Legislator Case Law & Legislation
1396/2017 AI generated

1396/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1396/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8037/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4442/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1396/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 14 § 1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 § 1 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ.52/1974) "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως.

Keywords

AI generated
hearing of a parent acknowledgment of a child offences against the family right to know one's parentage important family reasons parental responsibility
AI generated
1631/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1656/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-12-1998 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4856/1999 μη οριστική και 1909/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2825/2002 μη οριστική και 7196/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 62/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε τις αποφάσεις αυτές και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 9540/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2006 αίτησή του.
412/2013
Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Λόγος αναίρεσης από τον από τον αριθμό 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο ισχυρισμός, ότι η διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης «είχε ικανότητα και βούληση και γνώση των δικαιοπρακτικών πράξεων που μετήλθε» δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αναγνωριστικής ακυρότητας διαθήκης αγωγής.
1592/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
2033/2014
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2002 αγωγή της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 796/2003 και 1177/2003 μη οριστικές και η 4955/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3013/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/11/2008 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1396 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1396/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Α. Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Κούρτοβικ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8037/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4442/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/5/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 20/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4442/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-10-2012 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 8037/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 3-9-2007 αγωγή της.

Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Κατά το άρθρο 14 § 1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 § 1 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ.52/1974) "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως.

Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 § 2 της ΕΣΔΑ (και 19 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, Ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο § 1 του N.1178/1981, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή τον διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην αντίληψη και την εντύπωση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:

α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (ΑΚ 57 § 2), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρ. 14 §§ 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρ. 25 § 3 του Συντάγματος).

Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρ. 361-363 ΠΚ και επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία, δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης, απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (ΠΚ 367 § 1γ ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, όπως προπάντων είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά και γενικότερα όσοι κάνουν χρήση του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι είναι επιτρεπτά για τα πρόσωπα αυτά δημοσιεύματα προς ενημέρωση του κοινού, ακόμη και αν περιέχουν οξεία κριτική και δυσμενείς σε βάρος τους χαρακτηρισμούς. Κατ’ εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 § 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος παρέχει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας, ενώ μορφές υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (ΑΠ 19/2012, 170/2010).

Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.

Για την εφαρμογή της διατάξεως, δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου, ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολομ.

ΑΠ 5/2011). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Ν.2472/1997, που εκδόθηκε ενόψει και σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46/ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης-10-1995 "για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών", ορίζεται ότι: "Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής" και στο άρθρο 2 ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων.... β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική ......και στην ερωτική ζωή....γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί.....δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (επεξεργασία), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, με ή χωρίς βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η συντήρηση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση ή συσχέτιση ή ο συνδυασμός ή διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.

ε)....ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικά αποτελέσματα".

Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος ορίζει στο άρθρο 5 ότι: "1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) .....ε)Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών".

Σε περίπτωση δε παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων, εφαρμογή έχει του άρθρο 23 του Ν. 2472/1997 και το ταυτάριθμο άρθρο της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει:

α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1977, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.

Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα. (ΑΠ 2215/2014, ΑΠ 637/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα, τα ακόλουθα: "Το καλοκαίρι του έτους 2002, η αδερφή της ενάγουσας, Α.

Σ., κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση "17 Νοέμβρη". Στις 12 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, η Α. Σ. συνελήφθη και στη συνέχεια, με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, αποφασίσθηκε η προσωρινή της κράτηση. Την 19-9-2002, στη σελ. … του υπ’ ... φύλλου της καθημερινής εφημερίδας πανελλήνιας κυκλοφορίας, που εκδίδεται στην Αθήνα, με τίτλο "...", εκδότης της οποίας είναι ο πρώτος εναγόμενος και ιδιοκτήτρια η δεύτερη εναγομένη εταιρία, δημοσιεύθηκε ανυπόγραφο άρθρο που αφορούσε την Α.

Σ., η οποία είχε καταστεί δημόσιο πρόσωπο, που απασχολούσε την κοινή γνώμη, συνοδευόμενο από φωτογραφία της. Το εν λόγω άρθρο έφερε τον τίτλο "Ο πατέρας της Σ. είχε σκοτώσει με σιδερολοστό τη μάνα της" και τον υπέρτιτλο "Στα πέντε της χρόνια κρατούσε στα χέρια της τη δολοφονημένη μητέρα της", είχε δε το ακόλουθο περιεχόμενο: " Ήταν Αύγουστος του 1966 όταν η πεντάχρονη τότε Α.

κρατούσε στα παιδικά της χέρια αιμόφυρτη τη μητέρα της Ε.. Λίγη ώρα πριν μαζί με τις δύο μεγαλύτερες αδερφές της είχαν δει τον πατέρα τους να χτυπά ανηλεώς μέχρι θανάτου με σιδερολοστό τη μητέρα της στο κεφάλι. Η Α. Σ., το μικρότερο από τα τρία παιδιά της Ε. και του Γ. Σ., είδε το σκληρό πρόσωπο της ζωής από πολύ μικρή.

Ήταν πριν από τριανταέξι χρόνια, αρχές Αυγούστου...Τα τρία μικρά κορίτσια παίζουν αμέριμνα στην αυλή του σπιτιού της οικογένειας Σ. επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, όταν οι κραυγές της μάνας που καλούν σε βοήθεια τραβούν την προσοχή τους. Πλησιάζουν στο παράθυρο και έκπληκτα τα παιδικά μάτια παρατηρούν το χέρι του 48χρονου τότε πατέρα να χτυπά με μανία την άτυχη γυναίκα με ένα σιδερένιο λοστό στο κεφάλι.

Η Ε. Σ. πέφτει στο έδαφος μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ο Γ. Σ., άεργος ελαιοχρωματιστής, την εγκατέλειψε αβοήθητη και σπεύδει στο αστυνομικό τμήμα για να παραδοθεί. Η Α. με τις αδερφές της τρέχουν να βοηθήσουν τη "μαμά" αλλά είναι πλέον αργά. "Το αίμα έτρεχε από το κεφάλι της μαμάς ποτάμι και έπεφτε στο πάτωμα" λέει αργότερα στους αστυνομικούς η μικρή Κ..

Οι γείτονες που γνωρίζουν την οικογένεια Σ. δεν εκπλήσσονται από την είδηση της δολοφονίας. Ήταν κοινό μυστικό, άλλωστε, πως ο Γ. Σ. συχνά χτυπούσε τη γυναίκα ακόμη και μπροστά στα παιδιά του. Τη ζήλευε. Την κακοποιούσε συχνά λένε, ενώ μία φορά είχε περιλούσει την άτυχη γυναίκα με καυτό νερό. Το δικαστήριο καταδικάζει σε 19 χρόνια κάθειρξης τον 48χρονο άνδρα και τα παιδιά που μένουν με την αδερφή της μητέρας τους δίδονται σε ορφανοτροφείο στην ....

Από εκείνα τα τραγικά παιδικά χρόνια οι δημοσιογράφοι που κάλυψαν τότε την υπόθεση απομόνωσαν τα λόγια της τότε 5χρονης Α.: "Τη μαμά μου την έβαλαν στην τάφο. Θα πάω στη φυλακή να φτύσω τον πατέρα"....Το ανωτέρω δημοσίευμα, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό του, αναφέρεται στην οικογένεια της Α.ς Σ., δηλαδή στους γονείς της και στις δύο αδερφές της, η μία από τις οποίες είναι η ενάγουσα.

Είναι αληθές ότι δεν αναγράφεται το ονοματεπώνυμο της τελευταίας, προσδιορίζεται όμως με σαφήνεια η ταυτότητά της, ως εκ της γνωστής στα άτομα του κοινωνικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος της, συγγενικής σχέσης της με την Α. Σ.....Περαιτέρω, στο δημοσίευμα αυτό στην εφημερίδα "..." περιγράφεται η δολοφονία της μητέρας της ενάγουσας από τον πατέρα της, τον Αύγουστο του 1966, με τη χρήση σιδερολοστού και αναφέρεται ότι στο εν λόγω συμβάν ήταν παρούσες η ενάγουσα και οι αδερφές της.

Τα αναγραφόμενα σχετικά με τη δολοφονία της μητέρας της είναι αληθή, καθόσον αυτή (δολοφονία) πράγματι συνέβη το έτος 1966 και μάλιστα είχε εκτενώς απασχολήσει τις εφημερίδες της εποχής με πρωτοσέλιδες φωτογραφίες και ρεπορτάζ. Δεν αποδείχθηκε ωστόσο ότι η δολοφονία έγινε παρουσία των ανηλίκων τέκνων του ζεύγους Σ., επομένως και της ενάγουσας, αλλά ούτε και η απουσία αυτών από τον συγκεκριμένο χώρο.

Πρόκειται δηλαδή για διάδοση, μέσω του επίμαχου δημοσιεύματος γεγονότων εν μέρει αληθών (δολοφονία της μητέρας της ενάγουσας από τον πατέρα της) και εν μέρει μη αποδειχθέντων ως αληθών ή ψευδών, εφόσον καταλείπονται αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια τους (παρουσία ή όχι της ενάγουσας και των αδερφών της κατά τη δολοφονία της μητέρας τους).

Δεν στοιχειοθετείται επομένως η τέλεση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθ.363 ΠΚ) από τους εναγομένους σε βάρος της ενάγουσας, αλλά αυτού της απλής δυσφήμησης με την έννοια του άρθρου 362 σε συνδυασμό με 366 παρ.1 εδ. β’ του ιδίου Κώδικα. Τα γεγονότα δε που διέδωσαν οι εναγόμενοι μέσω του δημοσιεύματος ανάγονται αποκλειστικά στις σχέσεις του οικογενειακού βίου της ενάγουσας που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον, είναι δε ικανά κατ’ αντικειμενική κρίση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της ως κοινωνικού προσώπου.

Επομένως η δημοσιοποίησή τους δεν επιτρεπόταν να γίνει χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας, η οποία αποδείχθηκε ότι δεν είχε εκ των προτέρων δοθεί. Εξάλλου, οι εναγόμενοι διέδωσαν τα γεγονότα αυτά στο αναγνωστικό τους κοινό εν γνώσει της αρνητικής επίπτωσής τους στην προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή της ενάγουσας αφού αποκάλυψαν πανελληνίως αρνητικά στοιχεία της οικογενειακής ζωής, τα οποία κάθε μέσος συνετός άνθρωπος θα ήθελε να αποκρύψει και την εμφάνισαν ως άτομο προερχόμενο από προβληματική οικογένεια, με τραυματικά παιδικά βιώματα.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το επικαλούμενο από τους εναγομένους γεγονός, ότι τα εκ μέρους τους διαδοθέντα ως άνω γεγονότα ήταν ήδη γνωστά από τις εφημερίδες του έτους 1966, οπότε έγινε η δολοφονία της μητέρας της ενάγουσας και ότι αποτελούν απλή και μόνο αναμετάδοσή τους, ούτε από το, επίσης επικαλούμενο από τους εναγομένους γεγονός, ότι το εν λόγω δημοσίευμα ήταν επικεντρωμένο σε γεγονότα του βίου της Α.

Σ., που στη δεδομένη χρονική στιγμή ενδιέφερε το τηλεοπτικό κοινό και όχι στην ενάγουσα, διότι και υπό τα δεδομένα αυτά στοιχειοθετείται σε βάρος της απλή δυσφήμηση, αφού ακόμη και άτομα του περιβάλλοντος της που γνώριζαν, ότι είναι αδερφή της Α. Σ., αλλά αγνοούσαν το εν λόγω περιστατικό που θίγει την προσωπικότητά της, το πληροφορήθηκαν χωρίς, προφανώς, τη θέλησή της, από το επίμαχο δημοσίευμα.

Περαιτέρω, με το εν λόγω δημοσίευμα δημοσιοποιήθηκαν και προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, ότι δηλαδή κατά την παιδική της ηλικία ο πατέρας είχε σκοτώσει τη μητέρα της και ότι η ίδια, μαζί με τις αδερφές της, δόθηκαν σε ορφανοτροφείο, στην ..., και έγινε επεξεργασία αυτών χωρίς τη συγκατάθεσή της, δηλαδή κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ.1 ν.2472/1997.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι, κατόπιν έρευνας και συλλογής στοιχείων δημιούργησαν αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της ενάγουσας τα οποία και δημοσιοποίησαν κατά τα ανωτέρω, απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού τους ότι δεν προέβησαν σε επεξεργασία αρχείου προσωπικών δεδομένων, καθόσον απλώς αναμετάδωσαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων του έτους 1966.

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω περιστατικό δημοσιοποιήθηκε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και συγκεκριμένα προκειμένου να πληροφορηθεί το κοινό για μια πολύκροτη υπόθεση που αφορούσε το πρόσωπο της προφυλακισμένης, ως ύποπτης για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση "17 Νοέμβρη" Α.

Σ. και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν είχαν πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψης της ενάγουσας. Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η δημοσιοποίηση του ανωτέρω περιστατικού της δολοφονίας της μητέρας της ενάγουσας, με αναφορά και στην ίδια, ως μία από τις αδερφές της Α. Σ., καθώς και με αναφορά στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της, ως τέκνου καταδικασθέντος για ανθρωποκτονία και ανατραφέντος σε ορφανοτροφείο, δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού, αφού δεν είχε άμεση σχέση με την τρέχουσα επικαιρότητα, δηλαδή με την υπόθεση της ανωτέρω τρομοκρατικής οργάνωσης και με τη σύλληψη των μελών της, η οποία και μόνο ενδιέφερε κατ’ εκείνο το χρόνο την κοινή γνώμη.

Επομένως, η νόμιμη ένσταση των εναγομένων που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 γ’ του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.... Εξάλλου, η ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, για το λόγο ότι η ενάγουσα άσκησε την αγωγή της λίγο πριν από την εκπνοή της πενταετίας χωρίς να προηγηθεί υποβολή αίτησης επανόρθωσης ή οποιαδήποτε έγγραφη ή προφορική διαμαρτυρία της, είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον τα ανωτέρω επικαλούμενα για τη θεμελίωση της πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της καταχρηστική...".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή της πληττόμενης απόφασης στηρίζουν σαφώς και επαρκώς οι παραδοχές του Εφετείου ότι α) με το επίμαχο δημοσίευμα διαδόθηκαν γεγονότα και δημοσιεύθηκαν προσωπικά δεδομένα της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα, ότι ήταν τέκνο καταδικασθέντος για ανθρωποκτονία της μητέρας της, άτομο που ανατράφηκε σε ορφανοτροφείο και ότι ήταν αδελφή κατηγορηθείσας για συμμετοχή στην οργάνωση 17 Νοέμβρη, τα οποία αφορούσαν στην αναιρεσίβλητη, η οποία δε κατονομαζόταν μεν, αλλά προσδιοριζόταν σαφώς μέσω της αναφοράς της συγγενικής της σχέσης προς την Α.

Σ., β) η διάδοση των γεγονότων και η δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων έγινε από τον αναιρεσείοντα, εν γνώσει της αρνητικής επίπτωσης τους στην προσωπική οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή της αναιρεσίβλητης, αφού αποκάλυψαν πανελληνίως, αρνητικές πληροφορίες για την οικογενειακή ζωή της, τις οποίες κάθε μέσος συνετός άνθρωπος θα ήθελε να αποκρύψει και την εμφάνισαν, ως άτομο προερχόμενο από προβληματική οικογένεια, με τραυματικά παιδικά βιώματα και δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αφ’ ενός μεν τα διαδοθέντα ως άνω γεγονότα ήταν ήδη γνωστά από τις εφημερίδες του έτους 1966, οπότε έγινε η δολοφονία της μητέρας της ενάγουσας, αφ’ ετέρου δε αποτελούν απλή και μόνο αναμετάδοση τους, καθόσον και υπό τα δεδομένα αυτά, στοιχειοθετείται σε βάρος της απλή δυσφήμηση, αφού ακόμη και άτομα του περιβάλλοντος της που γνώριζαν ότι είναι αδελφή της Α.

Σ. αλλά αγνοούσαν το εν λόγω περιστατικό που θίγει την προσωπικότητά της, το πληροφορήθηκαν χωρίς, τη θέλησή της, από το επίμαχο δημοσίευμα και γ) τα προσωπικά αυτά δεδομένα περιλαμβάνονταν σε αρχείο τέτοιων δεδομένων, που δημιούργησε ο αναιρεσείων στην εκδιδόμενη από τον ίδιο εφημερίδα "ΧΩΡΑ" και ήταν ικανά, κατ’ αντικειμενική κρίση, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσίβλητης ως κοινωνικού προσώπου.

Περαιτέρω, το Εφετείο, κατ’ ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο έκρινε ότι δεν συντρέχει ούτε περίπτωση άρσης του αδίκου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος λόγω της επικληθείσας από αυτόν περίπτωσης δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, αφού, κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, η δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων περιστατικών δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού, ενόψει του ότι δεν είχε άμεση σχέση με την τρέχουσα επικαιρότητα, η οποία και μόνο ενδιέφερε κατ’ εκείνο το χρόνο την κοινή γνώμη.

Εξάλλου, κατ’ ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά (αδράνεια ως προς την άσκηση της αγωγής, παράλειψη της αναιρεσίβλητης να ζητήσει την επανόρθωση ή να προβεί σε σχετική διαμαρτυρία) δεν επαρκούν και αληθή υποτιθέμενα, για τη θεμελίωση του προσβαλλόμενου ως άνω ισχυρισμού, η οποία απαιτεί τη συνδρομή των αναφερομένων στη σχετική μείζονα σκέψη, πλην όμως ελλειπουσών στην ένδικη υπόθεση, προϋποθέσεων.

Ενόψει αυτών και οι τρεις λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Σημειώνεται πως την ένδικη αίτηση απαιτεί ο διάδικος Γ. Τ., ενώ, χωρίς εννόμω επιρροή και αθετεί αποφάσεις στο παρόν Δικαστήριο και η αρχική διάδικος εταιρεία "...

Α.Ε.". Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.5.2015 αίτηση του Γ. Τ. προς αναίρεση της 4442/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ