Legislator Case Law & Legislation
1395/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's valid appearance and substantive facts supporting lower court.

Case Number 1395/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the defendant failed to appear and that the lower court erred in fact-finding regarding a property sale, but the defendant had validly appeared and presented evidence. The court ruled that the defendant's appearance was legally sufficient and the lower court's findings on the property transaction were supported by the evidence, making the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), 226(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines the case ex officio when a party is absent, treating the case as if all parties were present, and finds the appeal inadmissible if the absent party had validly expedited the proceedings or appeared lawfully.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural default valid appearance ex officio review appeal inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 575(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 703(1)(a) of the Civil Code
Article 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1395 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1395/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία «... Ο.Ε.», που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μουκανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9997/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 22-2-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση και αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική δίκη (άρθ. 575 εδ. 2 του ίδιου κώδικα), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε εγκύρως επισπεύσει τη συζήτηση για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο εκείνη.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επιμέλεια της αναιρεσείουσας επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 1-3-2005, όπως προκύπτει από την επ' αυτού από 12-5-2004 επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών ....

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του πινακίου, σε συνδυασμό με την επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση της Γραμματέα, κατά τη δικάσιμο εκείνη, με παρόντες τους διαδίκους και με αίτηση της αναιρεσείουσας, αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της οποίας δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα.

Επομένως το Δικαστήριο, παρά την απουσία αυτής, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρο 681 εδ. α΄), στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσαρες τουλάχιστον ώρες.

Εξάλλου κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ.α΄ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις παραπάνω διαδικασίες (άρθρ. 591 παρ.1), στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, με την έννοια ότι αυτά προσκομίζονται για πρώτη φορά στο εφετείο ή έχουν προσκομιστεί απαραδέκτως στον πρώτο βαθμό.

Επομένως νομίμως λαμβάνεται υπόψη από το εφετείο ένορκη βεβαίωση, η οποία δόθηκε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, η οποία επίσης έγινε μετά τη συζήτηση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παρά τον νόμο λήψη υπόψη της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών 2244/4-2-1999 ένορκης βεβαιώσεως, την οποία προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και η οποία δόθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (κατά τη διάρκεια της τριήμερης προθεσμίας αντικρούσεως των προτάσεων), ύστερα από κλήτευση της αναιρεσείουσας πριν από είκοσι τέσσαρες ώρες και μέσα στο ίδιο διάστημα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η παραπάνω ένορκη βεβαίωση είναι νέο αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 529 παρ.1 εδ.α΄ ΚΠολΔ και επομένως νομίμως την έλαβε υπόψη το Εφετείο κατά την προκείμενη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας .

Επειδή κατά το άρθρο 703 παρ. 1 εδ. α΄ του ΑΚ εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για να μπορεί ο μεσίτης να απαιτήσει αμοιβή πρέπει:

α) να έχει υποδείξει απλώς την ευκαιρία για τη σύναψη της σύμβασης, πράγμα που συμβαίνει όταν ενημερώνει τον ένα ή και τους δύο ενδιαφερομένους για τη δυνατότητα που υπάρχει να καταρτιστεί σύμβαση, ή να έχει μεσολαβήσει και ο ίδιος μεταξύ αυτών για την κατάρτιση της σύμβασης που επιθυμούν, β) να καταρτιστεί η σύμβαση, την οποία ο εντολέας και ο μεσίτης είχαν υπόψη τους και γ) η κατάρτιση της σύμβασης να επήλθε ως συνέπεια της υπόδειξης ή μεσολάβησης του μεσίτη, χωρίς την οποία δεν θα συνέβαινε, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη και του αποτελέσματος που συνδέεται με την κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «... Ο.Ε.», εγγεγραμμένη στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο ..., ασκεί νομίμως επιχείρηση πράξεων μεσιτείας αστικών συμβάσεων και οι εταίροι της έχουν νόμιμη άδεια για την άσκηση του επαγγέλματος μεσίτη για τις περιφέρειες των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς.

Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος και οι υιοί του ...., πολιτικοί μηχανικοί, συνέστησαν κοινοπραξία με την επωνυμία «...», η οποία είχε σκοπό την επί αντιπαροχή ανέγερση οικοδομής-συγκροτήματος τριών κτιρίων καταστημάτων, με χαρακτηριστικά ΚΙ, Κ

ΙΙ και Κ

ΙΙΙ, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας ..., ..., ...., κειμένου επί των οδών .... Στα πλαίσια του 17081/1991 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ματθαίου Ασημακόπουλου, που συνήφθη σε εκτέλεση του 16746/1990 προσυμφώνου του, το οποίο η προαναφερομένη κοινοπραξία κατήρτισε με τους οικοπεδούχους και των 11367/1994, 12145/1995 και 12603/1995 πράξεων της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριάνθης Ασημακοπούλου-Ζερβού, οι οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην κοινοπραξία ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το ένα από τα τρία κτίρια, με στοιχεία ΚΙ, στο οποίο αντιστοιχούσαν ποσοστά 358/1000 του κτιριακού συγκροτήματος και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αναλογούσαν στα παραπάνω ποσοστά.

Ο εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω κοινοπραξίας (με το 16382/1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ασημακοπούλου), γνωρίζοντας τα ποσοστά και τις ιδιοκτησίες που θα λάμβανε η κοινοπραξία ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ως εκ της καταρτίσεως των άνω εργολαβικών συμβολαίων, με την από 29.1.1993 έγγραφη εντολή, ανέθεσε στην ενάγουσα να διαπραγματευθεί την πώληση του επί των οδών ...

ακινήτου του, που βρίσκεται στην ..., η αξία του οποίου καθορίστηκε από τον ίδιο σε 950.000.000 δρχ. και ανέλαβε την υποχρέωση, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως της πωλήσεως σε οποιοδήποτε πελάτη της ενάγουσας, να της καταβάλει τη μεσιτική αμοιβή, που συμφωνήθηκε (2% επί του συμφωνηθησομένου τιμήματος πλέον ΦΠΑ).

Στην εντολή αναγράφεται επίσης ότι, σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως της πωλήσεως σε πελάτη της ενάγουσας για οποιοδήποτε λόγο, ουδεμία υποχρέωση καταβολής μεσιτικών δικαιωμάτων ή άλλων εξόδων θα έχει ο εναγόμενος εντολέας. Από το περιεχόμενο της ανωτέρω εντολής προκύπτει ότι ο εναγόμενος ανέθεσε στην ενάγουσα την εξεύρεση αγοραστών για την πώληση ολόκληρου του υπό στοιχεία ΚΙ κτιρίου του συγκροτήματος, το οποίο έλαβε η κοινοπραξία ως αντάλλαγμα.

Επειδή όμως δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση αγοραστών για την αγορά ολόκληρου του ανωτέρω ακινήτου, η κοινοπραξία αποφάσισε την κατασκευή σ' αυτό τεσσάρων καταστημάτων(οριζόντιων ιδιοκτησιών) με στοιχεία Κ1, Κ2, Κ3 και Κ4 και πώληση αυτών μεμονωμένα. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1995 και τα με στοιχεία Κ2 και Κ3 καταστήματα πωλήθηκαν από την κοινοπραξία σε τρίτους χωρίς μεσολάβηση μεσίτη.

Στις 23.12.1996 η κοινοπραξία, με το νομίμως μεταγραφέν 13404/1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ασημακοπούλου, πώλησε στον ..., που ήταν μέλος της, το επίδικο κατάστημα με στοιχεία Κ4, έναντι τιμήματος 77.940.000 δρχ., που θα καταβαλλόταν σε δόσεις και για το οποίο η κοινοπραξία είχε δικαίωμα εγγραφής πρώτης υποθήκης.

Έτσι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η εντολή που είχε δώσει ο εναγόμενος στην ενάγουσα δεν αφορούσε μόνο την πώληση ολόκληρου του κτιρίου ΚΙ, αλλά και τις επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα) του κτιρίου αυτού, και πάλι η εντολή αυτή έληξε με την πώληση του επίδικου καταστήματος από την κοινοπραξία στον ....

Επομένως, η από τον τελευταίο πώληση του με στοιχεία Κ4 καταστήματος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 15498/1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μαριάνθης Ασημακοπούλου -Ζερβού, στους αγοραστές ..., ... και στις θυγατέρες τους ..., δεν δεσμεύει τον εναγόμενο ούτε τον καθιστά υπόχρεο για την καταβολή αμοιβής στην ενάγουσα ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η υπόδειξη στους παραπάνω αγοραστές έγινε πραγματικώς από την ενάγουσα.

Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι στις αρχές του 1998 ο εναγόμενος της ζήτησε να προωθήσει το επίδικο κατάστημα προς πώληση αντί του προδιαγραφόμενου τιμήματος των 170.000.000 δρχ. δεν αποδείχθηκε. Αν πραγματικά ο εναγόμενος είχε δώσει τέτοια εντολή στην ενάγουσα, η τελευταία θα έδινε το τηλέφωνο αυτού και τα λοιπά στοιχεία του στον αγοραστή ...

για να επικοινωνήσει μαζί του σχετικά με την πώληση του επίδικου καταστήματος, ενώ αυτή έδωσε το τηλέφωνο του... , αδελφού του ιδιοκτήτη ... και υιού του εναγομένου, με τον οποίο και επικοινώνησε ο άνω αγοραστής και διαπραγματεύθηκε αποκλειστικά την αγορά του καταστήματος με τον .... Δεν αποδείχθηκε επίσης ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η πώληση του επίδικου καταστήματος από την κοινοπραξία στον ...

ήταν εικονική και ότι συνεπώς η εντολή που έδωσε σ' αυτή ο εναγόμενος για την πώληση του άνω ακινήτου δεν έληξε. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η επίδικη σύμβαση μεσιτείας αφορούσε ολόκληρο το με στοιχεία ΚΙ κτίριο και όχι επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες και ότι σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσίβλητος, μετά την αληθινή (και όχι εικονική) πώληση του καταστήματος Κ4 από την κοινοπραξία προς τον ...

δεν δεσμευόταν από την επίδικη σύμβαση, η οποία -κατά τον χρόνο πωλήσεως του καταστήματος αυτού από τον... προς τον ... - είχε ήδη λήξει και επομένως δεν καθιστούσε τον αναιρεσίβλητο υπόχρεο καταβολής μεσιτικής αμοιβής. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 703 παρ. 1 εδ.

α΄του ΑΚ, με ασαφείς, ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ζήτηματα. Τέλος με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 εδ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας (ότι δηλαδή στη σύμβαση μεσιτείας ο εντολέας καθορίζει την τιμή της πωλήσεως, την οποία αυξάνει ή μειώνει ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και ότι όταν εμφανιστεί υποψήφιος αγοραστής, ερωτάται ο εντολέας αν έχει ακόμη διαθέσιμο για πώληση το ακίνητο) και ειδικότερα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει αυτά, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι δεν ήταν εντολέας ο αναιρεσίβλητος, αν και αυτός είχε υποδείξει στην αναιρεσείουσα τη διαμόρφωση -στο ποσό των 170.000.000δρχ.- της τιμής πωλήσεως του καταστήματος Κ4 από τον ...

στην οικογένεια .... Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω διδάγματα αφορούν την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και ανάγονται στην ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και όχι -όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα- στην ερμηνεία του άρθρου 703 παρ. 1 εδ.

α΄ του ΑΚ ούτε στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στη διάταξη αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2003 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «... Ο.Ε.» για αναίρεση της 9997/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ