Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify grounds and state facts in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific defenses regarding the deceased employee's voluntary actions and drug test results. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not clearly state the specific grounds for the appeal in the petition nor reference the relevant facts and assumptions made by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must explicitly state the specific grounds for the appeal and the relevant facts and assumptions of the lower court, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1395 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1395/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Διάθεσης - Διαχείρισης Απορριμμάτων Κεφαλλονιάς και Ιθάκης με την επωνυμία ΕΔΑ-ΚΙ Ο.Τ.Α. που εδρεύει στην Κεφαλλονιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Κουνινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1…… και 12.Φ. Π. του Α., κατοίκου ..., και 13.ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η έως 12η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κουκούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η 13η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2019 αγωγή των ήδη 1η έως 12η των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκε με την 10-3-2020 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της 13ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 456/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-12-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π 1730/2022, ΑΠ 608/2021, ΑΠ 270/2021, ΑΠ 874/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ` αναβολή δικάσιμο (Α.Π 990/2021, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1062/2017). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση από 5-12-2022 και με αρ εκθ. καταθ. 69/6-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 456/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 9-5-2023, κατά την οποία με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επέσπευσε τη συζήτησή της, κλήθηκε να παραστεί και η δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη.
Προς το σκοπό αυτό η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την ίδια με αριθ. 11735Γ/3-2-2023 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Μ., επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 1 την παραπάνω δικάσιμο της 9-5-2023 (άρθρ. 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1γ, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1,2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 26-9-2023, όπως αυτό προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Όφειλε λοιπόν, κατά τα προεκτεθέντα, να παραστεί η δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη κατά την εν λόγω δικάσιμο χωρίς άλλη κλήση, όμως δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως και πάλι προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά της πρωτόδικης με αρ. 8/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ασκήθηκαν: α) η από 19-3-2021 με αρ. εκθ. καταθ, 11/19-3-2021 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας- δεύτερης εναγομένης, β) η από 15-7-2021 έφεση με αρ. εκθ. καταθ. 46/15-7-2021 της ήδη δέκατης τρίτης αναιρεσίβλητης-πρώτης εναγομένης, γ) η από 15-7-2021 με αρ.
εκθ. καταθ. 47/15-7-2021 έφεση της δεκάτης τρίτης αναιρεσίβλητης-πρώτης εναγομένης, δ) η από 10-11-2021 με αρ. εκθ. καταθ. 79/17-12-2021 αντέφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων-εναγόντων και ε) η από 10-11-2021 με αρ. εκθ. καταθ. 80/17-12-2021 αντέφεση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, Με την προσβαλλομένη με αρ. 456/21-10-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, απερρίφθησαν ως αβάσιμες κατ' ουσία οι ανωτέρω αναφερόμενες τρείς εφέσεις και έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία οι ως άνω δύο αντεφέσεις κατά της προαναφερθείσας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 13-12-2019 με αριθμό εκθέσης κατάθεσης 138/2019 αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων για την επιδίκαση σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Η.
Λ. κατά το αναφερόμενο εργατικό ατύχημα, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και για το ενιαίο της εκτέλεσης και ακολούθως έγινε δεκτή η αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, ως προς τους ενδέκατο και δωδέκατο ενάγοντες, ως προς τους οποίους είχε απορριφθεί η αγωγή, και επιδικάστηκαν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, μεγαλύτερα ως προς τους ένατη και δέκατο των εναγόντων, όμοια δε ως προς τους λοιπούς, με το νόμιμο τόκο.
Η κατά της απόφασης αυτής και πριν την επίδοσή της, υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 499, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του KΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 KΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022,ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 135/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 822/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 70/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 109/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 εδ.
α και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να μην απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των δώδεκα πρώτων αναιρεσιβλήτων επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους Η.
Λ. σε εργατικό ατύχημα, δεχόμενη όχι ορθά, αναιτιολόγητα και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι η ίδια είχε επιφυλάξει ρητά ή σιωπηρά τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου και το δικαίωμα παροχής οδηγιών και τελούσε σε σχέση πρόστησης με την δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, περιορίζεται στο να παραθέσει κατ' επιλογή της ορισμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες κατά την άποψή της κατέληξε κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων και διδαγμάτων της κοινής πείρας δεχόμενη και την δική της ευθύνη στον επελθόντα θάνατο του Η.
Λ. και ακολούθως την, κατά την υπ' αυτής εκτίμηση των αναφερομένων επιλεκτικώς παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, μη αποδεικνυόμενη ευθύνη της. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω πρώτος από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, όπως ορθώς επισημαίνουν με τις κατατεθείσες προτάσεις τους οι δώδεκα πρώτοι αναιρεσίβλητοι, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του περί της ευθύνης και της αναιρεσείουσας, ως προς την πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1 εδ.
α και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ προβλεπομένων πλημμελειών. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθεί. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 166/2016, ΑΠ 625/2008). Πράγμα επομένως είναι και ο λόγος έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν λόγο έφεσης (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1462/2019).
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 892/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη της την υπ' αυτής προβληθείσα με λόγο έφεσης ένσταση περί συνυπαιτιότητος του αποβιώσαντος εργαζομένου, αφενός γιατί ο αποβιώσας ενήργησε αυτοβούλως στην προσπάθειά του να καθαρίσει το τύμπανο και τη μεταφορική ταινία, χωρίς να λάβει υπόψη του τις εντολές, κατευθύνσεις του προστηθέντος από την δέκατη τρίτη αναιρεσίβλητη υπευθύνου της εγκατάστασης Φ.
Κ., αφετέρου διότι από τη διενεργηθείσα τοξικολογική εξέταση προέκυψε ότι στο εξετασθέν δείγμα αίματος και ούρων του αποβιώσαντος ανευρέθησαν κανναβινοειδή, τετραυδροκανναβινόλη και καρβοξυλικό οξύ, ουσίες οι οποίες επηρέασαν τη σωματική και νοητική ικανότητά του. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προβάλλονται οι από τους αρ. 8, 1, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κατά την νοηματική του όμως εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τον συγκεκριμένο ισχυρισμό της, όπως τον προέβαλε πρωτοδίκως, τον οποίο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε αναφέρει τον τρόπο προβολής του, ώστε να μη μπορεί να κριθεί από αυτό (αναιρετήριο) αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, εφόσον το δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρει, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, τις κρίσιμες σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δώδεκα πρώτων αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του KΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2022 και με αριθ. κατάθ. 69/6-12-2022 αίτηση αναίρεσης της υπ` αριθ. 456/21-10-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δώδεκα πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρίσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ