1396/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1396/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζήτησε δε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα χρηματικά ποσά κατά τα οποία κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη. Η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 470/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η εναγόμενη, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Full text
Απόφαση 1396 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1396/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Αγγελάκο και Κωνσταντίνο Σκουζέ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη-Γαλάνη, η οποία ανεκάλεσε την από 19-4-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 489/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 20-12-1998 αγωγή του στην οποία εξέθετε ότι, ενώ με την υπ' αριθ. 1467/1988 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πατρών διατάχθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, λόγω οφειλής του από χορήγηση πίστωσης με πιστωτική κάρτα, κεφάλαιο 215.636 δρχ., νομιμοτόκως από 1-8-1988, ποσοστό 8% ΕΦΤΕ επί των τόκων και 9.000 δρχ.
για δικαστική δαπάνη και ότι για τα παραπάνω ποσά του κοινοποιήθηκε δύο φορές απόγραφο με επιταγή προς πληρωμή, η εναγόμενη αυθαίρετα και παράνομα προέβη σε τριμηνιαία κεφαλαιοποίηση των τόκων και του ποσοστού ΕΦΤΕ επί των τόκων, χωρίς κάτι τέτοιο να έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους, δεν προβλεπόταν από διάταξη νόμου, δεν είχαν επιδικασθεί τόκοι τόκων με την ως άνω Διαταγή Πληρωμής και δεν επιτάχθηκε με την επιταγή προς εκτέλεση να καταβάλει τόκους τόκων και έτσι υπό την απειλή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε σ' αυτήν, πλέον των πράγματι οφειλομένων, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν σε παράνομο ανατοκισμό και ως προς τα οποία η εναγόμενη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη.
Ζήτησε δε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα χρηματικά ποσά κατά τα οποία κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη. Η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 470/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η εναγόμενη, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Στο άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2789/2000, όπως η παρ. 1 και το εδ. α' της παρ. 2 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 6 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζονται τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με τους συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων τυχόν υπερβάλλον ποσόν πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31-12-1985, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως του δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.
Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμιά περίπτωση και για καμιά αιτία".
Εξάλλου, στην παράγραφο 8 εδαφ. α', β' και γ' του ίδιου άρθρου, όπως το εδαφ. β' προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται: "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίσθηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη (εδ.
α). Σε όσες, όμως, από τις παραπάνω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τις τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον (εδ.
β'). Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής, εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία (εδ. γ')". Παρά τη γενικότητα της διατυπώσεως τους, οι όμοιες ακριβώς διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 8, έχουν την έννοια ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτά καθ' υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1, κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλάσια του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλομένου κατά νόμο ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ' εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1, όχι όμως και ότι καταργούνται απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι' αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000.
Τούτο προκύπτει αφενός από τη λογική ερμηνεία και τη συστηματική θέση των διατάξεων του τρίτου εδαφίου των παραγράφων 2 και 8, τα οποία εντάχθηκαν στην ειδική ευνοϊκή ρύθμιση του νόμου, αμέσως μετά την προβλέπουσα την πέραν του εκεί διαγραφομένου ορίου περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, και αφετέρου από τη νομοθετική σκοπιμότητα της όλης ρυθμίσεως, που αποβλέπει στην ευεργετική εισαγωγή ορίου στην επιβάρυνση των δανειοληπτών με κάθε είδους τόκους από νόμιμη αιτία, οι οποίοι μέχρι την εισαγωγή του νόμου είχαν επαυξήσει το χρέος τους, και όχι στην περιαγωγή αυτών (δανειοληπτών) σε δυσμενέστερη θέση, με την κατάργηση αξιώσεών τους προς αναζήτηση ποσών εισπραχθέντων από τα πιστωτικά ιδρύματα αδικαιολογήτως, ήτοι καθ' υπέρβαση των αρχήθεν, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 οφειλομένων (ΑΠ 363/2011, Α.Π. 21/2011, ΑΠ 702/2009), και μάλιστα με ουσιαστικό νόμο, που αναμφιβόλως θεσπίστηκε για να τους ευνοήσει.
Εξετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερνηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων επικαλέσθηκε με την ένδικη αγωγή του ότι, ενώ με την υπ' αριθ. 1467/1988 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πατρών διατάχθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, λόγω οφειλής του από χορήγηση πίστωσης με πιστωτική κάρτα, κεφάλαιο 215.636 δρχ., νομιμοτόκως από 1-8-1988, ποσοστό 8% ΕΦΤΕ επί των τόκων και 9.000 δρχ.
για δικαστική δαπάνη και ότι για τα παραπάνω ποσά του κοινοποιήθηκε δύο φορές απόγραφο με επιταγή προς πληρωμή, η εναγόμενη αυθαίρετα και παράνομα προέβη σε τριμηνιαία κεφαλαιοποίηση των τόκων και του ποσοστού ΕΦΤΕ επί των τόκων, χωρίς κάτι τέτοιο να έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους, δεν προβλεπόταν από διάταξη νόμου, δεν είχαν επιδικασθεί τόκοι τόκων με την ως άνω Διαταγή Πληρωμής και δεν επιτάχθηκε με την επιταγή προς εκτέλεση να καταβάλει τόκους τόκων και έτσι υπό την απειλή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε σ' αυτήν, πλέον των πράγματι οφειλομένων, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν σε παράνομο ανατοκισμό και ως προς τα οποία η εναγόμενη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη.
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, παρότι ορθά εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, αλλά και δέχθηκε μετ' εκτίμηση των αποδείξεων ότι η εναγόμενη προέβη πράγματι σε παράνομο ανά τρίμηνο ανατοκισμό και ότι ο ενάγων κατέβαλε επί πλέον των οφειλομένων ποσό 3.158.523 δρχ., στη συνέχεια δέχθηκε ότι έχει και εν προκειμένω εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 εδ. 2 του Ν. 2789/2000, η οποία άρχισε να ισχύει από 11-2-2000, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 21/11-2-2000, δηλαδή πριν από την άσκηση της αγωγής, και ότι η διάταξη αυτή δεν είναι αντισυνταγματική, ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως αντίθετα είχε δεχθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία με βάση τις σκέψεις αυτές εξαφάνισε και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νόμω αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τη αγωγή ως μη νόμιμη κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 παρ. 8 εδ. β' (ορθό εδ. γ') του ν. 2789/2000 παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, καθόσον την εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή (και δεκτά γενόμενα), το αναζητούμενο ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό είχε καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη τράπεζα από τον δανειολήπτη αναιρεσείοντα, λόγω μη νόμιμου ανατοκισμού, και επομένως καθ' υπέρβαση των αρχήθεν οφειλομένων και ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, ήτοι επρόκειτο για ποσό, το αδικαιολόγητο της καταβολής του οποίου δεν φέρεται ως προκύψαν από περιορισμό της απαιτήσεως της τράπεζας, σύμφωνα με τις ευνοϊκές για τον ενάγοντα ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρου, την εφαρμογή των οποίων δεν επικαλέσθηκε και δεν ζήτησε ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγων του αναιρετηρίου, που κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 489/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ