Legislator Case Law & Legislation
1395/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against German guardianship decision, upholding application of Greek substantive law.

Case Number 1395/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and sister against a German court's appointment of a guardianship council. The court found that the German court correctly applied Greek substantive law regarding the conditions for guardianship and the composition of the council, rejecting the claim that foreign law was improperly used. Consequently, the appeal was declared inadmissible for challenging the substantive findings of the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 A.C.; Art. 559 para. 1 K.Pol.D.: When a foreign court applies Greek substantive law to determine the capacity or validity of a legal act, the Greek Supreme Court cannot overturn the decision based on the application of Greek law, as the foreign court acted correctly under its own private international law rules.

Keywords

AI generated
private international law substantive law application guardianship council foreign court decision inadmissible appeal Greek Civil Code procedural law

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 A.C.
ac
Art. 559 para. 1 K.Pol.D.
Art. 495 para. 4 lit. e K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1395 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1395/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Θ., 2) Λ. συζ. Σ. Π., κατοίκων ... και 3) Ε.ς συζ. Π. Σ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιντόρη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-12-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: H. P., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κατσογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάστηκε με την από 12-10-2014 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2016 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ. 42/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δέχτηκε την από 5-10-2015 έφεση της αιτούσας - καθής η κύρια παρέμβαση - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, στρεφόμενη κατά των εφεσιβλήτων - κυρίως παρεμβαινόντων και ήδη αναιρεσειόντων και κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ 26/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο συνεκδικάζοντας α) την από 4 Αυγούστου 2014 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 62/7-8-2014) αίτηση της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή, αφού ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της Δ. Π., κάτοικος ..., στις 27 Σεπτεμβρίου 2006, στον ανωτέρω τόπο, υπέστη οξεία υποξική εγκεφαλική βλάβη αορτικού διαχωρισμού της καρδίας, περιέπεσε σε κώμα και έκτοτε έχει απολέσει πλήρως την επαφή του με το περιβάλλον, ότι με την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας ο ως άνω σύζυγός της τέθηκε σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης και η ίδια διορίσθηκε δικαστική συμπαραστάτριά του και ότι με τις υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/08-09-2011 και 62 XVII Ρ 285/16-07-2013 συμπληρωματικές αποφάσεις του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, οι οποίες μαζί με την πρώτη απόφαση αποτελούν μια ενιαία απόφαση, διορίσθηκε τριμελές εποπτικό συμβούλιο της δικαστικής συμπαραστάσεως και ο τομέας των καθηκόντων της επεκτάθηκε και σε δευτερευούσης σημασίας θέματα, ενώ διορίσθηκε εκ νέου τριμελές εποπτικό συμβούλιο, με βάση τα περιστατικά αυτά, (η αιτούσα) ζήτησε να αναγνωρισθεί στην Ελλάδα το δεδικασμένο, που απορρέει από την ως άνω υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, όπως αυτή συμπληρώθηκε από τις μεταγενέστερες ως άνω (υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/08-09-2011 και 62 XVII Ρ 285/16- 07-2013) αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου και β) την από 12 Οκτωβρίου 2014 (υπ' αριθμ.

καταθ. 69/12-9-2014) κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων πατέρα, μητέρας και αδελφής του προαναφερθέντος Δ. Π., με την οποία οι τελευταίοι, επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον, ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης, εξέδωσε την εκκαλουμένη με την ως άνω έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης υπ' αριθμ. 26/2015 απόφασή του, με την οποία, αφού δέχθηκε την κυρία παρέμβαση ως νόμω βάσιμη μόνον ως προς τον πρώτο των κυρίως παρεμβαινόντων και απέρριψε αυτήν ως προς τους λοιπούς αυτών, ακολούθως απέρριψε την ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου που απορρέει από τις προηγούμενες και ήδη τελεσίδικες υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προηγούμενες, ομοίου περιεχομένου, από 22 Απριλίου 2010 και 1η Απριλίου 2013 αιτήσεις της αιτούσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο Κέρκυρας, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν, με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 42/2016 απόφασή του, κατά το σχετικό λόγο αυτής, την από 5-10-2015 έφεση της αιτούσας - καθής η κύρια παρέμβαση - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κράτησε την υπόθεση για να δικαστεί κατ' ουσίαν απ' αυτό, ακολούθως δικάζοντας την ένδικη αίτηση, δέχτηκε εν μέρει αυτή, μόνο ως προς την τρίτη από τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Γερμανικού Δικαστηρίου ως το έλασσον του μείζονος αιτήματός της και αναγνώρισε ότι ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο και στην Ελλάδα η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 778 του Κ.Πολ.Δ., αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 του Κ.Πολ.Δ., γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατόν να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά την διαδικασία των άρθρων 741 έως 781 του Κ.Πολ.Δ. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του κατωτέρω αναφερομένου άρθρου 758 του ιδίου ως άνω Κώδικα, προκύπτει, ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αποτελούν μεν δεδικασμένο, κατά την έννοια του άρθρου 321 επ.

του Κ.Πολ.Δ., εμποδίζουν, όμως, την εκ νέου συζήτηση της αυτής υποθέσεως και καθιστούν απαράδεκτη κάθε νέα αίτηση, που έχει το ίδιο αντικείμενο (ΑΠ 260/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 758 παρ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., οι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικώς αποφαινόμενες αποφάσεις, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, μετά την δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμισθούν από το Δικαστήριο, που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν.

Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διατάξεως, σε περαιτέρω ανάκληση ή μεταρρύθμιση υπόκεινται, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, οι κατά την προαναφερόμενη διαδικασία εκδιδόμενες οριστικές αποφάσεις, ακόμη και όταν αυτές είναι ανακλητικές ή μεταρρυθμιστικές προηγούμενων ανακλητικών ή μεταρρυθμιστικών αποφάσεων, διότι με την εν λόγω διάταξη επιδιώχθηκε η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση όλων των αποφάσεων, έστω και τελεσιδίκων ή αμετακλήτων της παραπάνω διαδικασίας και τούτο ως εκ της φύσεώς τους και, ειδικότερα, ως εκ του δυναμικού χαρακτήρα των ρυθμιστικών μέτρων που διατάσσονται με τέτοιες αποφάσεις, ως μέτρων παρεμφερών με εκείνα που διατάσσει η δημόσια διοίκηση.

Προϋπόθεση, όμως, για το παραδεκτό της αιτήσεως για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση μιας τέτοιας αποφάσεως, πέραν του οριστικού της χαρακτήρα, είναι να δέχθηκε την αίτηση λήψεως ορισμένου μέτρου ή διαπλάσεως ορισμένης νομίμου καταστάσεως. Επομένως, δεν τίθεται θέμα ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως οριστικής αποφάσεως, που εκδόθηκε για υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη η σχετική αίτηση.

Και τούτο, διότι, ή ανατρέπουν ή διαφοροποιούν σημαντικώς τη βάση, επί της οποίας στηρίχθηκε η απόφαση, διότι ήδη διαφοροποιείται διά του διαταχθέντος ρυθμιστικού μέτρου η εξυπηρέτηση, είτε του αιτούντος, είτε του γενικοτέρου συμφέροντος. Επιπλέον, τα νέα πραγματικά περιστατικά πρέπει να είναι, κατ' εύλογη κρίση, σημαντικά με ουσιώδη και αποφασιστική επιρροή στην έκβαση της δίκης, να προσδίδουν διαφορετική πραγματική εικόνα από την αντίστοιχη, την οποίαν είχε δεχθεί το Δικαστήριο και να αποτρέπουν ή να διαφοροποιούν σημαντικώς τη βάση, επί της οποίας στηρίχθηκε η απόφασή του (ΑΠ 353/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις ως άνω αίτηση και κυρία παρέμβαση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Ο Δ. Π., Έλληνας υπήκοος, σύζυγος της αιτούσας, γιος των δύο πρώτων εφεσιβλήτων και αδελφός της τρίτης αυτών, μόνιμος κάτοικος ..., στις 27 Σεπτεμβρίου 2006, στην πιο πάνω πόλη, υπέστη οξεία υποξική εγκεφαλική βλάβη αορτικού διαχωρισμού της καρδίας, περιέπεσε σε κώμα και έκτοτε έχει απολέσει πλήρως την επαφή του με το περιβάλλον.

Κατόπιν σχετικής αιτήσεως της αιτούσας συζύγου του, με την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, το οποίο εφάρμοσε το Γερμανικό Δίκαιο, τέθηκε σε καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως, ενώ η τελευταία διορίσθηκε δικαστική συμπαραστάτριά του μέχρι τις 26 Οκτωβρίου 2013 και της ανατέθηκε το δικαίωμα προσδιορισμού της διαμονής, η φροντίδα της υγείας του, όλες οι περιουσιακές του υποθέσεις, η εκπροσώπηση στις Αρχές και το δικαίωμα παραλαβής του ταχυδρομείου του.

Ο διορισμός και η άσκηση από την αιτούσα του λειτουργήματος της δικαστικής συμπαραστάτριας μέχρι τον ανωτέρω χρόνο έγινε, επειδή, σύμφωνα με το Δίκαιο του δικάζοντος Δικαστή (lex fori) το οποίο, όπως προαναφέρθηκε και εφαρμόσθηκε κατά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, η απόφαση που θέτει κάποιο πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, ορίζει και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, για το οποίο τίθεται αυτό σε δικαστική συμπαράσταση και διαρκεί η θητεία του διορισθέντος συμπαραστάτη, ενώ το Δικαστήριο οφείλει, επιλαμβανόμενο κατόπιν σχετικής προς τούτο αιτήσεως, να αποφασίσει το αργότερο μέχρις ενός συγκεκριμένου χρονικού σημείου, αφενός μεν, για την άρση ή την παράταση της δικαστικής συμπαραστάσεως, αφετέρου δε, για τον διορισμό νέου προσώπου ως δικαστικού συμπαραστάτη ή την ανανέωση της θητείας του αρχικώς διορισθέντος.

Επίσης, επί του σώματος της ως άνω αποφάσεως, η οποία φέρει ημερομηνία δημοσιεύσεως την 27-10-2006, αναφέρεται ότι αυτή κατέστη τελεσίδικη την 27-10-2006. Ακολούθως, η αιτούσα με την από 22 Απριλίου 2010 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η ως άνω απόφαση έχει αποκτήσει και στην ελληνική επικράτεια ισχύ δεδικασμένου.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 297/2010 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, επειδή με την ως άνω απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογήν αποκλειστικώς του Γερμανικού Δικαίου, διορίσθηκε μόνον δικαστική συμπαραστάτρια του Δ. Π., χωρίς να έχει διορισθεί και εποπτικό συμβούλιο, το οποίο να ελέγχει και να εποπτεύει τις ενέργειες της τελευταίας.

Εν συνεχεία, η αιτούσα κατέθεσε ενώπιον του ως άνω ημεδαπού Δικαστηρίου την από 19 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να τεθεί ο σύζυγός της σε δικαστική συμπαράσταση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας με την υπ' αριθμ. 119/2011 απόφασή του απέρριψε την παραπάνω αίτηση της αιτούσας, αφενός μεν, λόγω μη νομίμου και εμπροθέσμου επιδόσεως της αιτήσεως ταύτης στον καθού σύζυγό της, αφετέρου δε, λόγω της ελλείψεως κατά τόπον αρμοδιότητος, επειδή η συνήθης διαμονή του τελευταίου ήταν η Γερμανία.

Έπειτα η αιτούσα αποτάθηκε εκ νέου στο προαναφερθέν αλλοδαπό Δικαστήριο και ύστερα από σχετική αίτησή της εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 απόφασή του, με την οποία, αφού εφαρμόσθηκε το Ελληνικό Δίκαιο, συμπληρώθηκε η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση με τον διορισμό τριμελούς Εποπτικού Συμβουλίου της δικαστικής συμπαραστάσεως, το οποίο αποτελείτο από τον δικηγόρο M.

E. W. (Μ. Έ. Β.) ως Πρόεδρο και ως μέλη τον λογιστή W. L. (Β. Λ.) και την Κ. Δ.. Στη συνέχεια, η αιτούσα με την από 1 Απριλίου 2013 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι έχει ισχύ δεδικασμένου και στην Ελλάδα η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας και η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 συμπληρωματική αυτής, που αποτελούν μία ενιαία απόφαση.

Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 66/2013 απόφαση του ως άνω ημεδαπού Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε, επειδή το αλλοδαπό Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφασή του, με την οποία κρίθηκε ότι ο Δ. Π. έπρεπε να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση και ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση να διορισθεί δικαστική συμπαραστάτριά του η σύζυγός του, εφάρμοσε το Γερμανικό αντί του Ελληνικού Δικαίου, ενώ το Ελληνικό Δίκαιο εφαρμόσθηκε μόνον για τον διορισμό εποπτικού συμβουλίου του δικαστικώς συμπαραστατέου.

Στη συνέχεια, η αιτούσα, πριν συμπληρωθεί η ημερομηνία ισχύος της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κολωνίας και πάψει αυτοδικαίως η ισχύς αυτής, άσκησε νέα αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κολωνίας περί εξακολουθήσεως του καθεστώτος της δικαστικής συμπαραστάσεως του συζύγου της.

Στην διανοιγείσα δίκη με την τελευταία αυτή αίτηση ο Δ. Π. συμμετείχε εκπροσωπούμενος από την αιτούσα ως δικαστική του συμπαραστάτρια, διορισθείσα δυνάμει της πρώτης ως άνω αλλοδαπής αποφάσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, το οποίο, αφού εφάρμοσε και το Γερμανικό και το Ελληνικό Δίκαιο, εξετάζοντας αν εξακολουθεί να κρίνεται απαραίτητη η θέση του Δ.

Π. σε καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως, αφενός μεν, παρέτεινε τη θέση του τελευταίου σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης μέχρι την 12η Μαρτίου 2020, οπότε επιφυλάχθηκε να εξετάσει εκ νέου, εάν θα παραταθεί ή όχι το καθεστώς αυτό, αφετέρου δε, ανανέωσε την θητεία της αρχικώς διορισθείσας συζύγου του και αιτούσας ως δικαστικής του συμπαραστάτριας, παρατείνοντας την θητεία της μέχρι την προρρηθείσα ημερομηνία.

Ο τομέας καθηκόντων της αιτούσας ως δικαστικής συμπαραστάτριας ορίσθηκε ότι αφορά το δικαίωμα προσδιορισμού της διαμονής του δικαστικώς συμπαραστατέου, όλες τις περιουσιακές υποθέσεις του και, επίσης, στην Ελλάδα την εκπροσώπησή του στις Αρχές, ειδικότερα, την εκπροσώπησή του ενώπιον όλων των Ελληνικών Αρχών και Δικαστηρίων, την ενέργεια εξωδικαστικών και δικαστικών πράξεων και, συγκεκριμένα, την κατάθεση αγωγών και εγκλήσεων, ενδίκων μέσων και ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, την ανάθεση υποθέσεων σε δικηγόρους για την υπεράσπιση των συμφερόντων του, την παραλαβή δικογράφων και αιτήσεων και κατάθεση προτάσεων κάθε είδους, το δικαίωμα παραλαβής του ταχυδρομείου του και την φροντίδα της υγείας του.

Διόρισε, επίσης, για το χρονικό διάστημα ισχύος της τελευταίας αυτής αποφάσεως τριμελές Εποπτικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τα προαναφερθέντα πρόσωπα, ήτοι τον δικηγόρο M. E. W. (Μ. Έ. Β.) ως Πρόεδρο και ως μέλη τον λογιστή W. L. (Β. Λ.) και την Κ. Δ.. Η τελευταία αυτή απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, εφάρμοσε, πλην του Γερμανικού και το Ελληνικό Δίκαιο και, συνεπώς, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 323, 780 και 905 του Κ.Πολ.Δ., πληροί τις προϋποθέσεις, ώστε να ισχύσει και να αποτελέσει δεδικασμένο και στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά τις υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 και 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, δεν καθίσταται εφικτό να αναγνωρισθεί ότι έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και στην Ελλάδα, δεδομένου ότι αυτές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις προς τούτο.

Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση, εφαρμόσθηκε μόνον το Γερμανικό Δίκαιο και διορίσθηκε μόνον δικαστική συμπαραστάτρια του Δ. Π., ενώ με την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 απόφαση εφαρμόσθηκε και το Ελληνικό Δίκαιο και διορίσθηκε μόνον Εποπτικό Συμβούλιο της δικαστικής συμπαραστάτριας. Κατά συνέπειαν, οι εν λόγω αποφάσεις του αλλοδαπού Δικαστηρίου είναι ελλιπείς ως προς την αναγνώριση της ισχύος του δεδικασμένου τους στην ημεδαπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 323, 780 και 905 του Κ.Πολ.Δ.

Για τον λόγο αυτόν, με τις υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, εναντίον των οποίων η αιτούσα δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο και έχουν ήδη καταστεί τελεσίδικες, απορρίφθηκαν οι από 22 Απριλίου 2010 και 1 Απριλίου 2013 αντιστοίχως αιτήσεις της περί αναγνωρίσεως της ισχύος τους και στην Ελλάδα.

Επίσης, οι υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας είναι απορριπτικές των σχετικών προηγουμένων αιτήσεων της εκκαλούσας, εμποδίζοντας την ανάκλησή τους. Εκτός αυτού, τα όποια περιστατικά επικαλείται αυτή στην ένδικη αίτησή της, δεν μπορούν να θεωρηθούν νέα πραγματικά περιστατικά, ούτε αποδεικνύουν μεταβολή των συνθηκών, ικανά σε τέτοια ανάκληση, αλλά, απλώς αφορούν δικαστική διαδρομή και κρίση αυτών.

Δηλαδή η μετά την έκδοση των προαναφερθεισών αποφάσεων υπ' αριθμ. XVII Ρ 285/27-10-2006 και 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 του Ειρηνοδικείου Κολωνίας και υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η κατάθεση της κρινομένης αιτήσεως και η έκδοση της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κολωνίας δεν μπορούν, με βάση την τελευταία απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου, να ανατρέψουν την κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, όπως αυτή εκφράσθηκε με τις πιο πάνω αποφάσεις του και τους λόγους, για τους οποίους κατέληξε στο προαναφερθέν πόρισμά του.

Υπό το πρίσμα αυτό δεν συντρέχει δυνατότητα ανακλήσεως των παραπάνω υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα στην αρχή. Περαιτέρω, όμως, ασχέτως αν η αιτούσα συναρτά την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας με τις προηγούμενες χρονικώς υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 και 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 αποφάσεις του εν λόγω Δικαστηρίου, αυτή καθεαυτή η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση αυτού, αν και δεν μπορεί να ανατρέξει σε παρελθόντα της δημοσιεύσεώς της χρόνο και να καλύψει και την πρώτη χρονικώς ασκηθείσα αίτηση της εκκαλούσας ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου, εν τούτοις, μπορεί να οδηγήσει στην μερική αποδοχή της κρινομένης αιτήσεως, σύμφωνα με τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα.

Δεν μπορεί να εμποδίσει την κρίση αυτή η διάταξη του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. λόγω της προαναφερθείσας φύσεως της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 αποφάσεως, καθόσον αυτή ως αυθύπαρκτη απόφαση, εφαρμόζοντας και το Ελληνικό Δίκαιο, έκρινε, αφενός μεν, ότι ο Δ. Π. πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως τουλάχιστον μέχρι την 12η Μαρτίου 2020, αφετέρου δε, διόρισε Εποπτικό Συμβούλιο για τον έλεγχο και την εποπτεία της αιτούσας ως δικαστικής συμπαραστάτριας.

Πλέον αυτών, η τελευταία αυτή απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση, έλαβε υπόψη της όλες τις προβλεπόμενες κατά το Ελληνικό Δίκαιο ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις. Κατόπιν αυτών, δεν υφίσταται κώλυμα για να αναγνωρισθεί ότι η απόφαση αυτή ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο και στην Ελλάδα.

Ειδικότερα, από τις προηγούμενες υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας δεν μπορεί να παραχθεί δεδικασμένο και για την υπό κρίση αίτηση, καθόσον η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας έκρινε την κατάσταση του Δ. Π. για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, περιστατικά τα οποία δεν ετέθησαν υπόψη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, όταν αυτό έκρινε επί των από 22 Απριλίου 2010 και 1 Απριλίου 2013 προηγουμένων αιτήσεων της αιτούσας, οι οποίες απορρίφθηκαν με τις πιο πάνω αποφάσεις.

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε σε αντίθετη κρίση και απέρριψε καθ' ολοκληρίαν την κρινομένη αίτηση ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, παραγόμενο από τις προηγούμενες απορριπτικές αποφάσεις του, όπως αυτές αναλυτικώς προεκτέθηκαν, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως υποστηρίζεται με τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως..." .

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση κατά το σχετικό λόγο της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κράτησε την υπόθεση για να δικαστεί απ' αυτό κατ' ουσίαν η ένδικη από 4 Αυγούστου 2014 αίτηση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), στη συνέχεια δέχτηκε εν μέρει αυτή και δη μόνο ως προς το αίτημά της για αναγνώριση του δεδικασμένου της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, το οποίο, ως έλασσον, περιλαμβανόταν στο μείζον αίτημα της αναγνώρισης του δεδικασμένου και των τριών ως άνω αποφάσεων του αλλοδαπού Δικαστηρίου, και αναγνώρισε ότι ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο και στην Ελλάδα η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας...".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να εξαφανίσει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης, την υπ' αριθμ. 26/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και να αναγνωρίσει το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, παρά το νόμο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο κωλύον την έρευνα της ένδικης αίτησης, που απορρέει από τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες απορριπτικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ενώ ακόμη εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 758 και 778 ΚΠολΔ, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε, ότι καθόσον αφορά στην υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, αυτή πληροί τις προϋποθέσεις, ώστε να ισχύσει και να αποτελέσει δεδικασμένο και στην Ελλάδα, αφού αυτή καθεαυτή και ανεξαρτήτως αν η αιτούσα τη συναρτά με τις προηγούμενες χρονικώς υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 και 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, είναι αυθύπαρκτη, και όχι συμπληρωματική των παραπάνω, δεδομένου ότι έκρινε, αφού έλαβε υπόψη της όλες τις προβλεπόμενες κατά το Ελληνικό Δίκαιο ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις, αφενός μεν, ότι ο Δ.

Π., πρέπει να συνεχίσει και μετά τη λήξη του χρόνου ισχύος των παραπάνω αποφάσεων (αρχικής και συμπληρωματικής αυτής) στις 26 Οκτωβρίου 2013 να βρίσκεται σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, με δικαστική συμπαραστάτρια την αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλη σύζυγό του, τουλάχιστον μέχρι την 12η Μαρτίου 2020 (δηλ.

για χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της χρονικής ισχύος των ως άνω προγενέστερων αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, που έληγε στις 26-10-2013) και διόρισε την αιτούσα σύζυγό του ως δικαστική συμπαραστάτρια, καθώς και Εποπτικό Συμβούλιο για τον έλεγχο και την εποπτεία της τελευταίας ως δικαστικής συμπαραστάτριας, επί πλέον δε, ότι δεν υφίσταται κώλυμα για να αναγνωρισθεί ότι η απόφαση αυτή ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο και στην Ελλάδα από τις προηγούμενες υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 απορριπτικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, αφού απ' αυτές δεν μπορεί να παραχθεί δεδικασμένο και για την υπό κρίση αίτηση, καθόσον η υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας έκρινε την κατάσταση του Δ.

Π. για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, περιστατικά τα οποία δεν ετέθησαν υπόψη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, όταν αυτό έκρινε επί των από 22 Απριλίου 2010 και 1 Απριλίου 2013 προηγουμένων αιτήσεων της αιτούσας, οι οποίες αφορούσαν τις προηγούμενες χρονικώς υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 και 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κολωνίας και απορρίφθηκαν με τις πιο πάνω αποφάσεις.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν συντρέχει δεδικασμένο που να απορρέει από τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, και να εμποδίζει την έρευνα της ένδικης αίτησης για αναγνώριση δεδικασμένου στην Ελλάδα και ως προς την τρίτη, υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, αφού η ένδικη αίτηση, καθόσον αφορά στην αναγνώριση του δεδικασμένου της εν λόγω απόφασης, δεν έχει το ίδιο αντικείμενο με τις προγενέστερες από 22 Απριλίου 2010 και 1 Απριλίου 2013 αιτήσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 297/2010 και 66/2013 τελεσίδικες απορριπτικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, αφού έκριναν την κατάσταση υγείας του Δ.

Π. και τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη θέση αυτού σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και διόρισαν δικαστικό συμπαραστάτη αυτού και εποπτικό συμβούλιο του τελευταίου για το διαφορετικό αυτό χρονικό διάστημα. Το γεγονός ότι η παραπάνω υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας έχει αυτοτέλεια σε σχέση με τις προηγούμενες δύο αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, προκύπτει σαφώς και από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, ως διαδικαστικού εγγράφου, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: "Στην διαδικασία της δικαστικής συμπαράστασης ενηλίκων του κυρίου Δ.

Π., γεννηθέντος την 30-04-1961, κάτοικος στην νοσοκομειακή μονάδα "... για ασθενείς με τεχνική αναπνοή και περίθαλψη" επί της οδού ... 7, Τ.Κ. ...03, ...)... Ορίζεται ως δικαστικός συμπαραστάτης του συζύγου της η Έ. Π.. Ο τομέας καθηκόντων συμπεριλαμβάνει: Δικαίωμα προσδιορισμού της διαμονής, όλες τις περιουσιακές υποθέσεις και επίσης στην Ελλάδα εκπροσώπηση στις Αρχές, ειδικότερα η εκπροσώπησή του ενώπιον όλων των Ελληνικών Αρχών και Δικαστηρίων, την ενέργεια εξωδικαστικών και δικαστικών πράξεων και ειδικότερα την κατάθεση αγωγών και εγκλήσεων, ένδικων μέσων και ένδικων βοηθημάτων ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, την ανάθεση υποθέσεων σε δικηγόρους για την υπεράσπιση των συμφερόντων του, την παραλαβή δικογράφων και αιτήσεων και κατάθεση προτάσεων κάθε είδους, το δικαίωμα παραλαβής του ταχυδρομείου του και την φροντίδα της υγείας του. -Εποπτικό Συμβούλιο:

Ως Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου ορίζεται ο δικηγόρος κ. M. E. (Μ. Έ.), κάτοικος επί της ...0, Τ.Κ. ...49, ...). Ως μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου ορίζονται: ο κ. W. L. (...), λογιστής, κάτοικος επί της ... 3, Τ.Κ. ...03, ...) και η κα. Κ. Δ., κάτοικος επί της οδού ... 26, Τ.Κ. ...45, ...). Το δικαστήριο θα εξετάσει εκ νέου το αργότερο μέχρι την 12-03-2020, εάν η βοήθεια διά μέσου δικαστικής συμπαράστασης κρίνεται απαραίτητη.

Αυτή η απόφαση έχει άμεση ισχύ. -Σκεπτικό: Σύμφωνα με την § 24 εδ. 1 EGBGB (εισαγωγικού νόμου του ΑΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα και το άρθρο 780 του Ελληνικού ΚΠολΔ εφαρμόζεται το Ελληνικό δίκαιο. Ο συμπαραστατούμενος έχει την Ελληνική ιθαγένεια. Αρμόδιο για την έκδοση της απόφασης είναι το Ειρηνοδικείο της Κολωνίας σύμφωνα με τα άρθρα 739, 801 και 740 § 2 του Ελληνικού ΚΠολΔ.

Η απόφαση λήφθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία αντιστοιχεί στην Ελλάδα στα άρθρα 739-781 του Ελληνικού ΚΠολΔ και ουσιαστικά σχετικά με την δικαστική συμπαράσταση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 801-805 του Ελληνικού ΚΠολΔ και τα άρθρα 1666-1688 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα και σχετικά με το Εποπτικό Συμβούλιο τα άρθρα 1634-1654 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα και ειδικότερα τα άρθρα 1590, 1634, 1636, 1638, 1639, 1642, 1647, 1648, 1651, 1666, 1667, 1669, 1670, 1671, 1676, 1678, 1681 και 1682 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα.

Σύμφωνα με την γνωμάτευση του ιατρού Δ. Φ. ο κύριος Π. πάσχει από οξεία υποξική εγκεφαλική βλάβη ύστερα από αορτικό διαχωρισμό και βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση. Επομένως και μελλοντικά ο κύριος Π. δεν είναι ικανός να φροντίζει στους ως άνω αναφερόμενους τομείς τις δικές του υποθέσεις και χρειάζεται βοήθεια υπό μορφή συμπαράστασης.

Το Δικαστήριο κρίνει την σύζυγό του, η οποία είναι το πλησιέστερο προς αυτόν άτομο, ως κατάλληλη δικαστική συμπαραστάτη, η οποία έχει δικαιοπρακτική ικανότητα να ενεργεί προς το συμφέρον του συμπαραστατούμενου, να φροντίζει τις υποθέσεις του και να αντιπροσωπεύει αυτόν στην Ελλάδα εξωδικαστικά και δικαστικά στο πλαίσιο του προαναφερθέντος τομέα καθηκόντων.

Σύμφωνα με το άρθρο 1634 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα πρέπει να διοριστεί και το Εποπτικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη και με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο οφείλει να διορίσει επίσης και τον Πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου. Το Εποπτικό Συμβούλιο συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 1634 § 1 από συγγενείς ή φίλους των γονέων του και σύμφωνα με το άρθρο 1634 § 2, εάν το επιβάλλει το συμφέρον του συμπαραστατούμενου και δεν υπάρχουν κατάλληλοι συγγενείς ή φίλοι ή συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος, τότε το δικαστήριο διορίζει ως μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου και ένα όργανο της Κοινωνικής Υπηρεσίας ή να αναθέτει σε αυτό το έργο του Εποπτικού Συμβουλίου.

Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι τα ως άνω αναφερόμενα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου είναι τα καταλληλότερα άτομα για να υπερασπίσουν το συμφέρον του συμπαραστατούμενου, διότι πρόκειται για παλαιούς και στενούς φίλους του Δ. Π. και της οικογένειάς του και επιπλέον εξ αιτίας της επαγγελματικής τους εκπαίδευσης, ο Πρόεδρος ο οποίος είναι δικηγόρος και το μέλος ο K.

L., ο οποίος είναι λογιστής, είναι ιδιαίτερα κατάλληλοι να ελέγχουν την εργασία της δικαστικής συμπαραστάτριας προς το συμφέρον του συμπαραστατούμενου. Οι συγγενείς και οι γονείς του συμπαραστατούμενου δεν ζουν στην Γερμανία και είναι αναμεμειγμένοι σε δικαστικές διαφορές με τον συμπαραστατούμενο.

Γι' αυτό το λόγο υπάρχει μια σύγκρουση συμφερόντων, η οποία μπορεί να επεκτείνεται και στους φίλους των γονέων. - Υπόδειξη για ένδικα μέσα: Κατά αυτής της απόφασης επιτρέπεται το ένδικο μέσον της προσφυγής....". Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί παραβίασης της θεμελιούμενης στη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ δικονομικής αρχής της διάθεσης, επειδή το Εφετείο αναγνώρισε την ύπαρξη δεδικασμένου, καθόσον αφορά στην υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-07-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, παρά το γεγονός ότι η αιτούσα με την ένδικη αίτησή της, ζήτησε να αναγνωριστεί στην ημεδαπή το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, δυνάμει της οποίας η αιτούσα διορίστηκε δικαστική συμπαραστάτης του συζύγου της Δ.

Π., κατοίκου Κολωνίας Γερμανίας, καθώς και από τις συμπληρωματικές αυτής, με τις οποίες αποτελούν ενιαία απόφαση, υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/08-09-2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, με την οποία διορίστηκε τριμελές εποπτικό συμβούλιο της δικαστικής συμπαράστασης και υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-07-2013 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ο τομέας των καθηκόντων της επεκτάθηκε και σε δευτερευούσης σημασίας τοιαύτα και διορίστηκε τριμελές εποπτικό συμβούλιο, ανεξαρτήτως του ότι οι αναιρεσείοντες δεν συνδέουν αυτές με κάποια αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμες, εφόσον με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και ασχέτως αν η αιτούσα συναρτά την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 28/16-7-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας με τις προηγούμενες χρονικώς υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 και 62 XVII Ρ 285/8-9-2011 αποφάσεις του εν λόγω Δικαστηρίου, η ως άνω υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-07-2013 απόφαση είναι αυθύπαρκτη και όχι συμπληρωματική μαζί με την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/08-09-2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, και ως εκ τούτου, εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις μπορούσε, να αναγνωριστεί αυτοτελώς, σε σχέση με την απόφαση αυτή μόνον, ότι είχε ισχύ δεδικασμένου στην ημεδαπή, αφού η αναγνώριση αυτή περιλαμβανόταν στο μείζον αίτημα για αναγνώριση του δεδικασμένου στην ημεδαπή και των τριών ως άνω αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, και δεν τίθεται θέμα παραβίασης της θεμελιούμενης στη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ θεμελιώδους δικονομικής αρχής της διάθεσης και συζήτησης στα πολιτικά δικαστήρια, που ενεργούν με βάση τις αιτήσεις των διαδίκων και όχι πλέον αυτών.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων της διμερούς σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, αναγνώρισε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-07-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, αν και το τελευταίο αυτό Δικαστήριο, παρά τα αντιθέτως βεβαιούμενα στο περιεχόμενο της εν λόγω απόφασής του, εφάρμοσε το Γερμανικό ουσιαστικό δίκαιο και όχι το Ελληνικό που ήταν εφαρμοστέο, λόγω της ιθαγένειας του συμπαραστατέου, ενόψει του ότι πρόκειται για απόφαση που αφορά την ικανότητα προσώπου προς δικαιοπραξία, ούτε άλλωστε με την αναγνωρισθείσα ως έχουσα ισχύ δεδικασμένου στην Ελλάδα, υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-07-2013 συμπληρωματική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, καλύφθηκε το θέμα της μη εφαρμογής του ελληνικού δικαίου ως προς την δικαστική συμπαράσταση του Δ.

Π. στην Γερμανία, αφού η τελευταία αυτή απόφαση (υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-07-2013) είναι συμπληρωματική και όχι αυθύπαρκτη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, δεδομένου ότι παραμένει σε ισχύ η απόφαση του 2006, η οποία εφάρμοσε το γερμανικό δίκαιο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο τη συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε (Ολομ.ΑΠ 18/2005), ούτε το νόμο με τον οποίο κυρώθηκε η επικαλούμενη απ' αυτούς διμερής σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας και τη συγκεκριμένη διάταξη αυτής στην οποία αναφέρεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, όπως είναι αναγκαίο, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά αν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ούτε το νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναγνωρισθείσα ως έχουσα ισχύ δεδικασμένου στην Ελλάδα, υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-07-2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κολωνίας είναι συμπληρωματική της προγενέστερης αυτής υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφασης, που εφάρμοσε το γερμανικό δίκαιο, με την οποία αποτελεί ενιαία απόφαση, ενώ με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, αλλά και όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ίδιας αυτής απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας παρατέθηκε παραπάνω, είναι αυθύπαρκτη και όχι συμπληρωματική της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/27-10-2006 απόφασης, και επί πλέον εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο, που στην περίπτωση της ένδικης αίτησης ήταν εφαρμοστέο, ενόψει του ότι ο υπό δικαστική συμπαράσταση είχε την ελληνική ιθαγένεια κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του ελληνικού Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "η στέρηση καθώς και κάθε άλλος περιορισμός της δικαιοπρακτικής ικανότητας με δικαστική απόφαση ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του προσώπου, το οποίο αφορούν αυτά τα μέτρα" και συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα για το λόγο τούτο του δικάσαντος την ένδικη αίτηση Δικαστηρίου να αρνηθεί την αναγνώριση της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 4.11.1961 ελληνογερμανικής σύμβασης περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων, συμβιβασμών και δημοσίων εγγράφων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4305/1963 "περί κυρώσεως της μεταξύ της Ελλάδος και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Συμβάσεως περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων, συμβιβασμών και δημοσίων εγγράφων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων" (Φ.Ε.Κ.

Α' 53/1963), η οποία προβλέπει τη δυνατότητα του Ελληνικού Δικαστηρίου να αρνηθεί την αναγνώριση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου, που αφορά την ικανότητα δικαίου ή δικαιοπραξίας, αν το αλλοδαπό Δικαστήριο εφάρμοσε κατά τους κανόνες του δικού του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες διαφορετικούς από εκείνους που θα ήταν εφαρμοστέοι κατά το Ελληνικό δίκαιο, δηλαδή τις διατάξεις του Ελληνικού δικαίου (άρθρο 8 ΑΚ), πράγμα το οποίο (εφαρμογή διαφορετικών κανόνων) δεν συνέβη στην περίπτωση της υπ' αριθμ. 62 XVII Ρ 285/16-7-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, το οποίο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, που επισκοπήθηκε κατά τα προαναφερόμενα, για το σχηματισμό της κρίσης του, εφάρμοσε από άποψη ουσιαστικού δικαίου τις διατάξεις των άρθρων 1666 έως 1688 του Ελληνικού ΑΚ, όσον αφορά στις προϋποθέσεις του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης, και τις διατάξεις των άρθρων 1634 έως 1654 του ίδιου Κώδικα, για το διορισμό του Εποπτικού Συμβουλίου.

Επομένως, και ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως ισχυρίζονται, τόσο ο πρώτος απ' αυτούς Σ. Π. του Θ., πατέρας του συμπαραστατέου, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τη Γερμανική γλώσσα, όσο και η τρίτη, Ε. σύζ. Π. Σ., αδελφή του, με την οποία αυτός είχε στενότατο ψυχικό δεσμό μέχρι που έπεσε σε κώμα, θα έπρεπε να είναι μέλη του εποπτικού συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1634 και 1682 ΑΚ, καθόσον οι δεσμοί τους με τον συμπαραστατέο είναι στενοί και είναι κατάλληλοι για την άσκηση του λειτουργήματός τους και μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς σε αυτό και ιδιαίτερα η αδελφή του Ε., η οικία της οποίας απέχει μόλις 4 ώρες με το αυτοκίνητο, από τον τόπο που βρίσκεται ο συμπαραστατέος και ούτως ή άλλως τον επισκέπτεται στο Νοσοκομείο και τώρα ακόμη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν πλήττονται οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, το δεδικασμένο της οποίας στην Ελλάδα αναγνώρισε η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν προβάλλονται συγκεκριμένες αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου. Επομένως, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 42/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ