1396/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1396/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 §1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο, εξάγεται, ότι, μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1396 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1396/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" πρώην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ALLIANZ Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/1999 μη οριστική, 76/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 754/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 17-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση, των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Εσφαλμένη, κατ1 ακρίβεια, εφαρμογή, υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγοντα σ' αυτόν (Ολ.
ΑΠ 36/1988, Ολ, ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενο της. 2) Η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής, και 3) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης απαιτείται, να αναφέρονται με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).
Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του.
Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του, κατά τη διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 331/2010, ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 425/2007, ΑΠ 1507/2005, ΑΠ 308/2005, ΑΠ 957/2003), που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 §1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο, εξάγεται, ότι, μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν, εξ αδιαιρέτου, σε περισσότερα πρόσωπα και καθίστανται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται για το σκοπό αυτό.
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 19 §§ 1, 2 και 20 §§ 1 και 5 του ιδίου, όπως παραπάνω νόμου, προκύπτει, ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλασματικά μερίδια, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή, είναι η τράπεζα.
Για την πώληση και την, εντεύθεν, απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή του θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων (ΑΠ 331/2010).
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 754/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, έγιναν, πλην άλλων, δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη, για την ουσία, εκτίμηση των αποδείξεων: "Περί τα τέλη Αυγούστου 1994, συναντήθηκαν στο ... ο ενάγων με τον πρώτο των εναγομένων, ο οποίος με την ιδιότητα του ασφαλιστή, αντιπροσώπου και διευθυντή του υποκαταστήματος Τρικάλων της δεύτερης εναγόμενης, προστηθείς στην υπηρεσία αυτή, τελών υπό τις οδηγίες και εντολές των αρμοδίων της οργάνων, συντονιστής και παραγωγός ασφαλίσεων, του παρέστησε ψευδώς ότι όντας γνώστης των επενδύσεων και επενδυτής κεφαλαίων είχε τη δυνατότητα να επενδύσει τα χρήματά του σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης με προνομιακή κατάθεση (επένδυση) διάρκειας 28 ημερών με επιτόκιο 10% και ότι μετά την πάροδο του εν λόγω χρονικού διαστήματος θα του απέδιδε το κεφάλαιο με τους αναλογούντες τόκους, πλην όμως, όπως κατωτέρω εκτίθεται ο εναγόμενος είχε πάρει από τότε την απόφαση να μην επενδύσει τα χρήματα αλλά να τα χρησιμοποιήσει προς ίδιο όφελος.
Ο ενάγων πείσθηκε στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις και του ενεχείρησε την 1-9-94 το ποσό των 12.000.000 δρχ. με τη ρητή εντολή να επενδυθεί ως ανωτέρω, ο εναγόμενος, όμως, το επένδυσε για δικό του λογαριασμό σε μετοχές της επιλογής του. Στις 28-9-94 ο τελευταίος απέδωσε στον ενάγοντα το ποσό των τόκων που αντιστοιχούσε στα 12.000.000 δρχ ήτοι ποσό 1.200.000 δρχ, όχι, όμως, και το κεφάλαιο των 12.000.000 δρχ, όπως είχε συμφωνηθεί.
Εν τω μεταξύ ο ενάγων αναχώρησε για τη Γερμανία, όπου εργάζεται, ο εναγόμενος, όμως, με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισε να του στείλει και άλλα χρήματα ώστε να τα επενδύσει αυτός κατά τον ως άνω τρόπο, καίτοι είχε σταθερή την απόφαση να τα ιδιοποιηθεί και να τα επενδύσει για δικό του όφελος και κατά το δοκούν σε μετοχές της δικής του προτίμησης.
Ο ενάγων πείσθηκε και του έστειλε στις 28-9-94 δύο εμβάσματα εκ 50.000 και 48.798,24 γερμανικών μάρκων, αντίστοιχα, τα οποία αφού δραχμοποιήθηκαν αντιστοιχούσαν στο ποσό των 15.017.332 δρχ με τη ρητή συμφωνία να επενδυθούν αυτά κατά τον ως άνω τρόπο με διάρκεια κατάθεσης μέχρι 15-1-95 και επιτόκιο 15%. Ο εναγόμενος όχι μόνον δεν επένδυσε τα χρήματα κατά τα συμφωνηθέντα αλλά με τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις έπεισε τον ενάγοντα και του έστειλε αυτός την 1-12-94 46.800 δολλάρια ΗΠΑ τα οποία δραχμοποιήθηκαν και αντιστοιχούσαν σε 11.376.000 δρχ με την αμέσως ανωτέρω συμφωνία δηλ.
απόδοση 15% μέχρι 31-1-95, πλην όμως, και πάλι ο εναγόμενος έχοντας από την αρχική συνάντηση του με τον ενάγοντα σταθερή την ως άνω απόφαση τα επένδυσε για δικό του όφελος και λογαριασμό με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί ζημία εκ (12.000.000+15.017.332 + 11376000 = ) 38.393.332 δρχ, πλέον τόκων, δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν επέστρεψε στον ενάγοντα κανένα ποσό ούτε έναντι κεφαλαίου ούτε έναντι τόκων πλην του ανωτέρου ποσού των τόκων εκ 1.200.000 δρχ.
Ο εναγόμενος ουδόλως αμφισβητεί ότι έλαβε από τον ενάγοντα τα ως άνω ποσά ισχυρίστηκε όμως ότι δεν ευθύνεται γιατί η συμφωνία τους ήταν να επενδυθούν τα χρήματα σε μετοχές της "Λαυρεωτικής ΑΕ", των οποίων (μετοχών), όμως, ανεστάλη η διαπραγμάτευση με απόφαση του ΔΣ του ΧΑΑ περί τα τέλη Νοεμβρίου 1994 γιατί διαπιστώθηκε ότι το ΔΣ της εν λόγω εταιρίας εξαπάτησε τους επενδυτές της αφού δεν τις διέθεσε για αποπτώχευση της θυγατρικής της εταιρίας ΑΒΕΛ ΑΕ αλλά το κεφάλαιο το ιδιοποιήθηκαν τα μέλη του ΔΣ αυτής και έτσι χάθηκαν τα χρήματα των επενδυτών μεταξύ των οποίων και αυτά του ενάγοντος.
Ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως αποδείχθηκε ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, ο μάρτυρας του ενάγοντος Χ. Μ. αναφέρεται με μεγάλη σαφήνεια και λεπτομέρειες α) στη συμφωνία ενάγοντος και εναγομένου για να επενδυθούν τα χρήματα σε αμοιβαία κεφάλαια της εναγομένης με τους όρους που προαναφέρθηκαν β) στη παράσταση παρόμοιων ψευδών γεγονότων εκ μέρους του εναγομένου και προς άλλους όπως στους Χ.
Χ., Χ. Ρ. και Θ. Γ., από τους οποίους ο εναγόμενος απέσπασε σημαντικά ποσά τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα ο ίδιος γ) στο σημαντικό γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έδωσε, ούτε στον ενάγοντα ούτε στους λοιπούς που συνηλλάγησαν, κατά τα ανωτέρω, με αυτόν, ούτε τίτλους μετοχών, ούτε πινακίδια αγοράς αυτών, ούτε κωδικούς αριθμούς δηλαδή ότι διέθεσε κατά το δοκούν τα χρήματα και ότι ο εναγόμενος μίλησε για πρώτη φορά στον εν λόγω μάρτυρα για μετοχές της Λαυρεωτικής "πολύ αργότερα, όταν τα λεφτά είχαν κάνει φτερά, προηγουμένως, όμως, ποτέ" δηλαδή όχι όταν συμφώνησαν ο ενάγων με τον εναγόμενο την επένδυση των χρημάτων του με τους ως άνω όρους.
Παρόμοια κατέθεσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος Χ. Χ. κάτοικος ..., ο οποίος λέγει ότι ο εναγόμενος ήλθε στο χωριό τους και τους ενημέρωσε για τα αμοιβαία κεφάλαια της εναγομένης ότι ο ενάγων έδωσε τα χρήματα στον εναγόμενο "για αμοιβαία κεφάλαια της ΑLLΙΑΝΖ, ποτέ δεν έγινε θέμα μεταξύ των διαδίκων για μετοχές" και ότι επένδυσε και ο ίδιος (ο μάρτυρας) "στον εναγόμενο 1.000.000 μετρητά και 700.000 γερμανικά μάρκα, τελικά, όμως καταλάβαμε ότι τα χρήματα δεν είχαν επενδυθεί ούτε σε αμοιβαία κεφάλαια ούτε σε μετοχές, αλλά τα έβαλε στην τσέπη του ο Ζ.", χαρακτηρίζει δε τα περί Λαυρεωτικής ως "φάρσα", και συμπερασματικά καταλήγει "δώσαμε τα λεφτά μας για αμοιβαία κεφάλαια της ΑLLΙΑΝΖ για 4 μήνες με επιτόκιο 15%...
δουλέψαμε 30 χρόνια στη Γερμανία και τα λεφτά μας τα έφαγε ο Ζ.". Αυτά ουδόλως αντικρούονται από όσα κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας του εναγομένου Β.. Ζ., αδελφός του, ο οποίος επιμένει ότι η συμφωνία ήταν να επενδυθούν τα χρήματα σε μετοχές της Λαυρεωτικής ΑΒΕ "η οποία είχε καθημερινή άνοδο" πράγμα αναληθές αφού από το προσκομιζόμενο σχετικό έγγραφο του ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ η μετοχή της Λαυρεωτικής ΑΒΕ ήταν στο κλείσιμο της 3-1-94 11,99 δρχ, ενώ στο κλείσιμο της 30-8-94 (κατά την οποία ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα τα πρώτα χρήματα για επένδυση) είχε πέσει στις 1,97 δρχ και όταν ο ενάγων του έδωσε το τελευταίο ποσό προς επένδυση δηλ.
στις 1-12-94 κατά τα ανωτέρω είχε ήδη ανασταλεί η διαπραγμάτευση της, γεγονός που γνώριζε άριστα ο εναγόμενος και το απέκρυψε από τον ενάγοντα. Ο έτερος μάρτυρας του εναγομένου Δ. Τ., εξάδελφος του, αναφέρει μεν ότι στο καφενείο του χωριού ... "ουδέποτε έγινε λόγος για αμοιβαία κεφάλαια, μόνο για μετοχές της Λαυρεωτικής" στη συνέχεια όμως, της κατάθεσης του διευκρινίζει ότι "με τον ενάγοντα και τον αδελφό του δεν έχουν κάνει ποτέ συζήτηση για το πού έπαιξαν τα χρήματα τους δηλαδή Λαυρεωτική ή αμοιβαία κεφάλαια" δηλαδή δεν γνωρίζει τι ισχυρίστηκε ο εναγόμενος και έπεισε τον ενάγοντα να του παραδώσει τα χρήματα.
Η μάρτυρας της εναγομένης Γ. Α. δεν γνωρίζει περί των συμφωνηθέντων μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου χαρακτηρίζει δε τον εναγόμενο "ελεύθερο επαγγελματία, ασφαλιστικό σύμβουλο και συντονιστή ασφαλίσεων" η κατάθεση της όμως αυτή ουδόλως μπορεί να θέσει εν αμφιβάλω την ύπαρξη σχέσης προστήσεως μεταξύ των εναγομένων, το γεγονός δε ότι η εναγομένη είχε προστήσει τον εναγόμενο στην υπηρεσία αυτής αποδεικνύεται από πολλά γεγονότα όπως α) από το ότι ο εναγόμενος "στεγάζεται στα γραφεία της ΑLLIANZ" (βλ.
κατάθεση της αμέσως ανωτέρω μάρτυρος) β) από το ότι ο ίδιος υπέγραψε την από 20-2-92 σύμβαση παραγωγού ασφαλίσεων της εναγομένης, ιδιότητα η οποία ουδόλως αποκλείει τη σχέση προστήσεως η οποία είναι καθαρά πραγματική στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, γ) από το ότι αυτός μετείχε σε ξεναγήσεις της εναγομένης στη Βαυαρία -προσφορά στους υπαλλήλους της.
Υπό τα εκτιθέμενα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έχοντας από την αρχή ενδιάθετη πρόθεση να ιδιοποιηθεί τα χρήματα του ενάγοντος τον παραπλάνησε να του τα δώσει και κατακράτησε αυτά για δικούς του σκοπούς, άγνωστους στο δικαστήριο, ενδεχομένως δε και να τα επένδυσε σε δικές του ατυχείς επιλογές, παραπλανώντας αυτόν ότι θα είχαν την ως άνω απόδοση, πράγμα ψευδές το οποίο γνώριζε πολύ καλά ο ίδιος αφού η απασχόληση του με τέτοιες επενδύσεις ήταν το αντικείμενο της εργασίας του, χρησιμοποιώντας τα μέσα και τις ευκαιρίες που του έδωσε η εναγομένη, η δε επίδικη ζημιογόνος συμπεριφορά του συνδέεται άμεσα με τα καθήκοντα που του είχε αναθέσει η τελευταία.
Βέβαια, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτή του έδωσε εντολή ή γνώρισε ή ανέχθηκε με τα αρμόδια όργανα της να διαπράξει την σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία, όπως, όμως, προαναφέρθηκε η ευθύνη αυτής ως προστήσασας παραμένει δεδομένου ότι οι ενέργειες του προστηθέντος εναγομένου έγιναν επ' ευκαιρία της υπηρεσίας έστω και κατά κατάχρηση αυτής''.
Είναι, άρα, πρόδηλο, ότι, με τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ότι: α) υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Χ. Ζ., αρχικού διαδίκου, β) Ο τελευταίος χρησιμοποίησε τη δυνατότητα του αυτή, προκειμένου να παραπλανήσει τον αναφεσίβλητο και να του αποσπάσει διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία, στη συνέχεια, αντί να τα επενδύσει, όπως είχε συμφωνηθεί, τα κατακράτησε και γ) τούτο έπραξε επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του, έστω και κατάχρηση αυτής.
Δηλαδή, δέχτηκε, την τέλεση αδικοπραξίας σε βάρος του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης της προβάλλει, πώς, με την πιο πάνω κρίση του, το Εφετείο, κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.Ί Κ.Πολ.Δ., γιατί, "πλημμελώς εφήρμοσε το νόμο και, ειδικότερα, τις διατάξεις των άρθρων 19, 20, 21 επ.
του Ν. 1969/1991, ... αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 16 §1 του Ν. 1569/85, του π.δ. 298/1986 και του άρθρου 2 του ν.δ. 400/1973", Ο ισχυρισμός αυτός όμως, είναι, κατ' αρχήν, κατά ένα μέρος αόριστος, αφού, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, δεν μνημονεύονται ενάριθμα οι συγκεκριμένες διατάξεις, ούτε το περιεχόμενο τους ώστε να καταστεί δυνατή η σχετική έρευνα του πιο πάνω λόγου.
Έτσι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ορισμένη η πλημμελής εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων "21 επ. του Ν. 1969/1991", γιατί, έτσι, αναιτιολόγητα, πλήττεται για εσφαλμένη εφαρμογή, το σύνολο των, μετά το άρθρο 21 διατάξεων του πιο πάνω νόμου, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται, ποιες από αυτές και για ποιο λόγο το Εφετείο εφήρμοσε πλημμελώς.
Το ίδιο δε πρέπει να γίνει δεκτό για την προβαλλόμενη πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων "του π.δ. 298/1986", χωρίς, επίσης, ειδικότερο, προσδιορισμό (Ολ.ΑΠ 295/1993). Σε κάθε περίπτωση, όμως, κατά τα προαναφερθέντα, το Εφετείο δέχτηκε την ύπαρξη αδικοπραξίας από μέρος του προστηθέντος, από την αναιρεσείουσα προσώπου, και δεν έκρινε για την ύπαρξη ή όχι δυνατότητας από μέρους του για έκδοση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ερμηνεύοντας, λανθασμένα κατ' αυτή, τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Ήταν, άρα, νομικά αδιάφορα, αφού το Εφετείο δέχτηκε, πως ο δράστης έπραξε επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας το αν η αναιρεσείουσα, είναι μόνο εταιρεία γενικών ασφαλειών, και όχι παραγωγός αμοιβαίων κεφαλαίων. Κατά ταύτα, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί.
II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθ' ενός ξεχωριστά, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προκύπτει, αναμφίβολα, η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 126-155/2006, ΑΠ 1072-73/2005, ΑΠ 694/2003, βλ. και ΑΠ 918/2006).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχεται, ότι, προς σχηματισμό της κρίσης του, στην ερευνώμενη υπόθεση, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή αναφορά, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, όλα, γενικά, τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα των διαδίκων και ειδικότερα: α) το από 25-1-1991 με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αναστασάκη, β) την από 11-11-1996 σύμβαση συνεργασίας μεταξύ των εταιριών "ΑLLIΑΝΖ ΑΕΔΑΚ'' και "ΑLLΙΑΝΖ Εταιρία Ασφαλίσεως Ζωής" και γ) τις από 20-2-1992 συμβάσεις μεταξύ του πρώτου εναγόμενου, της εταιρίας "ΑLLIΑΝΖ Εταιρεία Ασφαλίσεως Ζωής" και της αναιρεσείουσας. Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από τα έγγραφα αυτά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε από το γεγονός, ότι γίνεται ειδική μνεία άλλων εγγράφων στην ίδια απόφαση. Άρα, η προβαλλόμενη, επικουρικά, (με την αίρεση της απόρριψης του πρώτου λόγου), με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19Κ.Πολ.Δ., καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχε! νόμιμη βάση, και ιδίως ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες, αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2001).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή, η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Εδώ, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης της εκθέτει ότι, νόμιμα, στο Εφετείο πρόβαλε την από το άρθρο 300 ΑΚ, ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος-εφεσίβλητου, για το λόγο ότι αυτός:
α) εγνώριζε, άλλως όφειλε να γνωρίζει και αδικαιολόγητα αγνοούσε, ότι ο Χ, Ζ., δεν είχε εξουσία να εισπράξει χρήματα για αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, β) όμοια, έπρεπε να υποβάλλει αίτηση συμμετοχής αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων, σε ειδικό έντυπο, το οποίο δεν έπραξε, γ) δεν ζήτησε να του προσκομισθεί βεβαίωση για την επένδυση του, και συνέχισε να επενδύει και δ) εγνώριζε, άλλως από βαρεία αμέλεια αγνοούσε, ότι ο Χ.
Ζ., ενεργούσε κατά κατάχρηση της εντολής που του είχε δοθεί, από την αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, για το συγκεκριμένο θέμα, ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "... ουδόλως αποδείχτηκε ότι ο ενάγων γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ότι ο εναγόμενος ενεργεί κατά κατάχρηση της εντολής που του έδωσε η εναγόμενη ούτε τη διαδικασία απόκτησης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου γι' αυτό και η εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση ...
είναι αβάσιμη και απορριπτέα". Κατ' αυτό τον τρόπο, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, εφ' όσον δεν απαιτείται να εκτίθεται στην απόφαση και το γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε κάτι (ΑΠ 1547/1995). Άλλωστε, η κρίση της άγνοιας της διαδικασία απόκτησης αμοιβαίων κεφαλαίων, αναφέρεται, πρόδηλα, και αιτιολογεί και την μη υποβολή της σχετικής αίτησης, αλλά και την μη λήψη απόδειξης.
Άρα και ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος, αναίρεσης για έρευνα, η τελευταία πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" προς αναίρεση της με αριθμό 754/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Αυγούστου 2011 και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ