Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to procedural failure to expedite hearing, splitting the case for remaining appellants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding one appellant because the court could not verify who expedited the hearing, triggering a procedural bar. The underlying dispute involved former apprentices challenging their employment contracts and claiming unpaid bonuses and severance. Since the court could not establish a valid expedited hearing for the specific appellant, the appeal was dismissed for them while the case was split to continue for the others.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1 and 2, and 576 para. 1-3 of the Code of Civil and Administrative Procedure; If a party fails to expedite the appeal hearing validly, the appeal is inadmissible for all parties unless the case is a simple joint suit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1395 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1395/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Α., 2) Θ. Γ. του Ε., 3) Γ. Μ. του Ε. και 4) Ν. Ν. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόκτιστου Πιπερόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Ηρωικής Πόλης Νάουσας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Τσιαούσκογλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν η 44/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2777/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2017 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 485/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα αυτό. Την υπόθεση επανέφεραν για συζήτηση εκ νέου οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2018 κλήση τους, αφού εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ^ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.(ΑΠ 106/2019) Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση με την από 17-1-2019 κλήση των αναιρεσειόντων η από 19-6-2017 με αριθμό κατάθεσης 128/26-6-2017 αίτηση αναιρέσεως ,τη συζήτηση της οποίας για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες.
Από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόκτιστου Πιπερόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Όμως, σχετικά με την παράσταση και εκπροσώπηση της δεύτερης των αναιρεσειόντων, Θ.
Γ. ο ανωτέρω δικηγόρος δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε αντίστοιχο πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει, ότι αυτός έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής, ώστε νόμιμα να παρίσταται γι' αυτήν και να την εκπροσωπεί. Επομένως, αφού η προαναφερόμενη αναιρεσείουσα, η οποία φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως και είναι απλή ομόδικος με τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους, δεν προκύπτει, ότι εκπροσωπείται νομίμως από τον προαναφερόμενο δικηγόρο, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.
βΛ ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί ως προς αυτή απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως και να διαταχθεί χωρισμός της υποθέσεως και η συζήτησή της ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που νομίμως παρίστανται. Μετά ταύτα, ως προς τους νομίμως εκπροσωπουμένους από τον ανωτέρω δικηγόρο και παρισταμένους αναιρεσείοντες νόμιμα φέρεται για συζήτηση η από 19-6-2017 με αριθμό κατάθεσης 128/26-6-2017 αίτηση αναιρέσεως, κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης της κατά την ορισθείσα με επίσπευση των ιδίων δικάσιμο της 8-1-2019 λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της Αθήνας.
Επί της αιτήσεως αυτής, είχε εκδοθεί η 485/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος και επί της οποίας (παραπεμφθείσας) εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου τούτου.
Η ανωτέρω αίτηση στρεφόμενη κατά της 2777/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά της 44/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 31-12-2014 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, την 26-6-2017 (ΟλΑΠ 10/2018).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ. 3). 2.Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 21-6-2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας οι ενάγοντες εκθέτουν ότι με τα από 16-8-2007 συμφωνητικά συνεργασίας, μεταξύ αφενός του πρώτου εναγομένου ΟΑΕΔ, ως υπεύθυνου φορέα, αφετέρου του δευτέρου εναγομένου Δήμου Νάουσας ως φορέα υλοποίησης και εκ τρίτου των εναγόντων συμβαλλομένων, οι τελευταίοι προσλήφθηκαν στο Δήμο Νάουσας, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας Ότι οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να απασχοληθούν και απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του εναγομένου Δήμου από 3-10-2007 μέχρι 13-4-2009, ως διοικητικοί υπάλληλοι εργαζόμενοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, από ώρα 08:00 έως 14:30 ημερησίως, αντί αμοιβής 610,00 ευρώ ο πρώτος και από 510,00 ευρώ οι λοιποί, κατόπιν χρηματοδότησης του ΟΑΕΔ.
Ότι οι εν λόγω συμβάσεις συνεργασίας παρατάθηκαν, για άλλους δώδεκα μήνες, ήτοι από 10-6-2009 έως 10-6-2010 και με τον ίδιο σκοπό, μετά δε την ως άνω λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ο εναγόμενος Δήμος Νάουσας δήλωσε στους ενάγοντες ότι δεν θα αποδέχεται στο εξής την εργασία τους. Ότι, στην πραγματικότητα αυτοί δεν προσλήφθηκαν, για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ότι η εργασιακή τους σχέση με τον εναγόμενο Δήμο Νάουσας, ήταν στην πραγματικότητα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι αυτοί απασχολούνταν με πλήρες ωράριο, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του Δήμου Νάουσας, εργάζονταν υπό καθεστώς προσωπικής και νομικής εξάρτησης καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δήμου, τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ασκώντας σ' αυτούς εποπτεία και έλεγχο και γενικότερα είχαν κάθε εργοδοτική εξουσία, ο δε χαρακτηρισμός των εν λόγω συμβάσεων από τον εναγόμενο ως συμβάσεων μαθητείας ορισμένου χρόνου έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και σε αντίθεση με την 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28-6- 1999.
Ότι, άλλως .πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι συμβάσεις μαθητείας ορισμένου χρόνου, καθόσον κατά τα άνω εξυπηρετούσαν πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου Δήμου, άλλως δε και όλως επικουρικά και στην περίπτωση που κριθεί ότι η σχέση εργασίας τους με τον εναγόμενο Δήμο είναι άκυρη, τότε συνδέονται με τον τελευταίο με απλή σχέση εργασίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν, όπως παραδεκτά περιόρισαν πρωτοδίκως το αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό: α) να αναγνωρισθεί ότι αυτοί συνδέονται με τους εναγόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου β) να αναγνωρισθεί ότι η γενόμενη από τον εναγόμενο Δήμο τον Ιανουάριο του 2010, λύση των συμβάσεων τους συνιστά καταγγελία και ότι αυτή είναι άκυρη γ)να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να αποδέχονται στο μέλλον τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου γ) άλλως ,να αναγνωρισθεί ότι αυτοί συνδέονται με τους εναγόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δ) άλλως , επικουρικά, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι παρείχαν την εργασία τους με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απλής δηλαδή σχέσης εργασίας, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα σ' αυτή ποσά ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης, σύμφωνα με το ν. 3198/1955 και άρθρο 7 του πδ 164/2004, και ε) να αναγνωριστεί ότι, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλλουν τα αναφερόμενα σ' αυτή την αγωγή ποσά, ως διαφορά μεταξύ των όσων τους καταβλήθηκαν (σύμφωνα με τα συμφωνητικά συνεργασίας) και των όσων, σύμφωνα με την πραγματική σχέση εργασίας που τους συνέδεε, όφειλαν κατά νόμο να τους καταβάλουν και κατά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και για δώρα, Πάσχα και Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση των ποσών, επικουρικά δε, σε περίπτωση που κριθεί ότι είναι άκυρη η σχέση εργασίας τους και ότι υφίσταται μεταξύ τους απλή σχέση εργασίας, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται στην καταβολή των ως άνω ποσών με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας με την 44/2011 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για το εναγόμενο ΟΑΕΔ και ως μη νόμιμη για τον εναγόμενο Δήμο. Επί ασκηθείσας έφεσης των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση κατά του πρώτου εφεσίβλητου νπιδ ΟΑΕΔ και περαιτέρω, αφού κρίθηκε ότι η αγωγή, ως προς τον εναγόμενο Δήμο, είναι μη νόμιμη κατά τις αγωγικές βάσεις της περί αναγνώρισης των συμβάσεων των εναγόντων ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακυρότητας της καταγγελίας και υποχρέωσης του εναγομένου να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους καθώς περί αναγνώρισης ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και το αίτημα της για καταβολή των σ' αυτή ποσών ως διαφορές αποδοχών μεταξύ των όσων τους καταβλήθηκαν και των όσων σύμφωνα με βάση τη σχέση εργασίας που τους συνέδεε όφειλε να τους καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, απέρριψε τους συναφείς με τα κεφάλαια αυτά λόγους έφεσης.
Στη συνέχεια, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τα ανωτέρω επικουρικά κεφάλαια και ειδικότερα ότι συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο με απλή σχέση εργασίας ,ότι δικαιούνται αποζημίωση απόλυσης, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας , και ότι δικαιούνται κατά τις περί αδικαιογήτου πλουτισμού διατάξεις τις διαφορές αποδοχών, δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης ,εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την εκεί εκκαλουμένη απόφαση ,δίκασε εκ νέου την αγωγή και απέρριψε αυτήν κατ' ουσία. 3.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη, της οποίας η διάρκεια συνομολογείται μέχρις ένα ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή για την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως.
Σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ.1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ.1 του νόμου αυτού επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, χωρίς, πάντως, να επιτρέπεται, εγκύρως, η παράταση μιας τέτοιας σύμβασης ή η μετατροπή της σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Οι περιορισμοί αυτοί απέκτησαν αυξημένη τυπική ισχύ με την προσθήκη των παρ.7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και αυτό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 7, 8/2011).
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη, ως περίπτωση (κα ) στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994, επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την ένδικη διαφορά), η οποία αφορά στην πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση τέτοιου προγράμματος, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρόγραμμα αυτό. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη εκτέλεσης των ειδικών προγραμμάτων, γι' αυτό και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (ΑΚ 669 παρ. 1).
Η σύναψη των σχέσεων αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, διότι επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση των ειδικών προγραμμάτων, για την εξυπηρέτηση των οποίων συνάπτονται. Περαιτέρω, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης.
Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του.
Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, μόνο αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφ' όσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Επίσης, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στο μαθητευόμενο μισθό (κατώτερο από το μισθό του καταρτισμένου μισθωτού) για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευσή του (ΟλΑΠ 19/1987).
Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας, παραλλήλως, την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Γι' αυτό, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αφού προέχων σκοπός της συμβάσεως είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 1677/2011, ΑΠ 1592/2009).
Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας ενοχικής σχέσης ως σύμβασης έργου ή ως σύμβασης μαθητείας γνήσιας ή μη γνήσιας ή ως σύμβασης εργασίας ανεξάρτητης ή εξαρτημένης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί, κατ' εξοχήν, έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική μορφή συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006,ΑΠ 865/2014).
4. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται .
5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι με τα από 16-8-2007 συμφωνητικά συνεργασίας, μεταξύ αφενός του ΟΑΕΔ, ως υπεύθυνου φορέα,(μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) αφετέρου του δευτέρου εναγομένου-ήδη εφεσίβλητου Δήμου Νάουσας (αναιρεσίβλητου) ως φορέα υλοποίησης και εκ τρίτου των εναγόντων- εκκαλούντων-συμβαλλομένων, (ήδη αναιρεσειόντων) οι τελευταίοι προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο Δήμο Νάουσας, σε θέσεις ΠΕ Διοικητικού, ΔΕ Διοικητικού και ΔΕ Διοικητικού αντίστοιχα καθένας, της Διεύθυνσης Δ/κών και Οικ/κών Υπηρεσιών του Δήμου.
Ότι ειδικότερα αυτοί προσλήφθηκαν στα πλαίσια καταρτισθέντος προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (STAGE) σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού διάρκειας 18 μηνών, για την απόκτηση πρακτικής εμπειρίας ανέργων πτυχιούχων και αποφοίτων σχολών νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας.
Ότι οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να απασχοληθούν και απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του εναγομένου Δήμου από 3-10-2007 μέχρι 13-4-2009, στη Διεύθυνση Δημοτικής Αστυνομίας και στο Γραφείο αδειών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος ο πρώτος και οι λοιποί, τρίτη και τέταρτος στη Διεύθυνση Δημοτικής Αστυνομίας, εργαζόμενοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, από ώρα 08:00 έως 14:30 ημερησίως, αντί αμοιβής 610,00 ευρώ ο πρώτος και 510,00 ευρώ οι λοιποί, κατόπιν χρηματοδότησης του ΟΑΕΔ.
Ότι οι εν λόγω συμβάσεις συνεργασίας παρατάθηκαν με την υπ' αριθμ. .../20/19-5-2009 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ, για άλλους δώδεκα μήνες, ήτοι από 10-6-2009 έως 10-6-2010 και με τον ίδιο σκοπό, απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, μετά δε την ως άνω λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ο εναγόμενος Δήμος Νάουσας δήλωσε στους ενάγοντες ότι δεν θα αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες τους.
Ότι οι ως άνω συμβάσεις, με τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο Δήμο Νάουσας, ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, και καταρτίσθηκαν και εκπληρώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2639/1998 με χρηματοδότηση του ΟΑΕΔ, προκειμένου οι ενάγοντες- άνεργοι, να αποκτήσουν θεωρητική και πρακτική επαγγελματική κατάρτιση και οι συμβάσεις αυτές δεν αποτελούν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας .Ότι επί των συμβάσεων αυτών, ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που καθορίζουν τα χρονικά όρια εργασίας, τις υποχρεωτικές, ελάχιστες αποδοχές των εργαζομένων, την καταβολή των αποδοχών και επιδόματος αδείας, των δώρων εορτών και την αποζημίωση απόλυσης, , οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Ότι, ειδικότερα, οι επίμαχες συμβάσεις δεν καταρτίσθηκαν για τη δημιουργία δέσμευσης και εξάρτησης (νομικής και προσωπικής) των εναγόντων-ασκου μένων, από τον εναγόμενο Δήμο Νάουσας, ώστε υφισταμένων των εν λόγω προϋποθέσεων, να προσδοθεί στις εν λόγω σχέσεις του Δήμου και των εναγόντων ο χαρακτήρας της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας.
Ότι τα παραπάνω προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχαν και οι ενάγοντες αφορούσαν σε πανελλαδική κλίμακα όλους τους αναφερόμενους στην παρ.1 του άρθρου 25 του Ν. 2639/1998 φορείς απασχόλησης και όχι μόνο τον δεύτερο εναγόμενο, ενώ η αρχική διάρκεια τους (18 μηνών) παρατάθηκε για ακόμα ένα 12μηνο όχι με πρωτοβουλία του δεύτερου εναγομένου Δήμου Νάουσας, αλλά στα πλαίσια της .../20/19-5-2009 απόφασης του ΟΑΕΔ, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της υπ" αριθμ. 17948/ 540/8-7-2009 κοινής υπουργικής απόφασης περί τροποποίησης του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού, δεν συνιστούν συμβάσεις εργασίας, αλλά ανεξάρτητες συμβάσεις γνήσιας μαθητείας ορισμένου χρόνου, στις οποίες οι ενάγοντες συμμετείχαν με βάση τους όρους συμμετοχής και τις προϋποθέσεις που όρισε η ΥΑ 31220/17-7- 2007, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, για τη δυνατότητα υλοποίησης από τον δεύτερο εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού, οι οποίες (συμβάσεις μαθητείας) μετά το πέρας των χρονικών ορίων των ως άνω προγραμμάτων, λύθηκαν αυτοδικαίως.
Ότι, περαιτέρω, οι επίδικες συμβάσεις προσιδιάζουν σε γνήσιες συμβάσεις μαθητείας ,καθόσον προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στους μαθητευόμενους -άνεργους- ενάγοντες, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτούς δεν έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης τους με το αντικείμενο του επαγγέλματος, και ότι εγκύρως συμφωνήθηκε η καταβολή στους μαθητευόμενους-ενάγοντες, μισθού (κατώτερου από το μισθό του καταρτισμένου μισθωτού) για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία τους, καθόσον οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν προεχόντως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους καθενός των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων, με την επαγγελματική εκπαίδευση τους και εξειδίκευση αυτών στο επάγγελμα των ΠΕ, TΕ και ΔΕ Διοικητικών υπαλλήλων και δευτερευόντως στην, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παροχή εκ μέρους των εναγόντων εργασίας ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ Διοικητικού.
Ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες, εφόσον δεν τελούσαν σε σχέση νομικής και οικονομικής εξάρτησης με τον εναγόμενο-εφεσίβλητο Δήμο Νάουσας, και δεν συνδέονταν μεταξύ τους με σχέση εργασίας επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά οι συμβάσεις αποτελούν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου και εφόσον γι' αυτές δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, δεν δικαιούνται τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή τους ποσά για διαφορές αποδοχών, δώρα εορτών, άδεια, επίδομα αδείας και αποζημίωση απόλυσης του επίδικου χρονικού διαστήματος των ετών 2007, 2008, 2009 και 2010.
Ότι τις διαφορές αποδοχών δεν δικαιούνται ούτε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οι οποίες εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας-απλής σχέσης εργασίας, αφού πρόκειται για έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, με βάση τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγοντες και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας-απλές σχέσεις εργασίας.
Ότι για τους ίδιους λόγους, δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και αποζημίωση απόλυσης, δεδομένου ότι τα επιδόματα αυτά και την αποζημίωση δικαιούνται ευθέως μεν εκ του νόμου, οι εργαζόμενοι που συνδέονται με τον εργοδότη τους, έστω με απλή σχέση εργασίας, περίπτωση που δεν συντρέχει. Με τις σκέψεις αυτές, το Μονομελές Εφετείο, που έκρινε κατόπιν εφέσεως των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) ,έκανε δεκτό ως βάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης κατά τα ανωτέρω κεφάλαια, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση ως προς αυτά, δίκασε εκ νέου την αγωγή επ' αυτών, έκρινε νόμιμη την επικουρική βάση αυτής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και τα με βάση αυτή αξιούμενα ποσά επιδομάτων, δώρων, αποζημίωσης απόλυσης, και με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις τις διαφορές αποδοχών και την απέρριψε κατ' ουσία.
6. Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο ότι δεν υφίσταται απλή σχέση εργασίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και του αναιρεσίβλητου αφού οι συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων ήσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν το κατώτατο ημερομίσθιο και την καταβολή δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματος αδείας ,αποζημίωσης απολύσεως καθώς και ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται τις διαφορές αποδοχών ούτε κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. ανωτέρω ,αρ.3) .
Συνεπώς, η αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ και ο συναφής μ' αυτήν μόνος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 ν.3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-6-2017 αιτήσεως για αναίρεση της 2777/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τη Θ. Γ., δεύτερη των αναιρεσειόντων.
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς την ανωτέρω από τους αναιρεσείοντες και τη συνέχιση αυτής ως προς τους λοιπούς. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-6-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 2777/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ