Legislator Case Law & Legislation
1395/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank judgment regarding abusive contract terms and partial payment order.

Case Number 1395/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a bank against a lower court judgment in a debt restructuring dispute. The bank argued that the appellate court erred in rejecting its claim that abusive contract terms should partially invalidate the payment order. The court found the appellate court's reasoning flawed regarding the scope of invalidity and the handling of specific contract clauses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appellate court must properly assess whether abusive contract terms justify partial invalidation of a payment order and cannot arbitrarily reject claims without substantive examination.

Keywords

AI generated
abusive contract terms partial invalidation payment order debt restructuring appellate review Code of Civil Procedure bank debt

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 624 of the Code of Civil Procedure
Article 181 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1395 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1395/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπούμενου από τον ειδικό εκκαθαριστή με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρτέμη Κυριαζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Χ. Σ. του Δ., κατοίκου ... και 6) Β. Τ. του Σ., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος, 3ος και 6η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ερνέστο - Δημήτριο Τσακαλία, ενώ οι 4ος και 5ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2015 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις με αρ. 2743/16-12-2019 και με αρ. 5992/17-12-2019 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Αθηνών και Κορίνθου, αντιστοίχως, τις οποίες προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 10-10-2019 αιτήσεως για αναίρεση της με αρ.122/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Στερεάς Ελλάδας με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων. Πλην όμως οι τελευταίοι, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της εκ του πινακίου. Ως εκ τούτου η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/EΟK για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ' αρ.

Ζ1 -178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ' αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.

στ' της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε ή Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων , σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου".

Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική,, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του".

Εξ άλλου με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β'), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β' ) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β'). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνο καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής και όχι επαγγελματικά όπως είναι η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Oλ. Α.Π. 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.

Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Σύμφωνα όμως με την παρ. 8 του άνω άρθρου (2) του ίδιου ν.2251/1994 ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 828/2018).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.

Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.

Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.

Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.

Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.

Επιπροσθέτως μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε (στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ' άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του (Ολ.

ΑΠ 13/2015, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017). Περαιτέρω, ο Γ.Ο. Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του όρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.

Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο oποίo όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.

Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 1438/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005).

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 181 ΑΚ, δικαιοπραξία της οποίας ένα μέρος είναι άκυρο, παραμένει ισχυρή κατά το υπόλοιπο και μόνον κατ'εξαίρεση μπορεί να συνάγεται ή να αποδεικνύεται ότι κατά τη βούληση των μερών η ακυρότητα καταλαμβάνει όλη τη δικαιοπραξία, δηλαδή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας υπέρ της μερικής ακυρότητας.

Η μερική ακυρότητα δεν αναφέρεται στο ουσιώδες περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, οπότε θα προκαλούσε ολική ακυρότητα, αλλά σε επί μέρους όρο, ρήτρα, παροχή της δικαιοπραξίας ή και σε μέρος αυτών. Η μερική ακυρότητα δεν σχετίζεται με την αιτία της ακυρότητας, αλλά αφορά την ενέργειά της με συνέπεια να μπορεί να επέλθει ολική ακυρότητα σε περιπτώσεις που ο λόγος της ακυρότητας αφορά ουσιώδες μέρος της δικαιοπραξίας.

Αντικείμενο της μερικής ακυρότητας μπορεί να αποτελέσει μόνο η δικαιοπραξία που μπορεί να κατατμηθεί σε περισσότερα μέρη, χωρίς να μεταβάλλεται το είδος της, έτσι ώστε το έγκυρο μέρος να ισχύει ως αυτοτελής δικαιοπραξία μετά την αφαίρεση του άκυρου μέρους. Η ακυρότητα του μέρους συμπαρασύρει όλη τη δικαιοπραξία, εάν συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα την επιχειρούσαν χωρίς το άκυρο μέρος.

Για το σκοπό αυτό αναζητείται ερμηνευτικά όχι η πραγματική αλλά η υποθετική ή εικαζόμενη θέληση που θα είχαν οι δικαιοπρακτούντες κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, αν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους με βάση και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή το δικαστήριο συμπληρώνει με νομικό πλάσμα τη θέληση των μερών.

Η εξακρίβωση της θέλησης των μερών θα γίνει με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και με κριτήρια αντικειμενικά, όπως η φύση της δικαιοπραξίας και ο επιδιωκόμενος σκοπός και υποκειμενικά, όπως τα ελατήρια, οι συνήθειες και τα συμφέροντα των δικαιοπρακτούντων. Η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης προϋποθέτει ότι τα μέρη αγνοούσαν την ακυρότητα του μέρους, διαφορετικά δεν θα είχαν περιλάβει το άκυρο μέρος, διότι αν το περιέλαβαν εν γνώσει της ακυρότητας δεν εφαρμόζεται η διάταξη.

Όποιος συνεπώς επικαλείται ολική ακυρότητα της δικαιοπραξίας πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι τα μέρη δεν θα κατάρτιζαν την όλη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος. Προς τούτο πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά από τα οποία θα συναγάγει το δικαστήριο ότι οι δικαιοπρακτούντες -συμβαλλόμενοι είχαν αποδώσει τέτοια σημασία στο άκυρο μέρος (σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν με μνεία μεταξύ άλλων και της επιδιωκόμενης οικονομικής αξίας), ώστε αν κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ακυρότητά του, δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία (AΠ 168/2021).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (άρθρο 2 παρ.6 και 8 ν.2251/1994, 181, 200 ΑΚ) συνάγεται ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ' αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.

Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ (ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 105/2019).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ, λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε.

Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά κατά τα προεκτεθέντα φέρει χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άνω άρθρου (633 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013).

Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1060/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Επίσης, ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, νοούνται και οι λόγοι ανακοπής (ενστάσεις) κατά διαταγής πληρωμής, οι οποίοι πρέπει να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο δικόγραφο της ανακοπής, και οι οποίοι αναφέρονται είτε στην έλλειψη των κατά νόμο (άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ) διαδικαστικών προϋποθέσεων προς έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε στην ύπαρξη της απαίτησης για την πληρωμή της οποίας εκδόθηκε η διαταγή.

Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής, καθένας των οποίων στηρίζει το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής, οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, ο δε καθού η ανακοπή μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε προβάλλοντας αντενστάσεις (Ολ.ΑΠ 10/1997), αν δε το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη νόμιμο, αόριστο ή απαραδέκτως προταθέντα λόγο ανακοπής, και ακυρώνει για το λόγο αυτό τη διαταγή πληρωμής, υποπίπτει στην από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

α' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται ως μη προταθέντες και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004 ΑΠ1411/2007). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην ανακοπή (ή σε επί μέρους λόγο αυτής) των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ631/2020, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη (122/2019) απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος ότι: "...Επί της από 7-9-2015 αίτησης της καθής η ανακοπή υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 65/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν πλέον τόκων και εξόδων το ποσό των 300.000 ευρώ εις ολόκληρον έκαστος, πλην της έκτης αυτών η οποία υποχρεώθηκε περιορισμένα μέχρι της αξίας ενυπόθηκου ακινήτου της, ως μερικό κατάλοιπο της 274/30-12-2010 σύμβασης ρύθμισης οφειλών λόγω καταγγελίας αυτής, η οποία καταρτίστηκε από την πρώτη ανακόπτουσα με την καθής τραπεζική εταιρεία για την εξυπηρέτηση της εμπορικής της δραστηριότητας (παραγωγή και εμπορία ιχθύων) στο κλείσιμο της οποίας (ως άνω σύμβασης) και του τηρούμενου γι'αυτήν λογαριασμού, προέβη η ως άνω τράπεζα στις 20-4-2015.

Την εκτέλεση της σύμβασης αυτής συνυπέγραψαν οι 2ος και 3ος των ανακοπτόντων ως συνοφειλέτες οι δε λοιποί ως εγγυητές. Στη σύμβαση αυτή εντάχθηκε το λογιστικό υπόλοιπο τεσσάρων παλαιότερων μεταξύ των διαδίκων δανειακών συμβάσεων και συγκεκριμένα οι : α) 394/25.10.2007 σύμβαση δανείου, ποσού 300.000 ευρώ, β) 146/24.3.2006 σύμβαση δανείου, ποσού 150.000 ευρώ, γ) 393/19.11.2009 σύμβαση ρύθμισης, ποσού 70.000 ευρώ και δ) 307/29.6.2005 σύμβαση και η επ'αυτής 19.11.2009 πρόσθετη πράξη, με τις οποίες είχε χορηγηθεί κεφάλαιο κίνησης ποσού 200.000 ευρώ .

Με τον 8ο λόγο της ένδικης ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι είναι παράνομος και καταχρηστικός ο υπολογισμός του τόκου με βάση έτος 360 ημερών (και όχι 365 ημερών) διότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994 και δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση αυτών σε τόκους ανερχόμενη σε ποσοστό 1,3889% για κάθε ημέρα.

Ο λόγος αυτός κρίθηκε από την εκκαλούμενη ότι είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 243 παρ. 3, 281ΑΚ, 2 § 6 και 7 Ν. 2251/1994, 632 § 1 επ. ΚΠολΔ, και επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με λόγο εφέσεως, αποδεικνύεται δε βάσιμος και από ουσιαστική άποψη, καθώς σε σχετικό όρο των συμβάσεων παροχής πίστωσης διαλαμβάνεται ότι "χρονική βάση υπολογισμού των τόκων είναι ο λόγος των πραγματικών ημερών προς το έτος των 360 ημερών, προσαρμοζόμενοι ανάλογα με τη συχνότητα των δόσεων".

Όμως, ο εν λόγω όρος της σύμβασης, που προβλέπει ότι ο τόκος υπολογίζεται με βάση έτος 36Ο ημερών, προσκρούει..., στην αρχή της διαφάνειας που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής...

Με τον πρώτο λόγο της ...έφεσης η εκκαλούσα-καθης η ανακοπή υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής ως αόριστο διότι δεν αναφέρεται σ'αυτόν ποιο είναι το ποσό που όφειλαν να καταβάλουν οι ανακόπτοντες αν είχαν υπολογιστεί ορθά οι τόκοι... αν αυτοί ήσαν τόκοι συμβατικοί, υπερημερίας ή εξ ανατοκισμού ώστε να προκύψει σε τί διαφοροποιείται από το επιδικασθέν ούτε προβαίνουν σε υπολογισμούς ώστε να εξακριβωθεί αν ο εκτοκισμός έγινε με βάση έτος 360 ημερών και όχι 365 ημερών και τέλος σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός δεν οδηγεί ακύρωση της διαταγής πληρωμής διότι δεν εμπίπτει σε κάποια από τις τυπικές προϋποθέσεις έγκυρης έκδοσής της.

Ωστόσο ο άνω λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι...δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου ο λεπτομερής υπολογισμός των τόκων, αλλά αρκεί η αναφορά των στοιχείων που αναγράφονται στην ανακοπή και ότι δημιουργείται εκ του μη νόμιμου αυτού υπολογισμού (των τόκων) μια πρόσθετη επιβάρυνση του ανακόπτοντος σε τόκους ανερχόμενη σε ποσοστό 1,3889 % για κάθε ημέρα...

Επομένως όπως ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την έκδοση της ...διαταγής πληρωμής δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης και ειδικότερα του ποσού αυτής... Δεδομένων δε των παραπάνω παραδοχών δεν υπάρχει μερική ακυρότητα στην προκείμενη περίπτωση της διαταγής πληρωμής που αφορά μόνο στους υπολογισθέντες τόκους με βάση το έτος των 360 ημερών όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο της έφεσης αλλά πλήττεται συνολικά το κύρος αυτής, αφού δεν είναι εφικτός με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα δυνάμει των οποίων εκδόθηκε ο διαχωρισμός των ποσών αυτών ούτε καν με βάση απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς ώστε να προκύπτει από αυτά το ακριβές ποσό της απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής...Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι με την 274/2010 πρόσθετη πράξη οφειλών που κατάρτισαν τα διάδικα μέρη περιλαμβανόταν ο όρος τον οποίον αποδέχθηκαν οι ανακόπτοντες ότι "ο οφειλέτης οφείλει να καταβάλει στην τράπεζα τα έξοδα έγκρισης της ρύθμισης ποσού 1.500 ευρώ το οποίο εισπράττεται κατά την υπογραφή της παρούσας σύμβασης...Η επιβάρυνση συνιστά προμήθεια της καθής η ανακοπή για την κατάρτιση της σύμβασης ρύθμισης οφειλών, αφού φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της...

δηλαδή έχει προκαθοριστεί το ύψος της, επιβλήθηκε εφάπαξ από την καθής η ανακοπή κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης και είναι ανεξάρτητη από το επιτόκιο και τα άλλα έξοδα που επιβλήθηκαν στους ανακόπτοντες για τη χορήγηση (ρύθμιση) του δανείου... Η εν λόγω επιβάρυνση είναι παράνομη αφού αντίκειται στο άρθρο 1 της ΠΔ/ΤΕ1969/1991 αλλά και την ΠΔΤΕ2501/2002, την απόφαση ΕΝΠΘ ΤΕ 524/1993 και η σχετική συμφωνία είναι άκυρη κατά το άρθρο 178 ΑΚ...η πρόβλεψη για την επιβάρυνση αυτή συνιστά γενικό όρο συναλλαγών καθώς η σχετική πρόβλεψη έχει γίνει εκ των προτέρων, δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ισχύει για απροσδιόριστο αριθμό καταναλωτών που συνάπτουν συμβάσεις δανείων.

Κατά συνέπεια ελέγχεται για την εγκυρότητά της με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.2251/1994 σύμφωνα με τις οποίες ...είναι καταχρηστική γιατί παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας και διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή καθόσον προκαλείται σύγχυση στον τελευταίο για το τί καλύπτει ο τόκος και τι η προμήθεια και δημιουργείται έτσι αδιαφάνεια.

Τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλούμενη και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη υπ' αριθ. 34/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που είχε δεχθεί την ανακοπή των αναιρεσίβλητων ως προς τους ανωτέρω δύο λόγους της και είχε ακυρώσει στο σύνολό της την υπ' αριθ. 65/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 626, 631, 632 ΚΠολΔ στο μέτρο που αυτές είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ105/2019), 2 παρ. 6 και 8 του ν. 2251/1994 και 181 ΑΚ, καθόσον, αφού δέχθηκε ότι προσκρούουν στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 του ν.2251/1994 οι προαναφερόμενοι δύο συμβατικοί όροι (ΓΟΣ), με τους οποίους η τράπεζα α) υπολόγιζε τους τόκους με βάση έτος 360 ημερών αντί 365, με αποτέλεσμα να χρεώνει τους ανακόπτοντες με αθέμιτους τόκους κατά ποσοστό 1,3889% και β) προέβαινε σε παράνομη επιβάρυνσή αυτών με έξοδα 1500 ευρώ που όμως συνιστούσαν προμήθεια, αντί στη συνέχεια να προβεί στην ουσιαστική έρευνα για τον προσδιορισμό, κατά συγκεκριμένο ποσό, του πρώτου κονδυλίου, κατά το οποίο επιβαρύνεται η οφειλή των ανακοπτόντων εξ αιτίας του άκυρου ΓΟΣ, και ακολούθως να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής ως προς τα δύο αυτά συγκεκριμένα κονδύλια, όπως προβλέπει η παρ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου, ως προς τα οποία (ποσά) και μόνον είχαν δικαίωμα οι ανακόπτοντες να ζητήσουν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ακύρωσε αυτήν στο σύνολό της, θεωρώντας ως μη εκκαθαρισμένη τη συνολική απαίτηση της τράπεζας κατ' άρθρο 624 ΚΠολΔ, παρότι δεν δέχθηκε ότι λόγω της ακυρότητας των ανωτέρω δύο όρων συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 181 ΑΚ.

Επομένως οι πρώτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, με τους οποίους κατά την ορθή νοηματική τους εκτίμηση προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η ακυρότητα επί μέρους Γενικών Όρων Συναλλαγών της σύμβασης λόγω καταχρηστικότητας επιφέρει μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα μειώνει το ποσό της οφειλής , είναι βάσιμοι.

Με τον δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατά την ορθή νοηματική τους εκτίμηση) τις εκ των αρ. 8 και 14 (όχι εκ του αρ. 10) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον όγδοο λόγο ανακοπής περί ακυρότητας του συμβατικού όρου σε σχέση με το ποσό των 1500 ευρώ, παρότι ήταν αόριστος και, συνεπώς, παρά το νόμο δεν κήρυξε (δεν απέρριψε) αυτόν ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό της που νόμιμα είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με αντίστοιχο λόγο εφέσεως. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής πράγματι προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες με τον όγδοο λόγο αυτής που έγινε, κατά τα ανωτέρω, δεκτός ισχυρίσθηκαν ότι στον όρο 4 της 274/2010 επίδικης σύμβασης ρύθμισης οφειλών αναγράφεται ότι "ο οφειλέτης οφείλει να καταβάλει προς την τράπεζα τα έξοδα έγκρισης της ρύθμισης ποσού 1500 ευρώ", χωρίς ωστόσο να επικαλούνται ότι το συγκεκριμένο ποσό των 1500 ευρώ συνιστά κονδύλιο της προσβληθείσας με την ανακοπή διαταγής πληρωμής και ειδικότερα ότι συμπεριλήφθηκε ως χρέος σ' αυτή επιβαρύνοντας αντίστοιχα τους οφειλέτες.

Συνεπώς και οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι τυγχάνουν βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 122/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν. Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ