Legislator Case Law & Legislation
1396/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against First Instance rejection of claim for unpaid compensation due to legal error.

Case Number 1396/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting a compensation claim. The appellant argued that specific laws limiting compensation should not apply retroactively, but the court found these arguments to be purely legal rather than factual. Consequently, the court ruled that the First Instance Court did not err in rejecting the appeal based on the established legal framework.

Legislator headnote

AI generated

Art. 558(8) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court rejected the claim as legally unfounded, as the appeal must address factual matters with substantive impact on the case outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal vs factual grounds retroactive application compensation limits civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 para.1 of the Constitution
Art. 25 para.3 of the Constitution
Art. 558(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 19/2004
AP 1111/2004
OLAP 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1396 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1396/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Tου αναιρεσείοντος:..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ) Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Γενικό Διευθυντή του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μεταξά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 6/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 26 Απριλίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή άλλη κατηγορία, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (ΟλΑΠ 19/2004, ΑΠ 1111/2003).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, το οποίο, μαζί με τη σύμβαση, κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και με τους προβλεπόμενους από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.

Οι διατάξεις αυτές δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους, να θέσει σε ισχύ τους νόμους, που ήθελε κρίνει αναγκαίους για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998).

Σύμφωνα με τη ρύθμιση της παραπάνω διεθνούς συνθήκης ο κοινός νομοθέτης δεν έχει τη δυνατότητα να αποσβέσει περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα, αν δεν συντρέχουν αποχρώντες προς τούτο λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά ή έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.

Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967, που άρχισε να ισχύει από 31-10-1967, ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρία Υδάτων κ.λ.π.) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η από τον ν. 2112, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές, καταργούμενης κάθε αντίθετης ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε μεταγενεστέρως σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 του ν.δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 του ν.1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 του ν.1545/1985 και σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 ορίστηκε ότι το προαναφερόμενο ανώτατο όριο αποζημιώσεως ισχύει για κάθε περίπτωση αποζημιώσεως, που οφείλεται δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, στους αποχωρούντες, απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, των τραπεζών και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή των επιχορηγούμενων από το Κράτος επιχειρήσεων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας μετ' αυτών συνδεόμενους, καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η ισχύς της προηγούμενης παραγράφου ανατρέχει από της ισχύος του α.ν. 173/1967, καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς, ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, δίκες. Ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημιώσεως με το πρόσωπο του εργοδότη, αποβλέποντας προδήλως στην οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ.

και των ως άνω επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφέλειας και αυτό για λόγους γενικότερου συμφέροντος, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τον φορολογούμενο και στην περίπτωση των κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχόμενων από αυτές υπηρεσιών (ΟλΑΠ 14/2001, 39/1998, 33-34/1997 και 16-18/1992). Ο σκοπός αυτός της ρυθμίσεως δικαιολογεί τη θέσπιση ανώτατου ορίου στην προβλεπόμενη από τον ν. 2112/1920 αποζημίωση και για την περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία του κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ.1 ν.1892/1990 ευρύτερου δημόσιου τομέα και της οποίας ειδικότερα μοναδικός μέτοχος είναι το Δημόσιο, το οποίο και την επιχορηγεί.

Ο περιορισμός αυτός της αποζημίωσης ισχύει, εφόσον η σύμβαση εργασίας λύεται μετά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του α.ν. 173/1967, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεως της εργασιακής συμβάσεως. Αν δε αυτή καταρτίστηκε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικότητας -κατά την έννοια των άρθρων 2 του ΑΚ και 24 του ΕισΝΑΚ- των διατάξεων με τις οποίες θεσπίζεται ο περιορισμός, αφού με αυτές ρυθμίζονται έννομες σχέσεις που γεννώνται μετά την έναρξη εφαρμογής τους, έστω και αν οι σχέσεις αυτές πηγάζουν από προϋφιστάμενες έννομες σχέσεις ή καταστάσεις.

Τέλος με το π.δ. 150/1994 ιδρύθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΊΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ Α.Ε.» και εγκρίθηκε το καταστατικό της, από το οποίο προκύπτουν τα ακόλουθα: Μοναδικός μέτοχος αυτής είναι το Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου, για το μετοχικό κεφάλαιο, προβλέπεται η έκδοση ενός μόνου, ονομαστικού και αναπαλλοτρίωτου τίτλου.

Η ανώνυμη αυτή εταιρεία τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως και γενικότερα υπό καθεστώς διοικητικής εποπτείας και ελέγχων και οι πόροι της προέρχονται από τις συνδρομές των πελατών της, τις αμοιβές για διαφημίσεις που δημοσιεύονται στα δελτία και έντυπά της, τις επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, τις εκδοτικές, επιμορφωτικές και άλλες συναφείς δραστηριότητές της και από κάθε άλλη νόμιμη δραστηριότητα και αιτία, εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στον εταιρικό της σκοπό, που είναι η συλλογή, επεξεργασία και αξιολόγηση ειδήσεων, φωτογραφιών και ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού υλικού και η διανομή τους σε όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της Ελλάδας, της Κύπρου και της Ομογένειας καθώς και η ενημέρωση των αλλοδαπών και η μετάδοση ειδήσεων σχετικά με τα κύρια πολιτικά, οικονομικά, πολιτιστικά και αθλητικά γεγονότα που συμβαίνουν στην Ελλάδα.

Άνευ ανταλλάγματος, η εταιρεία αυτή παρέχει τις υπηρεσίες της μόνο προς τη Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών, για τη σύνταξη δε των ετήσιων λογαριασμών και τη διανομή των καθαρών κερδών της έχουν εφαρμογή οι οικείες διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών». Μεταξύ των διευθύνσεών της είναι και η Διεύθυνση Πωλήσεων και Έρευνας της Αγοράς, που έχει την ευθύνη της εν γένει παρουσίας και προβολής της εταιρείας στην αγορά, τον καθορισμό της τιμολογιακής της πολιτικής και την έρευνα για νέες πηγές εσόδων.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ανώνυμη αυτή εταιρία -που επιχορηγείται από το Δημόσιο- αποτελεί σύνολο πραγμάτων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, πραγματικών καταστάσεων και έννομων σχέσεων, που συγκροτούν οργανωμένη οικονομική ενότητα υπό ενιαίο φορέα και επομένως επιχείρηση κατά την έννοια του ν.δ. 618/1970.

Περαιτέρω με τις διατάξεις των άρθρων 30 του ν.2556/1997 και 3 παρ.3 του ν.2366/1995 ορίστηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, οι εργαζόμενοι αντιστοίχως στα ΚΤΕΛ και στην πρώην ΕΑΣ (οι οποίοι -μετά από καταγγελία της σχέσεως εργασίας τους με βάση τον ν.2078/1992- προσλήφθηκαν στη συνέχεια στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών) δικαιούνται ολόκληρη την αποζημίωση του ν. 2112/1920, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967, ενώ με τον ν. 404/1976 για τους καλλιτέχνες και τεχνικούς της Εθνικής Λυρικής Σκηνής έγινε ειδική ρύθμιση ως προς το ανώτατο όριο της αποζημιώσεώς τους, επίσης χωρίς του περιορισμούς του α.ν. 173/1967.

Με τις παραπάνω όμως διατάξεις δεν ρυθμίζονται ουσιωδώς όμοια -με εκείνα των εργαζομένων στην ανώνυμη εταιρία «ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ Α.Ε.»- πράγματα, σχέσεις, καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων και επομένως με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις δεν παραβιάζεται σε βάρος των εργαζομένων αυτών η περί ισότητας διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος.

Η επιβολή ανώτατου ορίου αποζημιώσεως μέχρι το ποσό των 1.500.000 δραχμών δεν αντίκειται στο άρθρο αυτό του Συντάγματος ούτε με την έννοια ότι εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων εκείνων, οι οποίοι, λόγω της μακροχρόνιας υπηρεσίας τους ή των υψηλών αποδοχών τους ή και των δύο αυτών, θα λάμβαναν αποζημίωση, η οποία-υπολογιζόμενη χωρίς τον περιορισμό του α.ν. 173/1967- θα υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 δραχμών.

Δεν αντίκειται επίσης η επιβολή ανώτατου ορίου αποζημιώσεως ούτε στην απορρέουσα από τα άρθρα 22 παρ.1β΄ του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, η οποία έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ.1, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ.1β΄ του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η θέσπιση των σχετικών διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970 υπαγορεύθηκε από λόγους γενικότερου δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος (ΑΠ 646/2005).

Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι η γεννώμενη μετά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του α.ν. 173/1967 αξίωση αποζημίωσης του ν. 2112/1920, που οφείλεται σε υπάλληλο, συνδεόμενο με σχέση εργασίας, με την ανώνυμη εταιρία «ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ Α.Ε.», λόγω απολύσεώς του από αυτή, υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στον παραπάνω περιορισμό, δεδομένου ότι η ανώνυμη αυτή εταιρία αποτελεί επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα και μοναδικός μέτοχός της είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και την επιχορηγεί και ότι ο περιορισμός αυτός ισχύει ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεως του υπαλλήλου.

Στην προκείμενη περίπτωση ο ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή ότι το έτος 1961, με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προσλήφθηκε από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία αυτή, αρχικά ως υπάλληλος και στη συνέχεια ως συντάκτης και αρχισυντάκτης αυτής μέχρι τις 30-11-1998, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, μετά την εκ μέρους της καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως λόγω συμπληρώσεως τριακονταπενταετούς υπηρεσίας και έλαβε ως αποζημίωση το ποσό των 1.500.000 δραχμών.

Ζήτησε δε να του επιδικαστεί το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού που ισχυρίζεται ότι εδικαιούτο να λάβει και εκείνου που έλαβε. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού έκρινε ότι το ποσό των 1.500.000 δρχ. ήταν το ανώτατο ποσό αποζημιώσεως που δικαιούται να λάβει ο αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη, μοναδικός μέτοχος της οποίας είναι το Δημόσιο, που την επιχορηγεί.

Με την κρίση του αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 558 αριθ.8 ΚΠολΔ, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων, όχι και δε και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΟλΑΠ 3/1997). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι περιοριστικές της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920 διατάξεις του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970 δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, διότι:

α) η αναιρεσίβλητη δεν αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια του νόμου και β) οι περιοριστικές αυτές διατάξεις δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο της προσλήψεώς του και δεν έχουν αναδρομική δύναμη. Ο ισχυρισμός αυτός είναι και κατά τα δύο σκέλη του νομικός και όχι πραγματικός, αφού, όπως προεκτέθηκε, αφενός η μορφή της αναιρεσίβλητης ως επιχειρήσεως προκύπτει από το ιδρυτικό της π.δ. 150/1994, αφετέρου δε από τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, συνάγεται και το συμπέρασμα ότι ο περιορισμός της προαναφερόμενης αποζημιώσεως ισχύει για τις αξιώσεις που γεννήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος των σχετικών περιοριστικών διατάξεων, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεως του εργαζομένου.

Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση -που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή- πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2004 αίτηση του ... για αναίρεση της 6/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ