Supreme Court annulled appeal court decision for misapplying five-year limitation period instead of two-year period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision of 7046/2005 regarding a lawyer's unpaid fees claim. The appeal court incorrectly applied a two-year limitation period, whereas the correct five-year period under the relevant law had not yet expired. Consequently, the claim was not time-barred, and the case was remitted for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 190 of Law 3026/1954 and 48(3) of Law 496/1974: The limitation period for claims by lawyers employed under fixed-term contracts with public legal persons is five years, not two years; an appeal court decision applying the shorter period when the longer one applies is void and must be annulled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1396 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1396/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντώνιο Αθηναίο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ" (Ο.Ε.Κ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γιαννόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1857/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7046/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/12/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο από τους λόγους αυτής και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της. Ο αναιρεσείων ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δικ., ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 502/2007).
Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 50 παρ. 2 του ν.998/1979, ο οποίος αφορά στο προσωπικό που απασχολείται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ''τα των νομικών συνεργατών ή νομικών συμβούλων ή δικηγόρων προσλαμβανομένων επί συμβάσει εις το Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, διέπονται υπό των κειμένων αυτών διατάξεων''.
Επίσης, κατά το άρθρο 63 παρ. 4 του ν.3026/1954 ''περί Κώδικος των Δικηγόρων'' επιτρέπεται στο δικηγόρο η παροχή καθαρώς νομικών εργασίων, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου με πάγια, ετήσια ή μηνιαία αμοιβή. Κατά δε το άρθρο 190 του ως άνω ν.δ ''οι απαιτήσεις των δικηγόρων διά τας αμοιβάς και διά τας δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένη, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδικών εργασιών, από του τέλους του έτους καθ' ο ενεργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από του τέλους του έτους, καθ' ο ενεργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις''.
Από τις ειδικές αυτές διατάξεις προκύπτει ότι οι εκ καθυστερουμένων αποδοχών αξιώσεις των δικηγόρων, οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής, κατέχοντες οργανική θέση δικηγόρου σε ΝΠΔΔ και αμοιβόμενοι με πάγια περιοδική (μηνιαία) αμοιβή, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικος περί Δικηγόρων, το οποίο, ως ειδική διάταξη για τις αξιώσεις αυτών, έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 2 του ν.993/1979 και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ 496/1974 ''περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΟΛ.
ΑΠ 42/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής : Ο ενάγων δικηγόρος εξέθετε στην από 18-4-2002 αγωγή του ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΝΠΔΔ με το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης έργου με σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και τού Προέδρου του εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου του, με βάση την οποία του ανατέθηκε για δύο χρόνια η πραγματοποίηση του αναφερομένου στην αγωγή έργου.
Ότι στη συνέχεια τοποθετήθηκε στη νομική υπηρεσία του εναγομένου, όπου κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, όπως και οι άλλοι συνάδελφοί του, που προσλήφθησαν με σύμβαση έμμισθης εντολής. Ότι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση κρίθηκε ότι η σχέση που τον συνδέει με το εναγόμενο είναι σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και με πάγια αντιμισθία.
Ότι ο ενάγων από 16-6-1997 έως 22-12-1997 και από 22-12-1997 έως 3-3-1998 απασχολήθηκε στο εναγόμενο κανονικά, εκτός από το χρονικό διάστημα από 1-7-1997 έως 21-12-1997 που το εναγόμενο παράνομα δεν αποδέχονταν τις προσφερόμενες από αυτόν υπηρεσίες και συνεπώς είναι υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του. Ζητούσε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 4.374.938 δραχμών, για δεδουλευμένες αντιμισθίες και για αντιμισθίες υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 16-6-1997 έως 3-3-1998.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις αυτές έχουν παραγραφεί λόγω παρόδου διετίας από του τέλους του κατά το οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη μέχρι την άσκηση της παρούσας αγωγής, δεχόμενο την υπό του εναγομένου προβληθείσα ένσταση διετούς παραγραφής. Ειδικώτερα δέχθηκε ότι η κρινόμενη αγωγή κατετέθη στις 18-4-2002 στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 19-4-2002, ήτοι μετά πάροδο τεσσάρων ετών από τότε που γεννήθηκε η τελευταία αγώγιμη αξίωση του ενάγοντος.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε το σχετικό ισχυρισμό περί διετούς παραγραφής του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ 496/1974, που τον επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, στη συνέχεια αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την ως άνω αγωγή ως υποκύψασα στην ανωτέρω διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ 496/1974.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 190 ν.δ 3026/1954 και 48 παρ. 3 ν.δ 496/1974, καθόσον η παραγραφή στην οποία υπόκεινται οι πάσης φύσεως αξιώσεις των δικηγόρων που συνδέονται με ένα ΝΠΔΔ με σύμβαση έμμισθης εντολής, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους, είναι η πενταετής που προβλέπεται από το άρθρο 190 του ν.δ 3026/1954 και όχι η διετής του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ 496/1974 και συνεπώς, με βάση όσα δέχθηκε το Εφετείο για τη γένεση των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, δεν είχαν παραγραφεί αυτές, ενόψει του ότι η παραγραφή τους, σύμφωνα με τα αξιούμενα χρονικά διαστήματα, άρχισε αντίστοιχα από 1-1-1998 και από 1-1-1999, με συνέπεια να μην έχει περάσει πενταετία όταν ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή (19-4-2002).
Επομένως πρέπει, κατ' αποδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7046/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο που θα συντίθεται από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ