Supreme Court allows appeal against appeal court's refusal to impose fines for obstructing parental visitation rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had rejected the father's claim for fines and detention for obstructing his daughter's visitation rights. The lower court had found the mother guilty of six separate violations but imposed only a single fine and detention period, reasoning that the offenses formed a continuous unit of intent. The Supreme Court found the lower court's reasoning flawed because it failed to determine whether the children's refusal to visit was a genuine choice or influenced by the father's alleged provocation, and it incorrectly applied the cumulative penalty rule to a single continuous act. Consequently, the Supreme Court remanded the case for retrial to properly assess the specific circumstances and applicable penalties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 950 para. 2 and 947 of the Code of Civil Procedure; The court must ascertain whether the child's refusal to visit is a genuine choice or influenced by the parent's conduct before imposing cumulative penalties for obstruction of visitation rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1395 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1395/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Βαρδάκου- Γιαννούλη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τόλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1782/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1271/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/10/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 20/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 1520 Α.Κ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 1329/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό, τα σχετικά δε με την επικοινωνία καθορίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 950 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 947.
Κατά δε το τελευταίο αυτό άρθρο το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Κατά τη σαφή έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 950 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της το γεγονός ότι εκείνος που παρεμποδίζει το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο ενεργεί με πρόθεση ματαιώσεως και αποτροπής αυτής, πράγμα το οποίο επιτυγχάνεται και όταν ο υπόχρεος παροτρύνει ή εξωθεί το τέκνο να αποφύγει την επικοινωνία.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 947 §1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση περισσότερων παραβάσεων, οι οποίες διαπιστώνονται δικαστικώς, οφείλονται ισάριθμες χρηματικές ποινές και χωρεί καταδίκη σε προσωπική κράτηση για κάθε παράβαση. Όταν όμως, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα συντρέξουν περισσότερες παραβάσεις που συνιστούν διαρκή ενέργεια ή συγκροτούν μία φυσική ενότητα ενέργειας, τότε επιβάλλεται μία μόνο ποινή και όχι αθροιστικά τόσες ποινές όσες και οι μερικότερες παραβάσεις.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Οι διάδικοι παντρέφθηκαν με πολιτικό γάμο στις 6.5.1988 στην Αθήνα. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, την Α και την Β, που κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (2002) ήταν ηλικίας 13 και 9 ετών, αντιστοίχως, Από τις αρχές του έτους 2002 και ιδίως μετά το Πάσχα του ίδιου έτους η έγγαμη σχέση των διαδίκων διαταράχθηκε σοβαρά, όταν η αναιρεσίβλητη εκδήλωσε την πρόθεσή της να ζήσει χωριστά από τον αναιρεσείοντα σύζυγό της.
Κατόπιν αντιθέτων αιτήσεων, που υπέβαλαν οι διάδικοι τον Ιούνιο του 2002 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και οι οποίες συνεκδικάσθηκαν στις 15.7.2002, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6855/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ανατέθηκε η επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων στον αναιρεσείοντα και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας της αναιρεσίβλητης με αυτά ως εξής: 1) κάθε Τρίτη και Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας από ώρα 17.00 έως 21.00, 2) κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο από ώρα 10.00 του Σαββάτου έως ώρα 21.00 της Κυριακής, 3) επτά ημέρες κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και νέου έτους, 4) επτά ημέρες κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα και 5) τριάντα ημέρες κατά τη διάρκεια του θέρους.
Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε ότι η παράδοση και η παραλαβή των ανηλίκων θα γίνεται στην κατοικία του αναιρεσείοντος, ενώ ο τελευταίος υποχρεώθηκε να παραδίνει τα ανήλικα στην αναιρεσίβλητη, να ανέχεται και να μην παρεμποδίζει την επικοινωνία κατά τις πιο πάνω ημέρες και ώρες. Τέλος, με την ίδια απόφαση απειλήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για την περίπτωση παραβάσεως των παραπάνω υποχρεώσεών του χρηματική ποινή 300 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας 6 μηνών.
Αντίγραφο της πιο πάνω υπ' αριθμ. 6855/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με επιταγή προς εκτέλεση, η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στις 4.10.2002 στον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... .
Στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη μετέβη στην κατοικία όπου κατοικούσε ο αναιρεσείων με τα ανήλικα τέκνα τους επί της οδού ..... αριθμ. ... στη ....., κατά τις ημερομηνίες α) 8-10-2002 ημέρα Τρίτη και ώρα 17:00, β) 10-10-2002 ημέρα Πέμπτη και ώρα 17:00, γ) 12-11-2002 ημέρα Τρίτη και ώρα 17:00, δ) 14-11-2002 ημέρα Πέμπτη και ώρα 17:00, ε) 16-11-2002 ημέρα Σάββατο και ώρα 10:00 και στ) 26-11-2002 ημέρα Τρίτη και ώρα 17:00, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα της, πλην όμως η επικοινωνία ματαιώθηκε, διότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας με πρόθεση ματαιώσεώς της, παρότρυνε και εξώθησε τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων να αποφύγουν την επικοινωνία αυτή.
Ειδικότερα, κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες και κατά την καθορισμένη ώρα επικοινωνίας, ο αναιρεσείων συνόδευε τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου διέμεναν και όλοι μαζί ανέμεναν την άφιξη της αναιρεσίβλητης. Στον ίδιο χώρο παρευρίσκοντο, κατόπιν προσκλήσεως του αναιρεσείοντος και ο πατέρας του Γ και η αδελφή του Δ, η οποία μάλιστα κρατούσε στα χέρια της μία φωτογραφική μηχανή.
Μόλις η αναιρεσίβλητη κατά την καθορισμένη ώρα έφθανε στην είσοδο της πολυκατοικίας, προκειμένου να παραλάβει τις δύο ανήλικες θυγατέρες της, ο αναιρεσείων με έντονο ύφος της δήλωνε ότι οι ανήλικες δεν επιθυμούν να την ακολουθήσουν, ασκώντας έτσι ψυχολογική βία επί των ανήλικων θυγατέρων του, ενώ η αδελφή του αναιρεσείοντος έβγαζε φωτογραφίες της αναιρεσίβλητης και των ανήλικων τέκνων.
Στη συνέχεια ακολουθούσε πάντοτε φραστικό επεισόδιο μεταξύ των διαδίκων, διότι η αναιρεσίβλητη αξίωνε να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας, όπως αυτό είχε καθοριστεί από την πιο πάνω απόφαση, το οποίο έληγε με τη δήλωση των ευρισκομένων σε πλήρη σύγχυση και συναισθηματική διαταραχή τέκνων ότι δεν επιθυμούν να ακολουθήσουν την αναιρεσίβλητη μητέρα τους.
Έτσι η επικοινωνία της αναιρεσίβλητης με τα ανήλικα τεκνά της ματαιωνόταν όχι λόγω αρνήσεως των τέκνων, ανταποκρινόμενης στην αληθή βούλησή τους, αλλά εξαιτίας των αρνητικών συνθηκών που σκόπιμα ο αναιρεσείων δημιουργούσε ο αναιρεσείων κατά την άφιξη της αναιρεσίβλητης προς παραλαβή των τέκνων της, δηλαδή της παρουσίας τρίτων προσώπων διακειμένων αρνητικά προς την αναιρεσίβλητη της λήψεως φωτογραφιών και της δηλώσεώς του ότι οι ανήλικες δεν επιθυμούν να ακολουθήσουν την αναιρεσίβλητη, προκαταλαμβάνοντας έτσι τη γνώμη των ανήλικων θυγατέρων του και μην αφήνοντας αυτές να εκφράσουν ελεύθερα τα συναισθήματα αγάπης που έτρεφαν προς την αναιρεσίβλητη μητέρα τους.
Αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών, που δημιουργούσε ο αναιρεσείων, με πρόθεση να ματαιωθεί η επικοινωνία, ήταν να προκαλείται ένταση σε όλους τους παρευρισκόμενους και να διαταράσσεται ο ψυχισμός των ανήλικων τέκνων, τα οποία, ευρισκόμενα υπό συναισθηματική φόρτιση και υπό το φόβο ότι θα δυσαρεστήσουν και θα στεναχωρήσουν τον αναιρεσείοντα πατέρα τους, με τον οποίο διέμεναν και, προκειμένου να αποφευχθεί μεγαλύτερης έντασης επεισόδιο μεταξύ των γονέων τους, εξέφραζαν την άρνηση να επικοινωνήσουν με την αναιρεσίβλητη μητέρα τους.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η επικοινωνία ματαιωνόταν λόγω αρνήσεως των ανήλικων θυγατέρων του και ότι η άρνηση αυτή ανταποκρινόταν στην πραγματική βούλησή τους δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, αμέσως μετά τη διάσταση των διαδίκων συζύγων, που εκδηλώθηκε το Πάσχα του 2002, όταν η αναιρεσίβλητη δήλωσε στον αναιρεσείοντα ότι επιθυμεί να χωρίσουν, ο τελευταίος άρχισε συστηματικά να υποσκάπτει την ηθική ακεραιότητα της αναιρεσίβλητης στα δύο ανήλικα τέκνα τους, καθόσον κατέστησε αυτά κοινωνούς των λόγων διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη τον εγκατέλειψε προκειμένου να συζήσει με άλλον άνδρα, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη των λόγων διάσπασης, να επηρεάσει δυσμενώς τα τέκνα έναντι της μητέρας τους και να προκαλέσει σ' αυτά σύγχυση, αρνητισμό και συναισθήματα θυμού.
Μάλιστα κατά τη διάρκεια του θέρους του 2002 και μέχρι να εκδοθεί η πιο πάνω απόφαση, με την οποία ανατέθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων στον αναιρεσείοντα και ρυθμίστηκε η επικοινωνία αυτών με την αναιρεσίβλητη, παραλάμβανε τα τέκνα του στο χώρο της εργασίας του και συγκεκριμένα στο στρατόπεδο στο ....., όπου τότε αυτός εργαζόταν ως αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, προκειμένου να αποξενώσει πλήρως την αναιρεσίβλητη από τις θυγατέρες της.
Παρά όμως την αρνητική επίδραση του αναιρεσείοντος επί του ψυχικού κόσμου των ανήλικων θυγατέρων του, τα συναισθήματα αγάπης, που έτρεφαν οι τελευταίες για το πρόσωπο της μητέρας τους, εξακολούθησαν και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων να είναι το ίδιο δυνατά με εκείνα που έτρεφαν για το πρόσωπο του πατέρα τους, όπως προκύπτει από τις 12-11-2002, χωρίς όρκο, προανακριτικές καταθέσεων των ανηλίκων ενώπιον της υπαστυνόμου ..... .
Για το λόγο αυτό, οι δύο ανήλικες είχαν συναποφασίσει μετά το χωρισμό των γονέων τους να μην αφήσουν κανένα μόνο του και η Α, που ήταν μεγαλύτερη σε ηλικία, να διαμένει με τον πατέρα τους και η μικρότερη σε ηλικία Β να διαμένει με τη μητέρα τους. Τα συναισθήματα αυτά αγάπης των ανηλίκων για το πρόσωπο της αναιρεσίβλητης μητέρας τους, η οποία ήταν εξαίρετη μητέρα, όπως κατέθεσε και η μάρτυράς του αναιρεσείοντος και αδελφή αυτού, δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση άρνηση των ανήλικων τέκνων να έλθουν σε επικοινωνία με τη μητέρα τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αν δεν είχε προηγηθεί από τον τελευταίο αφενός μεν η συστηματική δυσμενής επίδρασή του επί των ανήλικων θυγατέρων του, έτσι ώστε αυτές να θεωρούν τη μητέρα τους υπαίτια της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των γονέων τους, και αφετέρου η δημιουργία τέτοιων συνθηκών κατά την άφιξη της αναιρεσίβλητης προς παραλαβή των ανήλικων τέκνων της, έτσι ώστε αυτά να εξωθούνται σε άρνηση να έλθουν σε επικοινωνία με την αναιρεσίβλητη μητέρα τους.
Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνία των ανήλικων τέκνων με τη μητέρα τους δε θα ματαιωνόταν, αν ο αναιρεσείων δεν δημιουργούσε με πρόθεση τις προαναφερόμενες συνθήκες επικοινωνίας, αλλά άφηνε απλώς τις ανήλικες θυγατέρες του να κατέλθουν μόνες στην είσοδο της πολυκατοικίας κατά την καθορισμένη ώρα επικοινωνίας, προκειμένου να συναντήσουν τη μητέρα τους, πράγμα που μπορούσε να κάνει χωρίς κανένα κίνδυνο για το πρόσωπο των ανηλίκων λόγω της ηλικίας των τελευταίων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στη συγκεκριμένη υπόθεση όλες οι προϋποθέσεις για τη βεβαίωση της παράβασης της υπ' αριθμ. 6.855/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ενόψει της όμοιας, διαρκούς, εξακολουθητικής και με ενιαίο δόλο συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατά το ανωτέρω κριθέν διάστημα, πρέπει αυτός να καταδικασθεί σε μία χρηματική ποινή και μία προσωπική κράτηση και όχι αθροιστικώς σε τόσες κυρώσεις όσες και οι παραβάσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι οι επιμέρους παραβάσεις από αυτόν δεν έχουν αυτοτέλεια, εφόσον ο δόλος του είναι ενιαίος.
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα, απορριπτική της αγωγής, πρωτόδικη απόφαση και, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, βεβαίωσε την παράβαση της 6855/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τον αναιρεσείοντα και καταδίκασε τον τελευταίο αυτόν σε μία ενιαία χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ και σε προσωπική κράτηση διαρκείας έξι (6) μηνών.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων εφαρμογής του ουσιαστικού κανόνα που περιέχεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ και ειδικότερα ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος του στοιχείου της προθέσεως ματαιώσεως και αποτροπής της προσωπικής επικοινωνίας της αναιρεσίβλητης με τα κοινά ανήλικα τέκνα τους, διότι συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι οι ανήλικες από το Πάσχα του 2002, όταν διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων γονέων τους, θεωρούσαν ως υπαίτια της διασπάσεως την αναιρεσίβλητη μητέρα της, στην οποία απεδίδετο ότι εγκατέλειψε τον αναιρεσείοντα προκειμένου να συζήσει με άλλον άνδρα, με συνέπεια να προκληθεί στον ψυχικό τους κόσμο σύγχυση, αρνητισμός και συναισθήματα θυμού έναντι της αναιρεσίβλητης μητέρας τους, αποδίδει την κατά τις έξι κρίσιμες περιπτώσεις, από 8-10-2002 έως 26-11-2002, ματαίωση της επικοινωνίας της αναιρεσίβλητης σε από πρόθεση παρότρυνση και εξώθηση του αναιρεσείοντος, χωρίς να αποσαφηνίζει εάν τα ανωτέρω αρνητικά συναισθήματα των ανηλίκων έναντι της μητέρας τους επηρέαζαν ή μη τη συμπεριφορά τους και εάν η άρνησή τους να επικοινωνήσουν με εκείνη προέκυπτε από την αληθινή βούλησή τους και αποτελούσε ή όχι προσωπική τους επιλογή, που δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ενόψει μάλιστα και της κατά τον κρίσιμο χρόνο σχετικής ωριμότητας των ανηλίκων (13 ετών η Α και 9 ετών η Β), ενώ, τέλος, δεν δικαιολογεί το λόγο για τον οποίο δεν θα ματαιώνονταν οι επίμαχες έξι επικοινωνίες εάν ο αναιρεσείων άφηνε απλώς τις ανήλικες να κατέρχονται μόνες στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ απορρέων τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων κρίνεται ότι πρέπει να συμψηφιστούν, διότι πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συζύγους (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1271/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Συμψηφίζει ολικά τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ