1396/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1396/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Full text
Απόφαση 1396 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1396/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Γ. (αρ. ιδιοκτ. 089), 2) ….10) Π. Β. του Ι. (αρ. ιδιοκτ. 379, 381), εκ των οποίων: α) οι 1ος, 7ος, 8ος και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γραμματικόπουλο, β) οι 2η, 3η, 4ος, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Αθανασούλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και γ) η 10η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγαθονίκη Τεμπονέρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 238/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με τις αιτήσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 93/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (όπως αυτή διορθώθηκε με τις 4/2014, 5/2014, 12/2015, 43/2015 και 72/2015 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου), την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-1-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 7-2-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 93/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (ειδικής διαδικασίας απαλλοτριώσεων). Οι πληρεξούσιοι των 1ου, 7ου, 8ου, 9ου και 10ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 2-1-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 93/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (άρθρα 18 και 20 του Ν. 2882/2001). Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005).
Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις (ΑΠ 1619/2010).
Εξάλλου, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/ 2009).
Με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. γ' του π.δ/τος της 24-5-1985 (ΦΕΚ 270Δ/31-5-1985) ορίζεται, ότι: "?άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα, που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β".
Περαιτέρω, κατά τις περιπτώσεις αυτές (α, β) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, που δημιουργήθηκαν πριν από την 12-11-1962 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο βάθος 15 μ. και ελάχιστο πρόσωπο 10 μ. Επίσης, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-9-1964 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1.200 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ.
και ελάχιστο βάθος 35 μ. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ. δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου. 2) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ.
πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ώστε: α) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ., εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης, β) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1200 τ.μ. με τους λοιπούς ως άνω όρους δόμησης, γ) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.
Περαιτέρω με τις διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζονται οι αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου σε 15 μ. τουλάχιστον, κατά παρέκκλιση δε οι πλάγιες ή οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων ή οικοδομήσιμων γηπέδων της περ. Β υποπερ. αα ορίζονται σε 2,5 μ. υπό την προϋπόθεση ότι τα μήκη προσώπου ή βάθους του γηπέδου είναι μικρότερη των 20 μ.
για το πρόσωπο ή των 35 μ. για το βάθος. Τέλος με το άρθρο 2 παρ. 1β?του Π.Δ, 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α/98) ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι 60 μ.
από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24-4-85 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ.
από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής. Κριτήριο, συνεπώς, για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί προεχόντως ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ΑΠ 1619/ 2010, ΑΠ 1555/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή, και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο ανωτέρω λόγος, αν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται με σαφήνεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, συνεκδικάζοντας, μεταξύ άλλων:
Α) την από 23-12-2011 και με αριθμό καταθέσεως 56/2011 αίτηση που άσκησε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στρεφόμενη κατά των αναφερόμενων σ' αυτή καθών η αίτηση (346 τον αριθμό), μεταξύ των οποίων και οι 1ος, 3η, 4ος, 7ος, 9ος και 10η από τους ήδη αναιρεσίβλητους (10 τον αριθμό) και Β) τις στρεφόμενες κατά του Ελληνικού Δημοσίου: 1) από 3-1-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/2012, 2) από 19-6-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 95/2012, 3) από 17-4-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 55/2012, 4) από 1-2-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 21/2012, 5) από 4-1-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/2012, 6) από 4-1-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2012, 7) από 29-12-2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 59/2011, 8) από 4-1-2010 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2012), 9) από 29-12-2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 58/2011 και 10) από 29-12-2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 57/2011 αυτοτελείς αιτήσεις που άσκησαν, μεταξύ άλλων, ορισμένοι από τους καθών η παραπάνω υπό στοιχ.
Α αίτηση, μεταξύ των οποίων οι 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 6ος, 8ος και 9ος αναιρεσίβλητοι, με τις οποίες (συνεκδικαζόμενες αιτήσεις) ζητείτο, μεταξύ άλλων α) ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης για τα ακίνητα των καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου - αιτούντων, με τα ευρισκόμενα σ' αυτά δέντρα και λοιπά επικείμενα και συστατικά, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας με την υπ' αριθμ. 7696/23-5-2007 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Πελοποννήσου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ 265/22-6-2007, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 75062/17704/24-11-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, σε τιμές μονάδας αποζημίωσης μικρότερες, όσον αφορά στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και μεγαλύτερες όσον αφορά στις λοιπές, από εκείνες που προσδιορίστηκαν προσωρινά με την υπ' αριθμ. 238/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας και β) ο οριστικός προσδιορισμός της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις εναπομείνασες εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικές εκτάσεις, λόγω απομείωσης της αξίας αυτών, μετά την απότμηση των απαλλοτριουμένων τμημάτων, δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 7.696/23-5-2007 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Πελοποννήσου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ 265/22-6-2007 τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως), κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα υπέρ του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες και σε βάρος αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος Γαργαλιάνοι - Ρωμανός (χ.θ 0+000 έως χ.θ 11+844,65) της Εθνικής οδού Κυπαρισσίας - Φιλιατρών - Πύλου στο νομό Μεσσηνίας, έκτασης συνολικού εμβαδού 475.941,60 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην περιοχή των τέως Δήμων Γαργαλιάνων και Νέστορος του N. Μεσσηνίας...
Τα περιλαμβανόμενα στις κρινόμενες αιτήσεις απαλλοτριούμενα ακίνητα, επί των οποίων προβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα και εικαζόμενοι ιδιοκτήτες φέρονται οι καθών η από 23-12-2011 αίτηση, οι αιτούντες των λοιπών αιτήσεων καθώς και εκείνοι που άσκησαν παρεμβάσεις κατά τη συζήτηση, βρίσκονται στην έκταση που απαλλοτριώνεται και στην οποία γίνεται η χάραξη του νέου αυτοκινητόδρομου, ειδικότερα δε στο τμήμα Γαργαλιάνοι - Ρωμανός (χ.θ 0+000 έως χ.θ 11+844,65) και συγκεκριμένα στην περιοχή τέως Δήμων Γαργαλιάνων και Νέστορος του Ν.
Μεσσηνίας Οι ανωτέρω περιοχές ανήκουν πλέον στο Δήμο Τριφυλίας και αποτελούν δημοτικά διαμερίσματα αυτού, είναι δηλαδή πλησιόχωρες και έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και ανάλογη αξία, λαμβανομένων, όμως, υπόψη και των ειδικότερων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής και του γεγονότος ότι αυτές γειτνιάζουν (άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο) με την Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (ΠΟΤΑ) Ρωμανού, όπου έχει ολοκληρωθεί η τουριστική εγκατάσταση με την επωνυμία "...", διεθνούς φήμης, λόγος για τον οποίο η εν λόγω περιοχή έχει προοπτικές τουριστικής και συνακόλουθα οικονομικής ανάπτυξης.
Λόγω των ανωτέρω και εκτεταμένης και άριστης ποιότητας ακτογραμμής της θάλασσας (παραλίας), στην περιοχή αναπτύσσονται και τουριστικές εγκαταστάσεις μικρότερης κλίμακας, που αποβλέπουν στην εκμετάλλευση της τουριστικής κίνησης. Επιπλέον στην ανωτέρω περιοχή και σε απόσταση 5 περίπου χιλιομέτρων από την ΠΟΤΑ βρίσκονται επισκέψιμοι αρχαιολογικοί χώροι ιδιαίτερης σπουδαιότητας.
Η εγγύς περιοχή είναι κυρίως γεωργική, υψηλής παραγωγικότητας με εκτεταμένες καλλιέργειες ελαιοδένδρων, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι συστηματικά καλλιεργούμενα και αρδευόμενα, με μεγάλη απόδοση παραγόμενου προϊόντος, ενώ σε κάποιες εκτάσεις υπάρχουν και καλλιέργειες οπωροκηπευτικών, υπαίθριες ή σε θερμοκήπια, καθώς και λοιπές δενδροκαλλιέργειες Από άποψη υποδομής, εξυπηρετείται από δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας (Δ.Ε.Η, Ο.Τ.Ε, Ύδρευση), εκτός κεντρικής αποχέτευσης και εξυπηρετείται συγκοινωνιακά.
Περαιτέρω σύμφωνα με τα πορίσματα της από 26-3-2009 έκθεσης ελέγχου της κτηματικής υπηρεσίας του Ν. Μεσσηνίας και της 17-11-2009 διορθωτικής έκθεσης ελέγχου της ίδιας υπηρεσίας, κατόπιν συλλογής στοιχείων, όλες οι ιδιοκτησίες απέχουν περισσότερο από 800 μέτρα από τη θάλασσα και είναι αδρευόμενες... Περαιτέρω, ως προς τις στηριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΑΑΑ αιτήσεις περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω της μείωσης της αξίας των τμημάτων των απαλλοτριουμένων ακινήτων που θα απομείνουν μετά την απαλλοτρίωση και η οποία προκαλείται εξαιτίας αυτής λεκτέα τα ακόλουθα.
Τα εναπομείναντα τμήματα υφίστανται μείωση της αξίας, για τους λόγους και κατά τα ποσοστά που κατωτέρω εκτίθενται, με τη σημείωση ότι για την εκτίμηση της μείωσης της αξίας και κατ' ακολουθίαν για την πληρότητα της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη και το είδος του εκτελούμενου έργου (ΟλΑΠ 31/05 Δνη 46,727) που θα είναι κλειστή οδός με υψομετρική διαφορά από την επιφάνεια των ακινήτων αλλά και η πρόβλεψη για δημιουργία παρόδων προς εξυπηρέτηση των εναπομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών.
Ειδικότερα:... 11) Από την με Α.Κ.Π 089 ιδιοκτησία, με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση 22.096,32 τ.μ., (άρτια και οικοδομήσιμη), απαλλοτριώνεται έκταση 4.119,50 τ.μ. και απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 746,52 τ.μ. και 17.230,30 τ.μ., των οποίων η αξία μειώνεται κατά ποσοστό 80% και 20% αντίστοιχα... 14) Από την με Α.Κ.Π 136 ιδιοκτησία, με φερόμενη συνολική έκταση 12.277,22 τ.μ., (άρτια και οικοδομήσιμη), απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 3.449,70 τ.μ., το δε εναπομένον χωρίζεται σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της απαλλοτριούμενης ζώνης, το ένα από τα οποία βρίσκεται βορείως της νέας οδού και έχει εμβαδόν 7.120 τ.μ., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, και το άλλο βρίσκεται νοτίως της νέας οδού, έχει εμβαδόν 1.708,85 τ.μ.
και δεν είναι πλέον οικοδομήσιμο. Το πρώτο εκ των ανωτέρω εναπομενόντων τμημάτων υφίσταται μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 15% καθόσον παρά το γεγονός ότι διατηρεί την οικοδομησιμότητά του, εφάπτεται της νέας οδού, η οποία στο σημείο αυτό είναι υπερυψωμένη κατά 2,50 μέτρα, ενώ το δεύτερο εξ αυτών υφίσταται λόγω της απώλειας της οικοδομησιμότητάς τους μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 60%... 16) Από την με Α.Κ.Π 204 ιδιοκτησία, με φερόμενη συνολική έκταση 6.931,56 τ.μ., (άρτια οικοδομήσιμη), απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.293,57 τ.μ.
και εναπομένει τμήμα εμβαδού 4.637,99 τ.μ., το οποίο εκτείνεται δυτικά της νέας οδού και καθίσταται άρτιο μεν πλην όμως όχι οικοδομήσιμο, καθόσον στερείται των αναγκαίων αποστάσεων από τα όρια και ως εκ τούτου μειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 40%... 26) Από την με Α.Κ.Π 317 ιδιοκτησία, με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση 11.588,61 τ.μ., (άρτια και οικοδομήσιμη), απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση 4.248 τ.μ.
και απομένουν δύο τμήματα εμβαδού ενός στρέμματος και 6,5 στρεμμάτων περίπου, αντίστοιχα, των οποίων η αξία μειώνεται κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα... 29) Από τις με Α.Κ.Π 349 και 353 ιδιοκτησίες, οι οποίες αποτελούν τμήματα ενιαίου ακινήτου, με φερόμενη συνολική έκταση πριν την απαλλοτρίωση 12.306,64 τ.μ., (άρτια και οικοδομήσιμη), απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.773,20 τ.μ., με αποτέλεσμα να εναπομένουν δύο άνισα εδαφικά τμήματα, εκ των οποίων το ένα τμήμα εμβαδού 719,52 τ.μ.
που βρίσκεται προς τα ανατολικά της οδού και το άλλο τμήμα εμβαδού 3.613,92 τ.μ. που βρίσκεται προς τα δυτικά της οδού να καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και ως εκ τούτου να υφίστανται μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 80% κα 45% αντίστοιχα... 33) Από τις με Α.Κ.Π 379 και 381 ιδιοκτησίες, οι οποίες αποτελούν τμήματα του ιδίου ακινήτου, με φερόμενη συνολική έκταση πριν την απαλλοτρίωση 24.131,85 τ.μ., (άρτια και οικοδομήσιμη), απαλλοτριώνονται εδαφικές εκτάσεις εμβαδού 70,45 τ.μ.
και 7.348,82 τ.μ. και απομένουν τρία τμήματα εμβαδού 4.051,22 τ.μ., 6.884,12 τ.μ. και 5.777,24 τ.μ., των οποίων η αξία μειώνεται κατά ποσοστό 50%, αντίστοιχα, καθόσον αυτά καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα για τουριστικά καταλύματα, ενώ παρά το γεγονός ότι αυτά είναι οικοδομήσιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος της 24/31-5-1985, στο τμήμα των 4.051,22 τ.μ.
το ύψος της οδού 9 μέτρων, καθιστά τούτο απροσπέλαστο, ενώ για τα λοιπά, το ελάχιστο της απαιτούμενης απόστασης των τυχόν μελλοντικών κτηρίων περιορίζει τη δυνατότητα δόμησής τους, παραμένει όμως δυνατότητα γεωργικής εκμετάλλευσης...". Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο, αφού δέχτηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμες τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις και ανταιτήσεις καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης αξίας για τα εδαφικά τμήματα των παραπάνω ακινήτων μετά την απαλλοτρίωση τα προαναφερόμενα για το καθένα ποσοστά.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο αναφορικά με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα κάθε μιας από τις ανωτέρω ιδιοκτησίες, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή των όρων εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, που εφαρμόστηκε, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, και ειδικότερα για το αν τα εναπομείναντα τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών υπέστησαν σημαντική ζημία μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων από τις αρχικές ιδιοκτησίες, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν αναφέρει α) ποιά ήταν η κατά προορισμό χρήση πριν από την απαλλοτρίωση των εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν και αν αυτή παρέμεινε ίδια μετά την απαλλοτρίωση, ή μεταβλήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο και για ποιο λόγο, β) δεν προσδιορίζει ποιές από τις προβλεπόμενες στο νόμο προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας έπαψαν να πληρούν μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων από τα αρχικά φερόμενα ως άρτια και οικοδομήσιμα, ως έχοντα εμβαδόν άνω των 4.000 τ.μ.
απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, τα τμήματα των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, ώστε να καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, γ) δεν αναφέρει, καθόσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, που έχουν εμβαδόν κάτω από 4.000 τ.μ., τον χρόνο δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος προσδιορίζει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ελάχιστο πρόσωπο, ελάχιστο βάθος κ.λπ.) και αναλόγως του πιο πάνω χρόνου δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, τη συνδρομή ή όχι κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις των απαιτούμενων από το νόμο προϋποθέσεων αρτιότητας και οικοδομησιμότητας των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων, δ) δεν διευκρινίζει αν τα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, εξακολουθούσαν να είναι ή όχι επιδεκτικά καλλιέργειας και να έχουν, ή όχι την ίδια αποδοτικότητα που είχαν και πριν από την απαλλοτρίωση (ΑΠ 235/2008) και ε) δεν εξηγεί για ποιους συγκεκριμένους λόγους και κατά ποίο τρόπο το υψόμετρο του δρόμου επηρεάζει τη λειτουργικότητα και την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση.
Ειδικότερα: Καθόσον αφορά στην εναπομείνασα έκταση των 17.230,30 τ.μ. της 089 ιδιοκτησίας, για την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας της σε ποσοστό 20%, δεν εξηγεί για ποιό λόγο, αν και το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου έχει εμβαδόν πολλαπλάσιο των 4.000 τ.μ., παρά ταύτα έχει υποστεί ζημία και μάλιστα σημαντική ώστε να υπάρχει απομείωση της αξίας του τμήματος αυτού και να επιβάλλεται η επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα αυτό.
Καθόσον αφορά στην εναπομείνασα έκταση των 7.120 τ.μ. της 136 ιδιοκτησίας για την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας της σε ποσοστό 15% για το λόγο ότι εφάπτεται της νέας οδού, η οποία στο σημείο αυτό είναι υπερυψωμένη κατά 2,5 μέτρα, δεν εξηγεί για ποιους συγκεκριμένους λόγους και κατά ποίο τρόπο το υψόμετρο του δρόμου επηρεάζει τη λειτουργικότητα και την κατά προορισμό χρήση του εν λόγω τμήματος που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι το εν λόγω τμήμα υπέστη σημαντική ζημία, που να δικαιολογεί τον καθορισμό της επιδικασθείσας ιδιαίτερης αποζημίωσης.
Καθόσον αφορά στην εναπομείνασα έκταση των 4.637,99 τ.μ. της 204 ιδιοκτησίας για την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας της σε ποσοστό 40% για τον λόγο ότι παραμένει άρτια πλην όμως όχι οικοδομήσιμη, καθόσον στερείται των αναγκαίων αποστάσεων από τα όρια της οδού, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει ποιά είναι η προβλεπόμενη από το νόμο (το άρθρο 2 παρ. 1β? του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α/98) ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τα όρια της οδού στην περιοχή του εν λόγω ακινήτου, αν η εν λόγω ιδιοκτησία πληρούσε πριν από την απαλλοτρίωση την προϋπόθεση αυτή οικοδομησιμότητας της εν λόγω ιδιοκτησίας και πόση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση της εναπομείνασας έκτασης των 4.637,99 τ.μ.
της 204 ιδιοκτησίας η απόσταση των κτιρίων από τα όρια της οδού, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν εξέλιπε η προϋπόθεση αυτή εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης και συνεπώς εάν η εναπομείνασα αυτή έκταση υπέστη τη γενόμενη δεκτή από το Εφετείο σημαντική μείωση της αξίας της εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης. Καθόσον αφορά στη μία από τις δύο εναπομείνασες εκτάσεις της 317 ιδιοκτησίας, με φερόμενη έκταση (της 317 ιδιοκτησίας) πριν από την απαλλοτρίωση 11.588,61 τ.μ. (άρτια και οικοδομήσιμη) και δη την εναπομείνασα έκταση, εμβαδού 6,5 στρεμμάτων, ως προς την οποία μόνο πλήττεται με την αναίρεση το κεφάλαιο ιδιαίτερης αποζημίωσης, αναφορικά με την ιδιοκτησία αυτή, για την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας της σε ποσοστό 30%, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραθέτει καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί σε τι συνίσταται η μείωση της αξίας της, ιδίως δε δεν αναφέρει αν αυτές ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση.
Καθόσον αφορά στη μία από τις δύο εναπομείνασες εκτάσεις των υπ' αρ. ΚΠ 349 και 353 ιδιοκτησιών, οι οποίες αποτελούν τμήματα ενιαίου ακινήτου, με φερόμενη συνολική έκταση πριν από την απαλλοτρίωση 12.306,64 τ.μ., (άρτια και οικοδομήσιμη), και δη την εναπομείνασα έκταση, εμβαδού 3.613,92 τ.μ., ως προς την οποία μόνο πλήττεται με την αναίρεση το κεφάλαιο ιδιαίτερης αποζημίωσης, αναφορικά με την ιδιοκτησία αυτή, για την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας της σε ποσοστό 30%, επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραθέτει καθόλου πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να μπορεί να συναχθεί σε τι συνίσταται η μείωση της αξίας της, ιδίως δε, δεν αναφέρει αν αυτή ήταν ή δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμη κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση.
Επίσης, καθόσον αφορά στην εν λόγω εναπομείνασα έκταση των 3.613,92 τ.μ., πρέπει να αναφερθεί ότι αυτή, έχοντας εμβαδόν τουλάχιστον 2.000 τ.μ., θα μπορούσε να είναι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, άρτια και οικοδομήσιμη, υπό την προϋπόθεση ότι το αρχικό γήπεδο είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978, και εφόσον συνέτρεχαν οι αναφερόμενοι στη μείζονα σκέψη όροι δόμησης, περιστατικά τα οποία δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως είναι αναγκαίο προκειμένου να διερευνηθεί αν η έκταση αυτή ήταν ή δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμη.
Τέλος, καθόσον αφορά στα τρία εναπομείναντα τμήματα επιφάνειας 4.051.22 τ.μ., 6.884,12 τ.μ. και 5.777,24 τ.μ., αντίστοιχα, των υπ' αριθ. 379 και 381 ιδιοκτησιών, οι οποίες (379 και 381 ιδιοκτησίες) με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποτελούν ενιαία ιδιοκτησία και για τα οποία (εναπομείναντα τμήματα) η αναιρεσιβαλλόμενη καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας τους σε ποσοστά 50% για καθένα απ' αυτά, με την αιτιολογία ότι παρότι εξακολουθούν να είναι οικοδομήσιμα, αφενός το τμήμα των 4.051.22 τ.μ.
καθίσταται απροσπέλαστο λόγω του ύψους (9 μέτρων) της οδού, ενώ στα υπόλοιπα περιορίζεται η δυνατότητα δόμησής τους λόγω της ελάχιστης απαιτούμενης απόστασης από το όριο της οδού, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει σαφώς, καθόσον αφορά στο πρώτο ακίνητο, ποια ήταν η κατά προορισμό χρήση του εν λόγω τμήματος και για ποιους συγκεκριμένους λόγους και κατά ποίο τρόπο το υψόμετρο της Οδού επηρεάζει τη λειτουργικότητα και την κατά προορισμό χρήση του εν λόγω τμήματος που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν το εν λόγω τμήμα υπέστη σημαντική ζημία, που να δικαιολογεί τον καθορισμό της επιδικασθείσας ιδιαίτερης αποζημίωσης, καθόσον δε αφορά στα λοιπά δύο ακίνητα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει ποιά είναι η προβλεπόμενη από το νόμο (άρθρο 2 παρ. 1β?του Π.Δ 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α/98) ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τα όρια της οδού στην περιοχή των εν λόγω ακινήτων, αν οι εν λόγω ιδιοκτησίες πληρούσαν πριν από την απαλλοτρίωση την προϋπόθεση αυτή οικοδομησιμότητας και πόση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση των εκτάσεων αυτών η απόσταση των κτιρίων από τα όρια της οδού, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν εξέλιπε η προϋπόθεση αυτή εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης και συνεπώς εάν οι εναπομείνασες αυτές εκτάσεις υπέστησαν τη γενόμενη δεκτή από το Εφετείο σημαντική μείωση της αξίας τους εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης.
Πέραν τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι τα ως άνω εναπομείναντα τμήματα κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα για τουριστικά καταλύματα, παρότι εξακολουθούν να είναι οικοδομήσιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 24/31-5-1985, παραλείποντας να αναφέρει για την πληρότητα της αιτιολογίας της, σχετικά με τη σημαντική απομείωση της αξίας τους που δέχτηκε ότι υπέστησαν τα παραπάνω τμήματα, για το λόγο αυτό, ποιά ήταν η κατά προορισμό χρήση των παραπάνω ιδιοκτησιών πριν και μετά την απαλλοτρίωση, αν οι παραπάνω ιδιοκτησίες πληρούσαν τους ισχύοντες νόμιμους όρους δόμησης για την ανέγερση σ' αυτά τουριστικών καταλυμάτων πριν από την απαλλοτρίωση και ποιοί ήταν αυτοί, καθώς και αν οι όροι αυτοί μεταβλήθηκαν και κατά ποίο τρόπο.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι κατ' ουσίαν βάσιμος.
Μετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), το οποίο κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 93/2013 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018
.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ