύθερου μισθώματος αφού έλαβε υπόψη του α/συγκριτικά στοιχεία (μίσθια) μη αναφερόμενα κατ' αρχήν στην ένδικη αγωγή και β/συγκριτικά στοιχεία ήτοι έτερα μίσθια ακίνητα που δεν είναι όμορα με το επίδικο αφού πρόκειται για μίσθια ευρισκόμενα σε διαφορετική περιοχή (π.χ. ..., ...
κλπ) από εκείνη του μισθίου. Εξαιτίας των ανωτέρω αντιφατικών αιτιολογιών καθίσταται ασαφές το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά στις ειδικές οικονομικές συνθήκες-συγκριτικά στοιχεία που το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τον προσδιορισμό του ελεύθερου μισθώματος. Στην ουσία κατ' αυτόν τον τρόπο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, γιατί με αντιφατική αιτιολογία κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 228 ΑΚ και ως εκ τούτου υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμης, την από 29-9-2014 (με αριθμ. κατάθ. 345/ 2014), έφεση του Β. Β. και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ", την πρωτόδικη 110/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε κρίνει διαφορετικά ως προς την παραδοχή της ένδικης, από 28-3-2013, αγωγής του Β.
Β. και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ" ως προς το ύψος της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος που καθόρισε στο ποσό των 2.500 ευρώ, δικάζοντας επί της αγωγής αυτής, την έκανε, κατά ένα μέρος, δεκτή και αναπροσάρμοσε το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα του πιο πάνω μίσθιου καταστήματος από το συμφωνημένο (και κατόπιν αναπροσαρμογών) ποσό των 3.590 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου από 3,6% σε 2.000 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου από 3,6 για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και εντεύθεν.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις νομικές διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, γιατί με αντιφατική αιτιολογία κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 228 ΑΚ, είναι αβάσιμες διότι αφορούν ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αυτή αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με το ότι δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία αποδεικνύεται η ανάγκη αναπροσαρμογής-μείωσης, κατά τις αρχές της καλής πίστης, του καταβαλλομένου μηναίου μισθώματος που υπάρχει καθόσον, εξαιτίας ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον μισθωτή, με την μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με την ανάλογη μείωση του μισθώματος.
Κατά τα λοιπά η αιτίαση του ίδιου λόγου που αναφέρεται στο αναιρετήριο είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής της στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με επαναξιολόγηση, ύστερα από διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από την αναιρεσείουσα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, ούτε επίσης πρόσθετος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων, τα οποία κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση των αναιρέσεων (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012). και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες κάθε αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει προτάσεις αναιρεσίβλητων κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις: α) από 10-4-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9/2018 αίτηση του Β. Β. και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ" και β) από 30-4-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/2018 αίτηση της Δ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 250/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας και τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης της αναιρεσείουσας Δ. Μ..
Απορρίπτει στο σύνολό τους τις αιτήσεις αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο. Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων που έχουν κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της από 10-4-2018 αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης της εν λόγω αναίρεσης, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, καθώς και την αναιρεσείουσα της από 30-4-2018 αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων της αναίρεσης αυτής, τα οποία καθορίζει, επίσης στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ