Legislator Case Law & Legislation
1395/2012 AI generated

1395/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1395/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1395/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ούτε βεβαίως από την όποια φωτογραφία τυχόν προσκόμισε η αναιρεσείουσα μετά τη συζήτηση της αγωγής ... αποδεικνύεται ότι η επίμαχη πόρτα ήταν ελαττωματική και επικίνδυνη και ότι η αναιρεσίβλητη την αντικατέστησε μετά το συμβάν ...". Επομένως, ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Keywords

AI generated
unlawful entry breach of entry ban safety regulations violation violations of foreigners act illegal departure grounds risk of overstaying
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1395 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1395/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αργύριο Σταυράκη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: O. M. D. του J., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Σαλούστρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΔΑΙΔΑΛΟΣ Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Απόστολο Γεωργιάδη και Αναστασία Μαγείρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, και την από 24-7-2003 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7034/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6318/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 19-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος της, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η περί αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αγωγή της, συνεπεία της σωματικής βλάβης που φερόταν ότι υπέστη, οφειλόμενης στην αδικοπρακτική συμπεριφορά (αμέλεια) της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και του προστηθέντος υπαλλήλου της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων. Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τη φωτογραφία που επικαλέσθηκε και προσκόμισε πρωτοδίκως και στο Εφετείο η αναιρεσείουσα, από την οποία προέκυπτε ότι η πόρτα του ξενοδοχείου της αναιρεσιβλήτου στην οποία τραυματίσθηκε η αναιρεσείουσα, ήταν διαφορετική ως προς την ποιότητα, χαρακτηριστικά και την έλλειψη απαγορευτικής πινακίδας εισόδου επ' αυτής, από εκείνη που απεικονίζετο στις φωτογραφίες που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη και ότι αν την λάμβανε υπόψη θα είχε καταλήξει σε καταφατική της αμέλειας της αναιρεσίβλητης κρίση.

Όμως, από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και την φωτογραφία αυτή, για την οποία μάλιστα κάνει ρητή μνεία και αξιολόγηση και καταλήγει στο συμπέρασμα μετά από συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων ότι "από κανένα αποδεικτικό μέσο ...

ούτε βεβαίως από την όποια φωτογραφία τυχόν προσκόμισε η αναιρεσείουσα μετά τη συζήτηση της αγωγής ... αποδεικνύεται ότι η επίμαχη πόρτα ήταν ελαττωματική και επικίνδυνη και ότι η αναιρεσίβλητη την αντικατέστησε μετά το συμβάν ...". Επομένως, ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει, πλην άλλων, και υπαίτια συμπεριφορά του ζημιώσαντος, μορφή της οποίας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα που προκάλεσε την σωματική κάκωση της αναιρεσείουσας στον δείκτη του αριστερού χεριού της, την ώρα που αυτή προσπαθούσε να διέλθει από μία πόρτα που βρισκόταν στο μπαρ του ξενοδοχείου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, στο οποίο είχε καταλύσει για διακοπές, διαμένουσα με την εργαζόμενη στο ξενοδοχείο αδελφή της στο ίδιο δωμάτιο, ευρισκόμενο στο κτίριο που φιλοξενείται το προσωπικό της αναιρεσίβλητης, οφείλεται αποκλειστικώς σε δική της (αναιρεσείουσας) υπαιτιότητα, δεδομένου ότι αυτή δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται από το μέσο συνετό άνθρωπο για να προφυλάξει τον εαυτό της και να αποτρέψει ενδεχόμενο τραυματισμό της.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Αν και η διαδρομή προς το δωμάτιό της ήταν τελείως διαφορετική από αυτή που η ίδια (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) ακολούθησε, επιχείρησε να διέλθει από την ένδικη πόρτα τύπου μπαρ μονόφυλλη, που οδηγούσε σε κλειστό διάδρομο, ο οποίος εξυπηρετούσε τον ανεφοδιασμό του ξενοδοχείου και ενώ αντιλήφθηκε ότι προπορευόταν αυτής υπάλληλος της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) -μέλος του προσωπικού της- κατά τους δικούς της ισχυρισμούς, όταν αυτός άνοιξε με δύναμη την επίμαχη πόρτα, εκείνη παρά ταύτα δεν κράτησε ικανή απόσταση ασφαλείας από αυτόν που προπορευόταν και εκτελούσε την εργασία του κατά τον χρόνο αυτό και ήταν συγκεντρωμένος σ' αυτήν και δεν ανέμενε να επανέλθει η πόρτα στη θέση της πριν επιχειρήσει να περάσει η ίδια αλλά προέταξε το αριστερό χέρι της για να τη συγκρατήσει (την πόρτα) ανάμεσα στην πόρτα και το πλαίσιο, με αποτέλεσμα, όπως επί λέξει αναφέρει η ίδια στην αγωγή της, τρία από τα δάκτυλα του αριστερού χεριού της να πιαστούν ανάμεσα στην πόρτα και στο πλαίσιο της (βλ.

σελ. 2 της αγωγής, παρ. 4) και να μη κατορθώσει να συγκρατήσει την πόρτα, διότι αιφνιδιάστηκε από τη δύναμη με την οποία αυτή επέστρεφε και κατά τον τρόπο αυτό να τραυματιστεί στο αριστερό της χέρι. Ο τραυματισμός αυτός της ενάγουσας, (συνεχίζει το Εφετείο), δεν μπορεί να αποδοθεί από το Δικαστήριο τούτο σε υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων και προστηθέντων της εναγομένης, όπως αβασίμως αυτή διατείνεται ...

Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ... περί του ότι το ένδικο ατύχημά της οφείλεται σε υπαιτιότητα του προστηθέντος από την εναγομένη μέλους του προσωπικού της, που προπορευόταν αυτής και πέρασε την πόρτα πριν από την ίδια χτυπώντας τη με ιδιαίτερη δύναμη, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον δεν ήταν δυνατόν το άτομο αυτό εκείνη την ώρα που εκτελούσε την εργασία του να μη βιάζεται ή να έχει την προσοχή του σ' αυτούς που τυχόν ακολουθούν, τη στιγμή που γνωρίζει ότι διέρχεται από υπηρεσιακή πόρτα στην οποία υπήρχαν κατά τα προαναφερόμενα και οι σχετικές απαγορευτικές ενδείξεις.

Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ... ότι αντί αυτής θα μπορούσε να ακολουθεί κάποιο άλλο μέλος του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ή ακόμη "κάποιο παιδάκι" που θα βρισκόταν στο χώρο εκείνο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού: α) τα μέλη του προσωπικού της αναιρεσίβλητης χρησιμοποιούσαν καθημερινώς την επίμαχη πόρτα χωρίς να συμβεί κάποιο άλλο ατύχημα ...

και β) λαμβανομένου υπόψη ότι στην επίμαχη πόρτα υπήρχε σχετική επιγραφή ότι η είσοδος επιτρέπεται μόνο στο προσωπικό, σε περίπτωση που μετά το προπορευόμενο μέλος του προσωπικού της εναγομένης εταιρείας ακολουθούσε ένα παιδί αντί της ενάγουσας, τότε η ευθύνη για τον τυχόν τραυματισμό του δεν θα έφερε και πάλι το μέλος του προσωπικού και συνακόλουθα η εταιρεία (εναγομένη) αλλά οι γονείς ή εκείνοι που είχαν την εποπτεία, τη φροντίδα δηλαδή και τη ρύθμιση της συμπεριφοράς του εποπτευόμενου στον εξωτερικό κόσμο ανηλίκου, που θα την είχαν παραμελήσει.

Αντιθέτως η ενάγουσα, η οποία σύμφωνα με όσα αναφέρει στην ένδικη αγωγή της είδε το προπορευόμενο μέλος του προσωπικού του ξενοδοχείου να περνά από την ένδικη πόρτα πριν απ' αυτήν, όφειλε να κρατήσει ικανή απόσταση από αυτό και να μη θέσει το αριστερό της χέρι προτεταμένο ανάμεσα στην πόρτα και στο πλαίσιο αυτής".

Με βάση δε τις εκτεθείσες παραδοχές, δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 330 εδαφ.

β'ΑΚ, με εσφαλμένη υπαγωγή των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στην έννοια της αμέλειας με το να δεχθεί ότι η συμπεριφορά του προστηθέντος από την αναιρεσίβλητη υπαλλήλου της, " αφ' ενός μεν δεν παραβιάζει το μέτρο επιμέλειας που επιβάλλεται στις συναλλαγές και αφ' ετέρου ότι το μέτρο αυτό είναι χαμηλότερο από εκείνο που επιβάλλει ο νόμος".

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον δεν πλήττεται η στηρίζουσα αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογία περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού της. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία αναφορικά με το απαιτούμενο μέτρο της επιμέλειας του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, ενώ εξάλλου η κατά τις ανωτέρω παραδοχές επιδειχθείσα συμπεριφορά αυτού είναι η απαιτούμενη στις συναλλαγές του μέσου συνετού και επιμελούς υπαλλήλου ξενοδοχειακής επιχείρησης.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2010 αίτηση της O. M. D. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6318/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Αυγούστου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ