1395/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1395/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): οικοδομική άδεια, δυνάμει της οποίας ανήγειρε οικία αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 78,80 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 55,86 τ.μ. και υπόγειο εμβαδού 104,66 τ.μ. Ότι όταν ο ενάγων αποφάσισε την ανέγερση δικής του οικίας, επί του κοινού οικοπέδου, με την υπ' αριθμ.... άδεια της αρμοδίας Πολεοδομίας, του επιτράπηκε, προς πλήρη κάλυψη του συντελεστή δόμησης, ο οποίος δεν μεταβλήθηκε μετά το έτος 1982, να οικοδομήσει οικία μόνο επιφανείας 90,15 τ.μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1395 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1395/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσόγια.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Στειροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8809/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 1609/2003 μη οριστική και 2489/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατ'αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 783/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2029/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποία ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-11-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του δεύτερου και πέμπτου λόγων και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.18 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, τη λύση που δόθηκε από αυτόν. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα όταν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, διότι αυτό κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου και ακολούθως στηριζόμενο κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Επομένως ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι αυτό δικάζοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση του την υπόθεση, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθμ. μετά τα 783/2006 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου (Α' Πολιτικό Τμήμα) με την οποία αφού αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ' αριθμ. 2.489/2006 απόφαση του ιδίου Εφετείου, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, είναι αβάσιμος.
II. Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νομικό ζήτημα θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 11.10.2000 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος, ο ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει τα εξής: "Οτι το έτος 1975, με το αναφερόμενο στην αγωγή του συμβόλαιο, που μεταγράφτηκε νόμιμα, αγόρασε από κοινού και εξ αδιαιρέτου, κατ' ισομοιρία, με τον εναγόμενο το περιγραφόμενο αγροτεμάχιο εμβαδού 5.189 τ.μ.. "Οτι ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτ Αντωνιάδου "διανομής ανεγερθησομένων κτισμάτων προ πάσης ανεγέρσεως των", που μεταγράφτηκε νόμιμα, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να ανεγείρουν επί του κοινού αγροτεμαχίου, κατά τις διατάξεις των ν.3741/1929, ν.δ. 1024/71 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ χωριστές οικίες, ίσης επιφανείας, που θα αντιστοιχούσαν στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας (50%) ενός εκάστου. "Οτι ο εναγόμενος συγκύριος έλαβε την υπ' αριθμ....
οικοδομική άδεια, δυνάμει της οποίας ανήγειρε οικία αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 78,80 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 55,86 τ.μ. και υπόγειο εμβαδού 104,66 τ.μ. Ότι όταν ο ενάγων αποφάσισε την ανέγερση δικής του οικίας, επί του κοινού οικοπέδου, με την υπ' αριθμ.... άδεια της αρμοδίας Πολεοδομίας, του επιτράπηκε, προς πλήρη κάλυψη του συντελεστή δόμησης, ο οποίος δεν μεταβλήθηκε μετά το έτος 1982, να οικοδομήσει οικία μόνο επιφανείας 90,15 τ.μ.
πλέον υπογείου 100,65 τ.μ., ήτοι μικρότερη κατά εμβαδόν εκείνης του εναγομένου, τούτο δε διότι ο τελευταίος, κατά την ανέγερση της δικής του οικίας, ενεργώντας παρανόμως και αντισυμβατικώς, ανοικοδόμησε κυρίους χώρους επί πλέον των όσων εδικαιούτο 21,74 τ.μ. καθώς και υπόγειο κατά 21,74 τ.μ. επί πλέον των όσων εδικαιούτο, χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς τον ενάγοντα και χωρίς νόμιμη αιτία.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και επικαλούμενος ο ενάγων ότι ο εναγόμενος έγινε, με την ανέγερση κτισμάτων κατά 43,78 τ.μ. επί πλέον των όσων εδικαιούτο, πλουσιότερος επί ζημία του και άνευ νομίμου αιτίας, ζήτησε, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ζητούμενο με την αγωγή του ποσό, όπως αναλύεται στην αγωγή του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, και δέχτηκε αυτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αμφότεροι οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την υπ' αριθμ.2.489/04 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και η αγωγή αυτού ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν.
Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά της προαναφερομένης απόφασης του Εφετείου αίτηση για αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 783/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία: α) απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο τότε και ήδη αναιρεσείων ζήτησε την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, διότι παρά το νόμο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της και παρά το νόμο δέχτηκε ότι αυτή είναι ορισμένη β) απορρίφθηκε ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ,με τον οποίο αποδίδονταν στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί την αγωγή επιδίκασε κάτι που δεν ζήτησε ο ενάγων, διότι πράγματι αυτός ζήτησε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και γ) αφού έγινε δεκτός ως βάσιμος λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ' αριθμ. 2489/2004 απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, που εξέδωσε μετά παραπομπή την ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2.029/2007 απόφαση, και τις εξής αιτιάσεις: α) ότι με το να δεχθεί, ότι η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ενώ αυτή είναι επιβοηθητική και παρέχεται μόνο αν λείπουν οι προϋποθέσεις από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (40ς λόγος) β)ότι με το να δεχθεί την αγωγή ως ερειδόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, χωρίς να ερευνήσει την κυρία επί της αδικοπραξίας ερειδόμενη βάση αυτής, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον ενάγοντα και υπέπεσε στην από τον αριθμ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (6ος και 7ος λόγοι) Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθμ. 783/2006 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε δεσμευτικώς για το Εφετείο στο οποίο παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση, το νομικό ζήτημα ότι η αγωγή είναι ορισμένη και θεμελιώνεται ευθέως και αποκλειστικώς στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 559 αρ.20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που αυτό πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει ύστερα από ορθή ανάγνωση του (Ολ.ΑΠ 1/1999) Με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχεται ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οτι οι διάδικοι με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νίκης Ανδριανού, νομίμως μεταγραφέντος, αγόρασαν από κοινού και εξ αδιαιρέτου, κατ' ισομοιρίαν δε ο καθένας, ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 5.189 τ.μ. "Οτι το έτος 1982,ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, συγκύριος κατά ποσοστό 50% του προαναφερομένου αγροτεμαχίου, αποφάσισε να αναγείρει οικία στο κοινό οικόπεδο και προς τούτο έλαβε την υπ' αριθμ. ...
οικοδομική άδεια που εκδόθηκε από το αρμόδιο Γραφείο της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, με την οποία προβλέπονταν η ανέγερση οικίας στο εν λόγω οικόπεδο από τον εναγόμενο, αποτελούμενης από υπόγειο εμβαδού 104,60 τ.μ.
ισόγειο εμβαδού 77,80 τ.μ. και πρώτου ορόφου εμβαδού 55,86τ.μ. όπως οι χώροι αυτοί εμφαίνονταν στα οικεία σχεδιαγράμματα. "Ότι μετά την έκδοση της άνω οικοδομικής αδείας του εναγομένου, και ειδικότερα την 05.04.1982, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Αντωνιάδη, οι διάδικοι και συγκύριοι του αγροτεμαχίου, συμφώνησαν τα εξής σχετικά με το άνω κοινό οικόπεδο: "...Ο εκ των συμβαλλομένων Χ (εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων) απεφάσισε την ανέγερση επ' αυτού οικίας αποτελεσθησόμενης εξ υπογείου, ισογείου και πρώτου ορόφου και προς τούτο έλαβε την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... (αριθμός αδείας ...) άδεια ανεγέρσεως οικίας του Γραφείου Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης.
Ότι ο εκ των συμβαλλομένων Ψ θα αποφασίση την εν τω μέλλοντι ανέγερσιν οικίας συνεχόμενης της πρώτης ή εφ' όσον κατά νόμο επιτραπή μη συνεχόμενης και αίτινες δύο οικίες θα διέπονται υπό των διατάξεων του ν.3741/29 "περί ιδιοκτησίας και ορόφους", και του ν.δ. 1024/71 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός. Ήδη δια της παρούσης δηλούν ότι:
Ο Ψ (εναγόμενος-αναιρεσείων) λαμβάνει εις την αποκλειστικήν αυτού κυριότητα, νομήν και κατοχήν το δικαίωμα ανεγέρσεως οικίας ήτις οικία θα αποτελεσθεί α) εξ υπογείου εμβαδού μέτρων τετραγωνικών.... 104,66... ως τούτο εμφαίνεται κατά την θέσιν, διαίρεσιν και διαστάσεις εις το συνημμένον ώδε και παρά των συμβαλλομένων υπογεγραμμένον σχέδιον κατόψεως μεταξύ των στοιχείων...
β) Εξ ισογείου εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 77,80 ...ως τούτο εμφαίνεται εις το συνημμένον ώδε και παρά των συμβαλλομένων υπογεγραμμένον σχεδιάγραμμα κατόψεως μεταξύ των στοιχείων... και γ) εκ πρώτου ορόφου εμβαδού μέτρων τετραγωνικών 55,86 ως τούτο εμφαίνεται εις το συνημμένον ώδε και παρά των συμβαλλομένων υπογεγραμμένον σχεδιάγραμμα κατόψεως ορόφου εις το δικαίωμα ανοικοδομήσεως αναλογούν τα πεντήκοντα εκατοστά (50/100) εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφέντος αγροτεμαχίου.
Και ο Ψ (ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος) λαμβάνει εις την αποκλειστική αυτού κυριότητα, νομήν και κατοχήν το δικαίωμα ανεγέρσεως οικίας καλυπτούσης άπαν το επιτρεπτόμενον όριον εις έκτασιν, ύψος και βάθος, συνεχόμενης της ως άνω ή εφόσον κατά νόμον επιτρέπεται μη συνεχόμενης, εις ό δικαίωμα ανοικοδομήσεως αναλογούν τα 50/100 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφέντος αγροτεμαχίου..." Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι κατά το χρόνο έκδοσης της άνω πολεοδομικής αδείας από τον εναγόμενο, με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις στο κοινό οικόπεδο των διαδίκων επιτρέπονταν η ανέγερση οικοδομής αποτελούμενης από χώρους ισογείου και ορόφων συνολικού εμβαδού 223,78 τ.μ.
και υπογείου 253,48 τ.μ. από τα οποία, με βάση το άνω συμβόλαιο διανομής και υπαγωγής του κοινού οικοπέδου στο σύστημα της οροφοκτησίας και λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού συγκυριότητας ενός εκάστου των συγκυρίων (50%), έκαστος των συγκυρίων εδικαιούτο να ανοικοδομήσει οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και ορόφους συνολικού εμβαδού 111,89 τ.μ.
και υπογείου 126,74 τ.μ. "Οτι ο εναγόμενος προέβη στην ανέγερση της προσβλεπόμενης από την άνω άδεια οικοδομής, όμως οι χώροι αυτοί της οικοδομής του εναγομένου, υπερβαίνουν, την αντιστοιχούν στο ποσοστό συγκυριότητας του εναγομένου εμβαδόν, κατά 21,74 τ.μ. στο υπόγειο χώρο και 21,74 τ.μ. στο ισόγειο και όροφο, με αποτέλεσμα ο ενάγων, συγκύριος του οικοπέδου, να στερηθεί της δυνατότητας να ανοικοδομήσει ίσου εμβαδού οικοδομή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ότι ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος από την περιουσία του ενάγοντος και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στο ενάγοντα το ποσό των 25.631,46 ευρώ νομιμοτόκως, κατά το οποίο ποσό ο εναγόμενος έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του ενάγοντος, με την ανέγερση από αυτόν κτισμάτων, επί πλέον των όσων αναλογούσαν στο ποσοστό συγκυριότητας του (50%) κατά τα άνω αναφερόμενα.
Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο στηριζόμενο αποκλειστικώς στο άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο διανομής και υπαγωγής του κοινού ακινήτου στο σύστημα της οροφοκτησίας, δεχόμενο ότι από το συμβόλαιο αυτό προκύπτει ότι κάθε συγκύριος δικαιούται να ανοικοδομήσει κτίσμα (ισογείου, ορόφου και υπογείου) ίσου εμβαδού.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραμόρφωσε με εσφαλμένη ανάγνωση το προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής και υπαγωγής του κοινού ακινήτου στο σύστημα της οροφοκτησίας, και τούτο διότι, μολονότι, όπως δέχεται και το Εφετείο, με το συμβόλαιο αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ των συγκυρίων, ότι ο εναγόμενος, ως συγκύριος του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δικαιούται να ανεγείρει κτίσματα, σύμφωνα με την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, αποτελούμενο από υπόγειο εμβαδού 104,66 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 77,80 τ.μ.
και πρώτου ορόφου εμβαδού 55,86 τ.μ., το οποίο και ανήγειρε ο εναγόμενος, στο οποίο θα αναλογεί ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, δέχεται ακολούθως ότι ο εναγόμενος σύμφωνα με το εν λόγω συμβόλαιο διανομής δεν εδικαιούτο να αναγείρει την οικοδομή που ανήγειρε αλλά μικρότερου εμβαδού, κατά τα άνω.
Επομένως ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, για περαιτέρω εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν προαποδεικνύεται εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής κ.λ.π., διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση και όχι επομένως και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής, τα οποία οφείλονται από τον καθού η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής αλλά από το νόμο (932 Κ.Πολ.Δ.).
Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του που κατέθεσε εμπροθέσμως (06.02.2009) υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ποσό των 48.557,59 ευρώ το οποίο του κατέβαλε με επιφύλαξη εξαιτίας της απειλούμενης εις βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης της αναιρεθείσης, νομιμοτόκως από της συζητήσεως της αίτησης για αναίρεση και ειδικότερα α) για επιδικασθέν κεφάλαιο 25.631,46 ευρώ, β) για τόκους 19.926,13 ευρώ, γ) για δικαστική δαπάνη 3.000 ευρώ.
Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι νόμιμη εκτός του αιτήματος για καταβολή τόκων από τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 08.11.2007 απόδειξη, που υπογράφεται από τον αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, για την αποφυγή εις βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης της αναιρούμενης υπ' αριθμ. 2.029/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε μετρητά δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Παναγιώτη Τσόγια το συνολικό ποσό των 48.559,59 ευρώ, για εξόφληση των επιδικασθέντων με την αναιρούμενη (κεφαλαίου, τόκων και δικαστικών εξόδων).
Επομένως η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το άνω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2029/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα σαράντα οκτώ χιλιάδες πεντακόσια πενήντα επτά ευρώ και πενήντα εννέα λεπτά (48.557,59) νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ