Supreme Court dismisses appeal withdrawal for one defendant while rejecting vague grounds for others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal withdrawal filed by the water company and two private defendants regarding the fifth defendant, treating it as never filed. The court rejected the appeal against the remaining defendants because the grounds cited were too vague to identify specific evidentiary errors or legal violations. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for the withdrawn portion and insufficiently substantiated for the rest, resulting in a dismissal of the request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 98, 104, 294, 295, 297, 299, 573, 495 of the Code of Civil Procedure; A withdrawal of an appeal by a lawyer before oral debate renders the appeal unfiled to that extent. Furthermore, appeal grounds must specifically identify evidentiary means and legal errors to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1396 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1396/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Δημοτική Επιχείρηση Υδρευσης Αποχέτευσης ... (ΔΕΥΑ) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Γιαλάογλου, ο οποίος δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης μόνο ως προς το 5ο αναιρεσίβλητο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, (ανήλικη), 4. Ψ4, (ανήλικου) που αντιπροσωπεύεται από τον πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ως ασκούντων την γονική μέριμνα, κατοίκων ..., 5. Ψ5, 6. Ψ6 συζ. Μ, το γένος ..., κατοίκου ... και 7. Ψ7 συζ. Κ, το γένος ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χουλιάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 97, 98, 104, 294, 295 παρ.1 297, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει και με προς τούτο δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, πριν την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, έχει δε ως συνέπεια να θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αναίρεση κατά την έκταση της παραίτησης από το δικόγραφο αυτής, χωρίς να απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου του παραιτουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με προφορική δήλωση του νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου τους δικηγόρου Στέργιου Γιαλάγλου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και έγινε πριν χωρήσει προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση από 18.03.2008 αίτησης αυτών για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2008 απόφασης του Εφετείου Οράκης, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Ψ5.
Μετά την παραίτηση αυτή, που, όπως προαναφέρθηκε, έγινε πριν χωρήσει προφορική συζήτηση της ουσίας ης υποθέσεως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε κατά του ως άνω πέμπτου αναιρεσιβλήτου II. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 127 ΑΚ και 63 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αυτός που συμπλήρωσε το 18° έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο ως διάδικος με το δικό του όνομα.
Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου να παρίσταται στο δικαστήριο ως διάδικος με το δικό του όνομα, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του, ήτοι των ασκούντων, κατά το άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του και χωρίς να μεσολαβήσει στάδιο βιαίας διακοπής της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, η δίκη νομίμως συνεχίζεται με τη συμμετοχή του ενηλικιωθέντος διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η τότε εφεσίβλητη και εκκαλούσα ανήλικη Ψ3, ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, εκπροσωπήθηκε από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής γονείς της Από το υπ' αριθμ....
πιστοποιητικό γέννησης του Δημάρχου ... προκύπτει ότι η ως άνω τρίτη αναιρεσίβλητη γεννήθηκε την 22.08.1990 και επομένως αυτή ενηλικιώθηκε και κατέστη ικανή να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα, με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, ήτοι από 22.08.2008. Επομένως νομίμως συνεχίζεται η δίκη για την αναίρεση με την διάδικο αυτή ατομικώς και στο δικό της όνομα, η οποία, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, προσήλθε και συνέχισε τη δίκη ατομικώς κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (26.04.2010).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 28/1997, Ολ. ΑΠ 30/1997). Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως, ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Εξάλλου η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες ευρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νομίμου βάσεως "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.
β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση (α) περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 519 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνης αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανόντος προϋποθέτει:
α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υποθέσεως, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.
Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ' αυτούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Η πρώτη εναγομένη "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ξάνθης" (ΔΕΥΑΞ) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με κοινωφελή χαρακτήρα και συνεστήθη με το υπ' αρθμ. 116/1982 ΠΔ, όπως τροποποιήθηκε, στο οποίο ορίζεται ότι έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και ευελιξία, προκειμένου να αντιμετωπίζεται όλο το κύκλωμα ύδρευσης και αποχέτευσης της πόλης της..., με την εκτέλεση και λειτουργία των συναφών έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, και ότι στην περιουσία της ανήκουν τα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης της περιοχής αρμοδιότητας της επιχείρησης, τα οποία εκτελέστηκαν ή θα εκτελεστούν με βάση μελέτες που εγκρίθηκαν ή θα εγκριθούν, όλοι οι υπόνομοι που υπάρχουν και οι εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων, όλοι οι υπόνομοι ή ανοικτοί αγωγοί που εκβάλουν άμεσα ή έμμεσα στο δίκτυο της, καθώς και οι μονάδες επεξεργασίας πόσιμου ύδατος και υγρών αποβλήτων.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού της, όπως τροποποιήθηκε και εγκρίθηκε με την υπ' αρθμ. 5281-5217/30-11-98 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, η εναγομένη διοικείται από ΔΣ, του οποίου οι αρμοδιότητες ορίζονται από τις διατάξεις του Ν. 1069/1980 και του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, οι δε εργασίες της διευθύνονται σύμφωνα με το νόμο από τον Γενικό Διευθυντή, ο οποίος διορίζεται από το ΔΣ και είναι υπόλογος, σε αυτό για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.
Με το αρθ. 7 του κανονισμού ρυθμίζονται οι αρμοδιότητες της Τεχνικής Διεύθυνσης και προβλέπεται διευθυντής τεχνικής υπηρεσίας, ο οποίος είναι αρμόδιος μεταξύ άλλων για τον συντονισμό της εργασιών της, για την εποπτεία των μελετών και των έργων που εκπονεί ή εκτελεί ή επιβλέπει η ΔΕΥΑΞ, για τον έλεγχο της εκτέλεσης των κάθε φύσης εργασιών της υπηρεσίας, σύμφωνα με τους κανονισμούς και τα αντίστοιχα πρότυπα ποιότητας, διάρκειας, ασφάλειας, τόσο των εγκαταστάσεων όσο και των εργαζομένων και για τη λειτουργία και συντήρηση κάθε άλλης εγκατάστασης.
Επίσης στην παρ. 3 του αρθ.7 προβλέπεται Τμήμα Εκτέλεσης Δομικών Έργων και Συντήρησης Δικτύων, στα οποίο περιλαμβάνεται ως διοικητική ενότητα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητες συνεργείο αποχέτευσης, το οποίο είναι αρμόδιο και υπόχρεο για την παρακολούθηση και εξασφάλιση της καλής λειτουργίας των ομβρίων και ακαθάρτων της ΔΕΥΑΞ, την εκτέλεση εργασιών συντήρησης, αντικατάστασης, επέκτασης δικτύου αποχέτευσης, την επισκευή των αντιστοίχων βλαβών, καθώς και για τον καθορισμό προγραμμάτων ομάδων επιφυλακής των αντιστοίχων βλαβών του δικτύου.
Στις 29-7-2000 και περί ώρα 12:45 η Γ, ηλικίας 64 ετών, μητέρα του πρώτου ενάγοντος, πεθερά της δεύτερης, γιαγιά της τρίτης και του τέταρτου, και αδελφή των λοιπών, οδηγώντας το υπ' αρθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, κινείτο στο δεξιό άκρο της οδού ..., της πόλης της ..., που έχει πλάτος 8,40 μέτρων. Στο ύψος της διασταύρωσης αυτής με την οδό ..., δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση της οδηγού, βρισκόταν, πλησίον του ερείσματος του πεζοδρομίου, ένα φρεάτιο ομβρίων υδάτων, διαστάσεων 1X1 περίπου και βάθους 3 μέτρων, με μεταλλικό σκέπαστρο, που αποτελείτο από δύο τεμάχια, ένα εκ των οποίων είχε αποκολληθεί και μετακινηθεί από τη θέση του το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Όταν το όχημα της Γ έφθασε στο ύψος της οδού ..., κατά τη διέλευση του πάνω από το εν λόγω φρεάτιο, πάτησε ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός του το μεταλλικό σκέπαστρο, που είχε μετακινηθεί, το οποίο παρασύρθηκε από το όχημα, με επακόλουθο να πέσει ακολούθως ο πίσω δεξιός τροχός στην οπή του φρεατίου. Αποτέλεσμα ήταν να σκάσει το λάστιχο, με συνέπεια να χάσει η οδηγός τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο, αφού διήνυσε μία απόσταση 31 μέτρων, προσέκρουσε σε κολώνα της ΔΕΗ, που βρίσκεται στο δεξί πεζοδρόμιο της οδού ....
Από την πρόσκρουση αυτή η Γ υπέστη υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου και ρήξη καρδιάς και αορτής, τραυματισμοί που επέφεραν τον θάνατο της. Το ατύχημα αυτό οφειλόταν σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των προστηθέντων από την πρώτη εναγομένη εταιρία υπαλλήλων της, δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, οι οποίοι, ευρισκόμενοι υπό τις οδηγίες και εντολές της και όντας επιφορτισμένοι με το καθήκον του ελέγχου, συντήρησης και επισκευής των φρεατίων ομβρίων υδάτων, ο πρώτος με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή της Τεχνικής Υπηρεσίας, στην οποία ανήκει ιεραρχικά η συντήρηση των φρεατίων ομβρίων υδάτων και ο δεύτερος με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Τμήματος Δομικών Έργων της ΔΕΥΑΞ, στην οποία ανήκει ειδικότερα η εκτέλεση των εργασιών συντήρησης αυτών, (βλ υπ' αρθμ. 2049/1-11-2000 έγγραφο την πρώτης εναγομένης προς την Αστυνομική Διεύθυνση Ξάνθης), παρέλειψαν να προβούν σε συντήρηση του συγκεκριμένου φρεατίου ομβρίων υδάτων, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το σκέπαστρο του συγκεκριμένου φρεατίου (σιδερένια σχάρα) είχε αποκολληθεί λόγω φθοράς του και δεν εφαπτόταν στο άνοιγμα του, με αποτέλεσμα να μετατοπισθεί τμήμα αυτού, κατά τη διέλευση του οχήματος και να επακολουθήσουν όσα προαναφέρθηκαν. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η συντήρηση του συγκεκριμένου φρεατίου δεν ήταν επιβεβλημένη, επειδή βρισκόταν πάνω από κεντρικό αγωγό, που δεν παρουσίαζε πρόβλημα, κάθε άλλο παρά τους απαλλάσσει από την ευθύνη τους, αφού αυτοί ήταν υποχρεωμένοι, με βάση τα καθήκοντα που τους είχαν ανατεθεί, όχι μόνο να μεριμνούν για τον καθαρισμό των φρεατίων, ώστε να διοχετεύονται ελεύθερα τα όμβρια ύδατα, αλλά να τα ελέγχουν περιοδικά και να προβαίνουν στη συντήρηση και επισκευή τους, ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή και ασφαλής κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών πάνω από αυτά.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το φρεάτιο βρισκόταν σε κεντρικό και πολυσύχναστο δρόμο, και επομένως με την πάροδο του χρόνου, λόγω της διέλευσης πάνω από αυτό διαφόρων οχημάτων, αλλά και λόγω των καιρικών συνθηκών ήταν επόμενο να υποστεί φθορές το. σκέπαστρο, γεγονός που δεν αντιλήφθηκαν οι εναγόμενοι, αφού παρέλειψαν να προβούν στον έλεγχο και στη συντήρηση του, όπως είχαν υποχρέωση.
Μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, η βλάβη στο συγκεκριμένο φρεάτιο είχε γίνει αντιληπτή από τους περιοίκους τουλάχιστον προ εικοσαημέρου. Το γεγονός ότι στη ΔΕΥΑΞ λειτουργεί υπηρεσία, με αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται των προβλημάτων που εμφανίζονται κατά καιρούς στο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης, κατόπιν τηλεφωνικής ειδοποίησης των πολιτών σε συγκεκριμένο νούμερο, δεν σημαίνει ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι, όπως οι εναγόμενοι, έπρεπε να επαφίενται στην ευσυνειδησία των πολιτών και να αδρανούν, παραλείποντας να προβούν στους ενδεδειγμένους ελέγχους, τους οποίους ήταν υποχρεωμένοι περιοδικά να ενεργούν, προκειμένου να εντοπίσουν τυχόν βλάβες.
Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κάποιο συνεργείο συντήρησης είχε επιληφθεί του συγκεκριμένου φρεατίου έστω και μία φορά, (βλ καταστάσεις συντήρησης εγκαταστάσεων αποχέτευσης κλπ, που προσκόμισαν οι εναγόμενοι), αντίθετα αποδείχθηκε ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί κανένας έλεγχος, για τους λόγους που εξέθεσαν οι εναγόμενοι, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το ατύχημα το συγκεκριμένο φρεάτιο σφραγίσθηκε. Υπάρχει συνεπώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης των εναγομένων και του ατυχήματος, από το οποίο επήλθε ο θάνατος της Γ, αιτία για την οποία καταδικάστηκαν αυτοί για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε πρώτο και δεύτερο βαθμό (βλ 1415/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και 752/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης).
Με βάση όσα αναφέρθηκαν, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι αποκλειστικά υπαίτια για το αποτέλεσμα του ατυχήματος ήταν η ίδια η οδηγός, τυχόν δεν συνυπαιτιότητά της δεν ερευνάται, εφόσον στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, που συνιστά άρνηση της αγωγής, δεν εμπεριέχεται και η σχετική ένσταση περί συνυπαιτιότητας (ΑΠ 464/2000 Δ/νη41.1576).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τη έφεση των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν η εξ αδικοπραξίας αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και καταδικάστηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν ,εις ολόκληρο ο καθένας, σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν οι ενάγοντες, ως μέλη της οικογενείας της θανούσας, στον πρώτο δε εξ αυτών, κληρονόμο της θανούσας και για έξοδα κηδείας καθώς και αποζημίωση για καταστροφή του αυτοκινήτου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ορθώς εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298, 299, 330, 914, 922, 928, και 932 ΑΚ Ειδικότερα το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται α) ότι στην περιουσία της πρώτης εναγομένης δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης αποχέτευσης, που συστήθηκε με το ΠΔ 116/82, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 1069/80, ανήκουν τα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης, όλοι οι υπόνομοι ή ανοικτοί αγωγοί που εκβάλλουν άμεσα ή έμμεσα στο δίκτυο καθώς επίσης και οι μονάδες επεξεργασίας πόσιμου ύδατος και του Δήμου ..., όπως ήταν και το αναφερόμενο στις αιτιολογίες φρεάτιο αποχέτευσης β) ότι κατά τον κανονισμό της που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 5281/5217/1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας στις υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης είναι και η συντήρηση η εξασφάλιση της καλής λειτουργίας η αντικατάσταση, επέκταση και η επισκευή των βλαβών του δικτύου αποχέτευσης γ)ότι ο δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι ως υπάλληλοι της πρώτης και προστηθέντες από αυτή, ο μεν πρώτος με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή της Τεχνικής της Υπηρεσίας, στην οποία ανήκε ιεραρχικά η συντήρηση των φρεατίων ομβρίων υδάτων, και ο δεύτερος ως προϊστάμενος του Τμήματος Δομικών Έργων της πρώτη εναγομένης, στην οποία ανήκει η εκτέλεση των εργασιών συντήρησης του δικτύου αποχέτευσης, από αμέλεια τους, δεν προέβησαν όπως όφειλαν σε τακτικό έλεγχο των φρεατίων και δεν αντιλήφθηκαν ότι το κάλυμμα του συγκεκριμένου φρεατίου, από εικοσαημέρου είχε αποκολληθεί λόγω φθοράς και ήταν επικίνδυνο για την ομαλή και ασφαλή κυκλοφορία πεζών και οχημάτων επί της οδού, εξ αιτίας δε της βλάβης αυτής του καλύμματος του φρεατίου επέπεσε εντός αυτού το οδηγούμενο από την θανούσα αυτοκίνητο, το οποίο στη συνέχεια εξετράπη της πορείας του και επέπεσε σε κολώνα της ΔΕΗ με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα η οδηγός του αυτοκινήτου.
Επομένως ο πρώτος και τρίτος λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο ότι με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, δέχθηκε υπαιτιότητα (αμέλεια) των προστηυηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, είναι αβάσιμοι.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί.
Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1670/01).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης αυτής πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν γεγονότα, και ο τρόπος που προβλήθηκαν ή επαναφέρθηκαν στο εφετείο, ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 376/04).Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναίρεσε ιόντων, ότι το δίκτυο αποχέτευσης της πόλης είναι μήκους 35.000 μέτρων με σχάρες ομβρίων υδάτων 12.000, ότι δεν υπήρχε ανάγκη καθημερινής παρακολούθησης των φρεατίων διότι αυτό θα απαιτούσε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, ότι η πρώτη εναγομένη διέθετε ειδική υπηρεσία εκτάκτων αναγκών με αριθμό τηλεφώνου 77132 στο οποίο οι πολίτες που διαπίστωναν βλάβες στο δίκτυο αποχέτευσης ανήγγειλαν τις βλάβες προκειμένου στη συνέχεια να επιλαμβάνονται τα αρμόδια συνεργεία για την αποκατάσταση τους, ότι η υπηρεσία αυτή δεν δέχθηκε καμία αναγγελία βλάβης για τη συγκεκριμένο φρεάτιο ώστε να επέμβη προς αποκατάσταση, και ότι εκ των υστέρων ενημερώθηκε ότι η συγκεκριμένη σχάρα είχε κάποιο πρόβλημα επαφής με το πλαίσιο, ότι η συγκεκριμένη σχάρα κάλυπτε φρεάτιο στο οποίο διοχετεύονταν απ' ευθείας και άμεσα τα όμβρια ύδατα, ότι λόγω της ύπαρξης κεντρικού αγωγού κάτω από τη σχάρα αυτή το συγκεκριμένο φρεάτιο δεν παρουσίαζε πρόβλημα ακόμη και σε μεγάλες πλημμύρες και δεν καθαρίζονταν ποτέ.
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι οι άνω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά επιχειρήματα των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας (αμέλειας) των δευτέρου και τρίτου εξ αυτών, σχετικά με τη συντήρηση του καλύμματος του φρεατίου αποχέτευσης.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για άμεση ή έμμεση, δια δικαστικών τεκμηρίων, απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και ο παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη α)τις προανακριτικές καταθέσεις των ... και ..., τα φύλλα του ημερολογίου της πρώτης εναγομένης στο οποίο αναγράφονται οι κλήσεις που αυτή δέχεται από το έτος 1998 προκειμένου να επέμβη για την αποκατάσταση βλαβών του δικτύου αποχέτευσης και από το οποίο προκύπτει ότι ουδεμία αναγγελία βλάβης της συγκεκριμένης σχάρας είχε ληφθεί.
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ότι τα άνω αποδεικτικά μέσα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο, ούτε καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτών στο Εφετείο. Οι περιεχόμενες στο ίδιο δεύτερο λόγο αιτιάσεις ότι το Εφετείο "παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και εσφαλμένα ερμήνευσε επίσης τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος απόδειξης" ως λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι, διότι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν μόνο τους άνω αριθμούς που προβλέπουν λόγους αναίρεσης, χωρίς όμως να αναφέρουν τα προς θεμελίωση τους αναγκαία πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα, ως προς ποία αποδεικτικά μέσα το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με ποία διάταξη νόμου προσδίδεται στα μέσα αυτά ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη, ούτε επίσης αναφέρουν με ποίο τρόπο το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 18-3-2008 αίτηση των: α) της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης ..., β) Χ2 και γ) Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Ψ5.
Β) Απορρίπτει την άνω αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ