Supreme Court dismisses appeal on debt recognition, ruling appellant must prove non-existence of debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final judgment confirming a debt of €36,890 based on a written debt acknowledgment. The appellant argued the debt was non-existent, but the court held that in such cases, the appellant bears the burden of proving the non-existence of the debt rather than the creditor proving its existence. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; In cases involving a written debt acknowledgment, the appellant challenging the debt bears the burden of proving the non-existence of the debt, not the creditor proving its existence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1395 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1395/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο που ανακάλεσε την από 5/9/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 25-6-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 241/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 22-4-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 136/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Με την τελευταία απόφαση δικάστηκε η από 7-6-2013 από το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 583/2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 36.890 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, από σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, που συστάθηκε εγγράφως με το από 23-2-2011 γραμμάτιο είσπραξης και η οποία έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η άνω διαταγή πληρωμής. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, το Εφετείο, κρατώντας την υπόθεση, δίκασε την ανακοπή και απέρριψε αυτή, επικυρώνοντας έτσι τη διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί ευθέως, ως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 32/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015), την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 148/2006) και επιπλέον να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 1654/2007, ΑΠ 1334/2005).
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης και επομένως και σε εκείνους από τους αριθ. 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 153/2019, ΑΠ 1059/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, με την επίκληση της παραβίασης από τους αριθ. 9 και 14 του άρθρου ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, ενώ έπρεπε να τον δεχθεί και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, καθόσον η μεν αναιρεσίβλητη με την αίτησή της ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του με βάση σύμβαση πώλησης οικοδομικών υλικών, ο δε δικαστής, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής διέταξε αυτόν να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 36.890,00 ευρώ, με αιτία πληρωμής όχι τη σύμβαση πώλησης, αλλά τη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως των αιτιάσεων που αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, διότι ναι μεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, δεν παρατίθεται, όμως στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, ούτε, εξάλλου, αναφέρεται ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Αρκεί γι? αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, μέμφεται το Εφετείο, για την από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, αιτιώμενος, ότι σε ουδεμία μνεία προβαίνει για το ποιά αποδεικτικά μέσα, πλην των καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας διαδικασίας και τις ειδικώς αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, έλαβε υπόψη του, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, εάν έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομισθέντα από αυτόν με επίκληση έγγραφα και ειδικότερα:
α) το αντίγραφο του από ... γραμματίου είσπραξης, β) το από ... δελτίο αποστολής της αναιρεσίβλητης για την πώληση υλικών συνολικής αξίας 1.736,83 ευρώ με αντισυμβαλλόμενη την τότε εργοδότριά του εταιρεία με την επωνυμία "...", γ) την με αριθ. πρωτ. ... βεβαίωση από το ΙΚΑ ……, δ) τον λογαριασμό του στο ΙΚΑ (...), από το οποίο προκύπτει, ότι ο κωδικός με τον οποίο είχε δηλωθεί στον εργοδότη του Χ.
Μ. αντιστοιχεί σε υδραυλικό συντηρητή εγκαταστάσεων, ε) το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου ακίνητης περιουσίας φυσικών προσώπων για το έτος 2013, στο οποίο αναγράφεται το έτος κατασκευής της οικίας του, στ) την με αριθ. πρωτ. 223/ 01-03-2004 ηλεκτροδότηση κτίσματος ιδιοκτησίας του από τη διεύθυνση πολεοδομικών λειτουργιών της ...
και ζ) το από 15-9-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης μεταξύ αυτού και της εταιρείας με την επωνυμία " ...", από τα οποία αποδεικνύονται οι έχοντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμοί του, περί ανυπαρξίας της αιτίας της αναγνώρισης του επιδίκου χρέους, καθόσον α) ουδεμία απολύτως συμβατική σχέση συνέδεε αυτόν και την αναιρεσίβλητη από την οποία να εκκρεμεί οφειλή του, β) ουδεμία απολύτως δικαιοπρακτική βούληση εκφράστηκε από αυτόν ή την αναιρεσίβλητη για τη δημιουργία αφηρημένης οφειλής, γ) αυτός είχε τη γενική επιστασία διενέργειας οικοδομικών εργασιών στα ξενοδοχεία της εταιρείας με την επωνυμία "...", στην οποία τότε εργαζόταν, προβαίνοντας στην παραλαβή των οικοδομικών υλικών και την υπογραφή των σχετικών παραστατικών (δελτίων αποστολής) ή στην καταβολή χρηματικών ποσών για λογαριασμό της εργοδότριάς του, δ) η καταβολή του ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο από ...
γραμμάτιο είσπραξης έγινε για λογαριασμό της εργοδότριάς του εταιρείας έναντι οφειλής της προς την αναιρεσίβλητη, ύψους 1.736,83 ευρώ και ε) η αναιρεσίβλητη προέβη σε αλλοίωση (νόθευση) του περιεχομένου του από ... γραμματίου είσπραξης, προκειμένου να αυξήσει τη συνολική οφειλή στο ποσό των 36.890 ευρώ, και έτσι δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη τα άνω έγγραφα θα κατέληγε σε ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα και δεν θα έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και δεν θα απέρριπτε τους λόγους ανακοπής του.
Ο λόγος αυτός το μεν είναι μη νόμιμος, διότι δεν απαιτείται η ειδική αξιολόγηση του καθενός αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η γενική αναφορά του είδους του, το δε αβάσιμος, διότι από την αναφορά στην προσβαλλόμενη, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, σαφώς προσδιοριζόμενων, αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό αυτής, σαφώς προκύπτει ότι αναμφίβολα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και αξιολόγησε και τα άνω επικαλούμενα έγγραφα, τα οποία αφορά ο ως άνω αναιρετικός λόγος.
Στην πραγματικότητα δε οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίκληση της άνω πλημμέλειας από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανάγονται σε ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και η αιτιολογημένη άρνηση αυτών, ούτε τα συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγματα" αποτελούν και οι αρνητικοί ισχυρισμοί αυτοτελών ισχυρισμών του αντιδίκου, όταν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 894/2011), όπως ο λόγος έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτή η αγωγή κλπ (ΑΠ 435/2019, ΑΠ 1431/2017) Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 ΚΠολΔ διαδικασία (ΑΠ 1933/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, ερευνά τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 894/2011).
Συνεπώς, ο διάδικος, που νικήθηκε πρωτοδίκως και ασκεί έφεση επαναφέρει στο εφετείο τους αρχικούς και προτείνει τους υπαγόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ νέους ισχυρισμούς του όχι με τις προτάσεις του, αλλά με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης (ΑΠ 88/2011, ΑΠ 1933/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, όχι όμως, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, (πολύ δε περισσότερο, όταν δεν γίνεται ούτε τούτο), που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 9/2000, 14/2005, 23/2008, ΑΠ 353/2011).
Η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ ΑΠ 23/2008). Για να είναι δε ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νομίμως προσκομιστεί με επίκληση (ΑΠ 1348/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ. 8 περ. α και 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και κατέληξε στην αποδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης στην απόρριψη της ανακοπής του κατά της διαταγής πληρωμής, δεχόμενο ότι υφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης από πώληση αγαθών και ταυτόχρονα ότι υφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης από αφηρημένη αναγνώριση χρέους, ότι η οφειλή του αυτή προέρχεται από την αγορά οικοδομικών υλικών για την ανέγερση της οικίας του κατά το έτος 2003 και ότι με το επίδικο από ...
γραμμάτιο είσπραξης κατέβαλε έναντι του άνω χρέους το ποσό των 500 ευρώ και υποσχέθηκε την εξόφληση εντός μερικών μηνών του υπολοίπου, ενώ τα πραγματικά αυτά περιστατικά είχαν προβληθεί με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης στον πρώτο βαθμό, χωρίς όμως να επαναφερθούν στην έκκλητη δίκη, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 240 ΚΠολΔ, ήτοι με συγκεκριμένη αναφορά για τους ισχυρισμούς της αυτούς στις πρωτόδικες προτάσεις της.
Ο λόγος όμως αυτός, κατά το μέρος που αφορά τους ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της έφεσης, τα ως άνω πραγματικά γεγονότα έχουν περιληφθεί σ' αυτή ως λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτή η ανακοπή του αναιρεσείοντος και για τη λήψη υπόψη των γεγονότων αυτών από το εφετείο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητη η επαναφορά τους, κατά τη διαδικασία του άρθρου 240 ΚΠολΔ, ενώ κατά το μέρος, που αφορά τα αποδεικτικά μέσα, είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νομίμως προσκομιστεί με επίκληση και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των ενώπιον του εφετείου εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή για την απόδειξη των ισχυρισμών της είχε προσκομίσει με επίκληση τα αναφερόμενα σ' αυτές (σελ 9,10,11) δεκαέξι (16) αναλυτικά αναφερόμενα έγγραφα, ήτοι είχε επικαλεσθεί τα έγγραφα αυτά με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι με τις προτάσεις της ενώπιον του εφετείου και δεν ήταν συνεπώς απαραίτητο η επίκληση να γίνει με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων του πρώτου βαθμού κατ' εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που η αναιρεσείων, υπό την επίκληση των προαναφερομένων αιτιάσεων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται πλημμέλειες που μπορούν να στηρίξουν το λόγο αυτό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 εδ.α Α.Κ. η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναφερόμενη σ' αυτήν αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννάται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί απ' αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας όταν αυτή μάλιστα γίνεται αορίστως (ΟλΑΠ 2088/1986, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1279/2012, ΑΠ 168/2012, ΑΠ 3/2011).
Για το ορισμένο δε της αγωγής από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ο ενάγων δανειστής αρκεί να επικαλεσθεί την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο την αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους, από το οποίο (περιεχόμενο) να προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία.
Ωστόσο, ο από αυτήν την ενοχή εναγόμενος οφειλέτης διαθέτει την καταλυτική της αντίστοιχης απαίτησης ένσταση, ότι η βασική σχέση είναι ανύπαρκτη (ή ελαττωματική), με συνέπεια την απαλλαγή του από την εκ της αφηρημένης αναγνώρισης υποχρέωσή του, αφού σε αντίθετη περίπτωση ο δανειστής θα καθίστατο πλουσιότερος από την περιουσία εκείνου χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 843/2012, ΑΠ 1458/2006, ΑΠ 83/1976).
Στην περίπτωση δε αυτή ο ενάγων θα δύναται να ανταποδείξει, ότι ο αναγνωρίσας τελούσε σε γνώση της ανυπαρξίας της αιτίας, όταν προέβη στη δήλωση και να επιτύχει την απόρριψη της ένστασης του εναγομένου και την παραδοχή της αγωγής (ΑΠ 83/1976). Αντίστοιχα και επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση αφηρημένη αναγνώριση χρέους, ο ανακόπτων μπορεί να επικαλεσθεί το ανύπαρκτο της απαίτησης και να αποκαλύψει με ειδικό λόγο της ανακοπής την αιτιώδη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη που αποτέλεσε την αιτία της αναγνώρισης χρέους, καθώς και την ανυπαρξία της, ως εκ των οποίων η απαίτηση του δανειστή στερείται νόμιμης αιτίας, στη συνέχεια δε υποχρεούται να αποδείξει ο ίδιος (ο ανακόπτων), ότι η αιτία είναι ανύπαρκτη.
Τα προαναφερθέντα δεν αντιστρατεύονται προς τα ισχύοντα γενικά ότι επί ανακοπής με αρνητικό χαρακτήρα ο καθού η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος κατά τον γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την απόδειξη, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ύψους της απαίτησης (ΑΠ 1861/2011, ΑΠ 15/2007), αφού και στην περίπτωση της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κατόπιν αίτησης του δανειστή, η ύπαρξη της απαίτησής του και η προς απόδειξη υποχρέωσή του εξαντλείται στην προσκόμιση του εγγράφου αυτής (αφηρημένης αναγνώρισης χρέους) (ΑΠ 2096/2009).
Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο παρέχει ελευθερία συνάψεως ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 ΑΚ αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με εκείνη κατ' αρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μίας υπάρχουσας έννομης σχέσεως που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα, με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 678/2010).
Στην περίπτωση αυτή, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι' αυτήν (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 294/2018, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 523/2001, ΑΠ 863/1996).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 41/2010). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η καθής εταιρία με την επωνυμία "...", δραστηριοποιείται στην εμπορία οικοδομικών υλικών.
Ο ανακόπτων απασχολείτο από το έτος 1986 έως το έτος 2011 στην εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία έχει τρία ξενοδοχειακά συγκροτήματα με τον διακριτικό τίτλο "..." "..." και "..., ως υπεύθυνος συντήρησης τους. Υπό την ιδιότητά του αυτή και για λογαριασμό της εργοδότριας εταιρίας του, επανειλημμένα διαπραγματεύτηκε ο ίδιος, παρήγγειλε, αγόρασε και εξόφλησε οικοδομικά υλικά από την καθής, κάθε φορά που γινόταν επέκταση ή ανακαίνιση των ως άνω ξενοδοχείων της.
Με την πάροδο των ετών αναπτύχθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και της καθής σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και οικειότητας. Κατά το χρονικό διάστημα από 2003 έως 2006 ο ανακόπτων ανήγειρε σε ακίνητο ιδιοκτησίας του στην θέση "..." στις ..., διώροφη πολυτελή κατοικία 220 τμ και η καθής, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας τους και του μεγάλου τζίρου που επετύγχανε με την μεσολάβησή του από τις πωλήσεις οικοδομικών υλικών στην εργοδότρια εταιρία του, δέχθηκε να τον προμηθεύσει τα αναγκαία για την οικοδομή του υλικά (άμμο, μπλόκα, τούβλα, τσιμέντα, χαλίκι, σίδερα κλπ) σε καλύτερες τιμές και με μεγάλη πίστωση χρόνου και αυτός παρέλαβε τα υλικά αυτά και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το τίμημα τους.
Παρά τις υποσχέσεις του όμως και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της καθής, η οποία μάλιστα ενόψει της σχέσης τους επέδειξε πολύ μεγάλο χρόνο ανοχής, ο ανακόπτων μόλις τον Φεβρουάριο 2011 προσήλθε στα γραφεία της επιχείρησής της στον ..., κατέβαλε έναντι της οφειλής του το ποσό, των 500 ευρώ και συμφώνησε μαζί της να της καταβάλει στις 30-7-2011 το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα ύψους 36.890 ευρώ, υπογράφοντας αμφότεροι το από 23-2-2011 γραμμάτιο είσπραξης, όπου αναγράφηκε τόσο το ύψος της οφειλής όσο και ο χρόνος καταβολής του.
Ο ανακόπτων δεν κατέβαλε το ως άνω ποσό στην καθής κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο και τελικά, μετά από αίτησή της, εκδόθηκε η με αριθμό 583/2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία επιτάχθηκε αυτός να της καταβάλει το ποσό των 36.890 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, βάσει της ως άνω σύμβασης αναγνώρισης χρέους που συστάθηκε εγγράφως με το με το 23-2-2011 γραμμάτιο είσπραξης.
Με την υπό κρίση ανακοπή με την οποία ζητείται η ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής και ειδικότερα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αυτής, που αποτελούν ενιαίο λόγο περί ανυπαρξίας της αιτίας αναγνώρισης του επίδικου χρέους, ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι δεν τον συνέδεε με την καθής καμία συμβατική σχέση, ώστε συνεπεία αυτής να προβεί σε αναγνώριση οφειλής του, αλλά, κατά την υπογραφή του ως άνω γραμματίου είσπραξης, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...", για λογαριασμό της οποίας και κατ' εντολή του νόμιμου εκπρόσωπου της Χ.
Μ., κατέβαλε στην καθής το ποσό των 500 ευρώ έναντι οφειλής της τελευταίας από την πώληση και παράδοση σε αυτήν οικοδομικών υλικών και εξάλλου το περιεχόμενο του γραμματίου αυτού είσπραξης νοθεύτηκε διότι, κατά την υπογραφή του αναγραφόταν μόνο η ημερομηνία, το ποσό είσπραξης των 500 ευρώ, το όνομά του ως καταβάλλοντας και η αιτιολογία καταβολής "έναντι λογαριασμού" και δεν αναγραφόταν ως υπόλοιπο λογαριασμού 36.890 ευρώ και χρόνος καταβολής του υπολοίπου αυτού, αλλά συμπληρώθηκαν τούτα εκ των υστέρων.
Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί του ανακόπτοντος δεν αποδείχθηκαν αληθείς. Αν πράγματι ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας "...." έπρεπε, ως έμπειρος, άλλωστε, στις συναλλαγές αυτού του είδους στις οποίες επανειλημμένα προέβαινε λόγω των καθηκόντων που του ανέθετε η εταιρία κατά την επέκταση ή συντήρηση των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων της, να μεριμνήσει ώστε να αναγράφεται στο ως άνω γραμμάτιο είσπραξης το πρόσωπο, ως πρόσωπο του πραγματικά καταβάλλοντος.
Περαιτέρω, το ως άνω γραμμάτιο είναι διπλότυπο, γεγονός που αποκλείει την εκ των υστέρων συμπλήρωσή του, αφού έκαστος των συναλλασσομένων κατέχει ένα αντίτυπο και τέτοιο μάλιστα δεν προσκομίζει ο ανακόπτων, ισχυριζόμενος, ότι δεν έλαβε αντίγραφο από την καθής, πλην όμως, τούτο δεν συνάδει με τη λογική, όταν το παραστατικό αυτό όφειλε να το λάβει και ακολούθως να το παραδώσει στην εργοδότριά του για να καταχωρηθεί στα βιβλία της, αλλά και να αποδεικνύει την καταβολή της ίδιας, όπως ισχυρίζεται.
Ο εξετασθείς ενώπιον του Ειρηνοδίκου Ηρακλείου, επιμελεία του ανακόπτοντος, μάρτυρας Χ. Μ., καταθέτει ότι το ποσό των 500 ευρώ παρέδωσε ο ίδιος στον ανακόπτοντα για να το καταβάλει στην καθής προς εξόφληση χρέους βάσει τιμολογίου ποσού 1.736,83 ευρώ, της οφειλέτιδος εταιρίας "....". Όπως προκύπτει όμως από την καρτέλα πελατών της καθής και τα σχετικά προσκομιζόμενα τιμολόγια έκδοσής της, το χρέος αυτό των 1.736,83 ευρώ αφορούσε τέσσερα τιμολόγια της καθής και δη το με αρ. 69/20-6-2008, ποσού 612,26 ευρώ, το με αρ. 70/20-6-2008, ποσού 633,69 ευρώ, το με αρ. 84/1-9-2008, ποσού 249,90 ευρώ και το με αρ. 90/30-9-2008, ποσού 240,98 ευρώ και εξοφλήθηκε ολοσχερώς στις 28-11-2008, μαζί με το 99/31-10-2008 τιμολόγιο ποσού 41,65 ευρώ, το οποίο συνοδεύει το με αρ. 687/...
δελτίο αποστολής, στο οποίο και αναγράφεται ως οφειλόμενο υπόλοιπο το χρέος, που αναφέρει ο ως άνω μάρτυρας. Αντιθέτως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι υπήρχε πράγματι συναλλακτική (συμβατική) σχέση του ανακόπτοντος με την καθής, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε χρέος του ύψους 36.890 ευρώ, το οποίο στη συνεχεία αναγνώρισε αυτός εγγράφως και δη αποδείχθηκε ότι η τελευταία πώλησε σε αυτόν όλα τα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποίησε για την ανέγερση της διώροφης κατοικίας του στις ..., γεγονός που ο ίδιος ομολογεί, δεν προσκομίζει δε, ουδένα παραστατικό, αποδεικτικό της εξόφληση του τιμήματος τους...Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι, ενώ με την από 12-4-2013 αίτηση της καθής υποβλήθηκε απαίτηση βάσει συμβάσεως αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, με βασική σχέση την πώληση οικοδομικών υλικών, η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει αφηρημένης συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έχει την αυτή νομική θεμελίωση με εκείνη που υποβλήθηκε με την από 12-4-2013 αίτηση στην οποία στηρίχθηκε η έκδοσή της και δη την έννομη σχέση της συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, μετά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής και είχε ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ανακοπή και στη συνέχεια απέρριψε αυτή στο σύνολό της.
Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 361 και 873 του ΑΚ, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχθηκε, ότι η σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 23-2-2011, με την υπογραφή αμφοτέρων του υπό την ίδια ημερομηνία γραμματίου είσπραξης, είναι τοιαύτη (αφηρημένης) αναγνώρισης χρέους, που ρυθμίζεται, δηλαδή, από το άρθρο 873 ΑΚ και ιδρύει νέα αυτοτελή ενοχή, εκπληρώσιμη και αγώγιμη, ανεξάρτητη από την βασική σχέση της πώλησης οικοδομικών υλικών.
Και τούτο, διότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι α) για την κατάρτισή της είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, τον οποίο απαιτεί η πιο πάνω διάταξη και β) στη δήλωση αναγνώρισης χρέους, αναγραφόταν το ύψος της οφειλής, ποσού 36.890 ευρώ και ρυθμιζόταν ο χρόνος καταβολής του, χωρίς περαιτέρω να εξειδικεύεται σ' αυτή η αιτία οφειλής.
Από τα στοιχεία δε αυτά και τις περιστάσεις συνάγεται η πρόθεσή τους να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία αυτής, που αντιπροσώπευε, κατά τα αναφερόμενα στις παραδοχές της απόφασης, το υπόλοιπο τιμήματος από πώληση οικοδομικών υλικών από την αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα, που χρησιμοποίησε ο τελευταίος για την ανέγερση της διώροφης κατοικίας του στις ...
Κρήτης. Είναι δε (τα στοιχεία αυτά) επαρκή και πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους του άρθρου 873 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ περί αιτιώδους αναγνώρισης χρέους. Μετά ταύτα δε δεν απαιτείτο επιπλέον στις παραδοχές της προσβαλλόμενης και ο προσδιορισμός των στοιχείων της βασικής σχέσης της πώλησης, όπως είδος, ποσότητες πωληθέντων υλικών, τίμημα καθενός εξ αυτών, χρόνος και τόπος κατάρτισης καθεμιάς σύμβασης.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη του (υπό στοιχ. α και γ), από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, υπό στοιχ. β, από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, άλλως έκανε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 513 ΑΚ και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) ότι για κάθε σύμβαση πώλησης αγαθών, που κάθε έμπορος καταρτίζει υφίσταται υποχρεωτικά ένα από τα ακόλουθα έγγραφα i) απόδειξη ή τιμολόγιο πώλησης, ii) δελτίο αποστολής, iii) οποιαδήποτε έγγραφη απόδειξη παραλαβής των αγαθών από τον αγοραστή, ή έστω iv) τηρούμενη λογιστική καρτέλλα καταχώρησης των χρεωπιστώσεων, β) ότι κανένας μέσος κοινωνικός και λογικός άνθρωπος, πόσω μάλλον, όταν έχει εμπορική επιχείρηση, δεν αφήνει τις απαιτήσεις του να χρονίζουν, αδρανώντας για την είσπραξή τους, αλλά αντίθετα επισπεύδει την ικανοποίησή του με οχλήσεις προς τους οφειλέτες του και επίσης, ενόψει του ύψους του χρέους, δεν λαμβάνει προκαταβολή 500 ευρώ, επίσης δεν αρκείται στην έμμεση αναγνώριση μιας οφειλής, που έχει ήδη διαδράμει επτά (7) έτη, αλλά προχωρά σε κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού για την εξασφάλιση της απαίτησης και γ) ότι εφόσον ο εκδότης διπλότυπης απόδειξης (γραμματίου) είσπραξης έχει στα χέρια του το πρωτότυπο στέλεχος της απόδειξης, τούτο λογικά σημαίνει, ότι ουδέποτε παρέδωσε το πρωτότυπο στέλεχος στον καταβάλλοντα, και δέχθηκε ότι "...αποδείχθηκε ότι υπήρχε πράγματι συναλλακτική (συμβατική) σχέση του ανακόπτοντος με την καθής, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε χρέος του, ύψους 36.980 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια αναγνώρισε αυτός εγγράφως και δη αποδείχθηκε, ότι η τελευταία πώλησε σε αυτόν όλα τα οικοδομικά υλικά, που χρησιμοποίησε για την ανέγερση της διώροφης κατοικίας του στις ..., γεγονός, που ομολογεί, δεν προσκομίζει δε ουδένα παραστατικό, αποδεικτικό της εξόφλησης του τιμήματος...αλλά και ότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έχει την αυτή νομική θεμελίωση με εκείνη που υποβλήθηκε με την από 12-4-2013 αίτηση στην οποία στηρίχθηκε η έκδοσή της και δη την έννομη σχέση της συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους...", ενώ αν είχε λάβει υπόψη του, άλλως αν δεν είχε κάνει εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων, θα κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι όχι μόνον ουδεμία σύμβαση πώλησης συνέδεε αυτόν (αναιρεσείοντα) και την αναιρεσίβλητη, αλλά και ότι ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε αναγνώριση χρέους υπέρ της αναιρεσίβλητης (είτε αφηρημένης και αναιτιώδους είτε αιτιώδους) και θα είχε δεχθεί έτσι τον ισχυρισμό του περί ανυπαρξίας της αιτίας αναγνώρισης του επιδίκου χρέους.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, ότι η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία των επικαλούμενων κανόνων δικαίου (άρθρ. 361, 513 και 873 ΑΚ) ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου αυτοτελούς ισχυρισμού των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όπως και κάθε ανακοπή (ΑΠ 294/2017, ΑΠ 448/2006, ΑΠ 1556/1998), χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά (ΑΠ 865/2017).
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, ενόψει της προβαλλόμενης με τους δύο πρώτους λόγους της ανακοπής του ανυπαρξίας της αιτίας αναγνώρισης του επιδίκου χρέους, διότι ουδεμία σύμβαση πώλησης συνέδεε αυτόν και την αναιρεσίβλητη, δέχτηκε, α) ότι η αναιρεσίβλητη "...
δέχθηκε να τον προμηθεύσει τα αναγκαία για την οικοδομή του υλικά (άμμο, μπλόκα, τούβλα, τσιμέντα, χαλίκι, σίδερα κλπ)...", β) ότι η πώληση αυτή έγινε "... σε καλύτερες τιμές και με μεγάλη πίστωση χρόνου...", γ) ότι αυτός (αναιρεσείων) "...παρέλαβε τα υλικά αυτά και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το τίμημά τους...", δ) ότι αυτός δέχθηκε "...επανειλημμένες οχλήσεις της καθής..." και ε) ότι η αναιρεσίβλητη επέδειξε "...πολύ μεγάλο χρόνο ανοχής...", χωρίς όμως η αναιρεσίβλητη να έχει προσκομίσει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο εισφερθεί, οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, όπως παραστατικά πώλησης των οικοδομικών υλικών, δελτία αποστολής προς αυτόν των αγαθών αυτών, συγκριτικά στοιχεία για σημαντική έκπτωση στις τιμές και για τη μεγάλη πίστωση εξόφλησης, αποδεικτικό μέσο των οχλήσεων, καθώς και της ανοχής της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων με αυτόν στην πραγματικότητα βάλλει κατά των ανέλεγκτων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανόμενη σε αυτή ρητή βεβαίωση "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα της εκκαλούμενης πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, από τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, την με αριθμό 367/2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκου Ηρακλείου, η οποία δόθηκε επιμελεία του ανακόπτοντος, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της καθής...
και τις με αριθμό 1406 και 1407/ 18-2-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Συμβολαιογράφου Χερσονήσου Μ. Σ., οι οποίες δόθηκαν επιμελεία της καθής μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ανακόπτοντος...", χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου των αποδεικτικών μέσων για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό.
Κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.
Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το αρθρ. 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 485/2010 ΑΠ 344/2007).
Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.
Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 567/1984), ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός. Με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι, ενόψει της προβαλλόμενης με τους δύο πρώτους λόγους της ανακοπής του ανυπαρξίας της αιτίας αναγνώρισης του επιδίκου χρέους, διότι ουδεμία σύμβαση πώλησης συνέδεε αυτόν και την αναιρεσίβλητη κλπ, αντέστρεψε το βάρος απόδειξης, και δέχθηκε τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα δέχτηκε, ότι "...αποδείχθηκε ότι υπήρχε πράγματι συναλλακτική (συμβατική) σχέση του ανακόπτοντος με την καθής, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε χρέος του, ύψους 36.980 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια αναγνώρισε αυτός εγγράφως και δη αποδείχθηκε, ότι η τελευταία πώλησε σε αυτόν όλα τα οικοδομικά υλικά, που χρησιμοποίησε για την ανέγερση της διώροφης κατοικίας του στις ..., γεγονός, που ομολογεί, δεν προσκομίζει δε ουδένα παραστατικό, αποδεικτικό της εξόφλησης του τιμήματος...", αξιώνοντας έτσι από αυτόν να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα της εξόφλησης του τιμήματος της σύμβασης πώλησης αγαθών (οικοδομικών υλικών), την ύπαρξη της οποίας ρητά αρνήθηκε ως ανύπαρκτη και με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά αξίωσε να προσκομίσει αποδείξεις για την ανυπαρξία έννομης σχέσης μεταξύ τους.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η παραδοχή "...δεν προσκομίζει δε ουδένα παραστατικό, αποδεικτικό της εξόφλησης του τιμήματος...", δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού αντικείμενο της δίκης, με τους άνω λόγους της ανακοπής του αναιρεσείοντος, δεν ήταν η εξόφληση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης σε βάρος του, αφού ουδόλως προβλήθηκε εκ μέρους του τέτοιος λόγος ανακοπής.
Τέθηκε δε η παραδοχή αυτή από το Εφετείο, ως επιχείρημα προς στήριξη του άνω σαφούς αποδεικτικού πορίσματος του, ότι ο αναιρεσείων αναγνώρισε εγγράφως το χρέος του προς την αναιρεσίβλητη, ποσού 36.980 ευρώ, που δημιουργήθηκε από την πώληση σ' αυτόν οικοδομικών υλικών και την απόρριψη των πρώτου και δευτέρου λόγων της ανακοπής του αναιρεσείοντος, με τους οποίους προέβαλε την ανυπαρξίας της αιτίας αναγνώρισης του επιδίκου χρέους.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης σε σχέση με τον προβληθέντα με τους άνω λόγους ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που απορρίφθηκε, καθόσον, όπως έχει αναφερθεί στη μείζονα σκέψη του αμέσως προηγουμένως εξεταζόμενου πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση αφηρημένη αναγνώριση χρέους, ο ανακόπτων, όταν επικαλεσθεί την ανυπαρξία της αιτίας αναγνώρισης του χρέους, όπως στην προκείμενη περίπτωση και δέχτηκε και η προσβαλλόμενη, στη συνέχεια υποχρεούται να αποδείξει ο ίδιος, ότι η αιτία είναι ανύπαρκτη, σε αντίθεση προς τα ισχύοντα γενικά ότι επί ανακοπής με αρνητικό χαρακτήρα, ότι ο καθού η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος κατά τον γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την απόδειξη, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ύψους της απαίτησης, αφού και στην περίπτωση της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κατόπιν αίτησης του δανειστή (καθού η ανακοπή), η ύπαρξη της απαίτησής του και η προς απόδειξη υποχρέωσή του εξαντλείται στην προσκόμιση του εγγράφου αυτής (αφηρημένης αναγνώρισης χρέους).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2018 αίτηση του Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 241/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου (και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ