Legislator Case Law & Legislation
1396/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of intent claim due to unproven fund usage facts.

Case Number 1396/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a fraud claim regarding unreturned loan funds. The appellants argued that the defendant company lacked intent to defraud because the money was allegedly used to pay off third-party debts rather than being misappropriated. The court rejected this argument because the lower court's uncontested finding that the funds were transferred to a different account without direct payment to creditors negated the necessary factual basis for the fraud claim.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 914 of the Civil Code; Art. 397 of the Penal Code: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the appellate court's finding of fact, which is uncontested and unchallengeable, renders the alleged legal violation impossible to establish.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lack of intent fraud uncontested facts substantive law violation legal reasoning structure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 914 of the Civil Code
Art. 397 of the Penal Code
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1396 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1396/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Γ., 2) Γ. Κ. του Ν., 3) Σ.-Δ. Κ. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... (...) IC LIMITED", που εδρεύει στα νησιά ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... LIMITED" και ήδη "... MANAGEMENT (INTERNATIONAL) LIMITED", που εδρεύει στα νησιά ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγιώτη-Κοσμά Βασιλακόπουλο και Παναγιώτη Βρυώνη εκ των οποίων μόνο ο δεύτερος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1689/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 787/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/12/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 8/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ^^ ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του:

καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 609/2013). Περαιτέρω, η καταδολίευση δανειστών, τελουμένη προς την βλάβη αυτών με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζομένη δε ειδικώς από τις διατάξεις των άρθρων 939 επ.

του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία υπό την έννοια του άρθρου 914 του Κώδικα αυτού. Τούτο δε, καθόσον είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπεια της, όμως, ορίζεται με το άρθρο 939 του ΑΚ, όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση θεμελιώνει την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 397 του ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη.

Μόνο όταν ο οφειλέτης τελεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα του εν λόγω άρθρου 397 ΠΚ με τους προβλεπομένους με αυτό άλλους (πλην απαλλοτριωτικής πράξης) τρόπους, οπότε δεν ανακύπτει η περίπτωση της διάρρηξης, τίθεται ενδεχομένως ζήτημα αποζημίωσης (ΑΠ 1531/2013, ΑΠ 554/2005, ΑΠ 84/2004, ΑΠ 284/2007). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 397 του Ποινικού Κώδικα "ο οφειλέτης, που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη.

Όμοια τιμωρείται, όποιος επιχειρεί κάποια από τις πράξεις αυτές υπέρ του οφειλέτη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς, η ολικώς ή μερικώς ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή (ΑΠ 283/2012 (Ποιν).

Εξάλλου, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, η προϋπόθεση της μη επάρκειας της υπόλοιπης περιουσίας, πρέπει να συντρέχει σε κάθε περίπτωση. Είτε δηλαδή η διάρρηξη ζητείται για την πράξη της απαλλοτρίωσης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, προς βλάβη του δανειστή, που έχει απαρχής μόνο χρηματική απαίτηση κατ’ εκείνου, είτε για την απαλλοτρίωση μόνο ορισμένου κατ’ είδος πράγματος του οφειλέτη, ο οποίος έχει απ’ αυτή την αιτία πρωτογενή αξίωση μη χρηματική, για την προς αυτόν τον ίδιο μεταβίβαση του πράγματος κατά μετατροπή δε χρηματική εκ των άρθρων 335, 382 Α.Κ.

λόγω αποζημιώσεως για μη εκπλήρωση της συμβάσεως (ΑΠ 6/2003). Ενεργητικό υποκείμενο του παραπάνω εγκλήματος στην περίπτωση που οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, προσωπικού ή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα, είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του (ΑΠ 332/98, ΑΠ 1260/94), η ανεπάρκεια δε της μετά την απαλλοτρίωση εναπομείνασας περιουσίας επί νομικού προσώπου κεφαλαιουχικού χαρακτήρα, θα κριθεί με βάση την περιουσία του ιδίου του νομικού προσώπου και όχι των μελών του Δ.Σ.

αυτού αφού τα τελευταία (μέλη) δεν ευθύνονται ατομικώς για τις οφειλές του πρώτου (νομικού προσώπου). Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 397 ΠΚ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο τον προς απόκρουση της από τις αναιρεσίβλητες εγερθείσας και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσας ένδικης αγωγής, προβληθέντα ισχυρισμό τους περί υπάρξεως επαρκούς περιουσίας αυτών, ως μελών του Δ.Σ.

της απαλλοτριώσασης οφειλέτριας εταιρείας [LD] προς ικανοποίηση της απαιτήσεως των δανειστριών αναιρεσιβλήτων, δεχθείσα (εσφαλμένως κατά την προβαλλομένη αιτίαση) ότι "στην περίπτωση της καταδολίευσης δανειστών, όπου οφειλέτρια, είναι νομικό πρόσωπο με χαρακτήρα κεφαλαιουχικής εταιρείας (... SHIPPING LD) δεν ερευνάται αν υφίσταται επαρκής περιουσία των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτής προς ικανοποίηση της απαίτησης της δανείστριας, δοθέντος ότι αυτά (μέλη Δ.Σ.).δεν ευθύνονται προσωπικά για τις οφειλές του νομικού προσώπου" κρίνεται απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επί της κατ’ αρθρ.914 ΑΚ αδικοπραξίας συνισταμένης στη διάπραξη εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων κεφαλαιουχικού νομικού προσώπου του κατ’ άρθρο 397 ΠΚ εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών η απαιτουμένη για τη θεμελίωση του τελευταίου, ανεπάρκεια της περιουσίας του εν λόγω νομικού προσώπου (ως οφειλέτη) προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή θα κριθεί με βάση την περιουσία του νομικού προσώπου και όχι των νόμιμων εκπροσώπων ή των μελών του Δ.Σ.

αυτού, τα οποία δεν ευθύνονται προσωπικά για τις οφειλές του νομικού προσώπου. Η κρίση δ’ αυτή δεν αναιρείται από την επικαλουμένη απαλλαγή (αθώωση) του τρίτου των αναιρεσειόντων με την 409/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, από την αποδοθείσα σε βάρος του σχετική κατηγορία [διαπράξεως του κατ’ άρθ. 397 ΠΚ εγκλήματος] αφού, και ανεξαρτήτως του ότι από τις αποφάσεις του ποινικού δικαστηρίου δεν απορρέει δεδικασμένο εκτεινόμενο την πολιτική δίκη (ΑΠ 325/09, ΑΠ 580/01) από την μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένη από 2-2-15 βεβαίωση του γραμματέα του παραπάνω δικαστηρίου προκύπτει η άσκηση εφέσεως από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς κατά της αποφάσεως αυτής.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13 ΑΠ 2119/2014).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 397 ΠΚ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον προς απόκρουση της κατ’ αυτών από τις αναιρεσίβλητες εγερθείσας και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιωθείσας ένδικης αγωγής, νομοτύπως προταθέντα ισχυρισμό ελλείψεως δόλου προς διάπραξη του αποδιδόμενου σ’ αυτούς με την τελευταία (αγωγή) εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απορρέουσας (ελλείψεως δόλου) από το γεγονός ότι το απ’ αυτούς αναληφθέν από τον ενεχυρασμένο τραπεζικό λογαριασμό της οφειλέτριας - εγγυήτριας εταιρείας (...) χρηματικό ποσό των 154.000 δολ.

ΗΠΑ χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας τους (μισθοδοσίες, λειτουργικά έξοδα) διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στη μείζονα πρόταση των προεφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, ελλιπή αιτιολογία αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ισχυρισμό και ειδικότερα "περί του αν εξοφλήθηκαν πράγματι οφειλές προς τρίτους έστω και μη άμεσα και αν τελικώς δέχεται ή όχι η απόφαση ότι υπήρξαν τέτοιες εξοφλήσεις υποχρεώσεων της εταιρείας ...".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από τη ρητή ανέλεγκτη παραδοχή αυτής ότι "ο ισχυρισμός αυτός (στον οποίο αφορά - προβαλλομένη αιτίαση) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι από το αναληφθεί συνολικόποσό (164.00 δολλάρια ΗΠΑ και 700 Ευρώ) ποσό 154.000 δολ.ΗΠΑ μεταφέρθηκε αυτούσιο με έμβασμα σε άλλο (μη ενεχυρισμένο) λογαριασμό της ...

στην τράπεζα PROBANK Α.Ε. χωρίς να διατεθεί άμεσα για την εξόφληση των επικαλουμένων οφειλών τους προς τρίτους.... Επιπρόσθετα οι επικαλούμενες καταβολές σε εργαζόμενους φέρεται να έλαβαν χώρα ... σε ημερομηνίες που απέχουν χρονικά από την ανάληψη του χρηματικού ποσού των 154.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι σχετίζονται με το ποσό αυτό" προκύπτει η ρητή και αναιρετικά ανέλεγκτη παραδοχή του κατά την προβαλλομένη αιτίαση φερομένου ως ελλίποντος και θεμελιωτικού αυτής στοιχείου αποτελούντος πραγματικού περιστατικού "της μη απόδειξης ότι το αναληφθέν ποσό σε κάθε περίπτωση σχετίζεται με τις επικαλούμενες καταβολές προς τρίτους".

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.12.14 και με αριθμ. καταθ. 138/2014 αίτηση αναιρέσεως της 787/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μον/λούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ