Supreme Court allows appeal against administrative termination of archaeological contract, ordering state to pay damages and fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the Greek State against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The State argued that statutory provisions requiring compensation and fees only apply when a contract is terminated by notice, not by automatic legal dissolution. The court rejected this distinction, ruling that the specific laws governing archaeological works mandate payment regardless of the termination method. Consequently, the appeal was upheld, the lower court's dismissal of the claim was annulled, and the case was remanded for a final judgment on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1)(a) and 94(1)(last paragraph) of Law 3026/1954; Article 622 of the Code of Civil Procedure: The State is obligated to pay compensation and fees for the automatic dissolution of an archaeological contract, irrespective of whether the termination was initiated by the contractor or occurred automatically by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1394 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1394/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Μαρίας Οικονόμου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ι.-Α. Μ. του Σ. και 2) Μ.-Ζ. Κ. του Χ., κατοίκων Αθηνών που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 206/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3058/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 30-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 30.10.2019 και αριθ. κατάθ. 10182/977/30.10.2019 αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές (άρθρο 622 Α ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 3058/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. α του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον Ν. 4194/2013, "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ. 4 λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και δια πτωχεύσεως του εντολέως δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς :
α) μια πάγιαν μηνιαίαν περιοδικήν αμοιβήν, αν έχει συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β) τρεις τοιαύτας περιοδικός αμοιβάς αν έχει συμπληρώσει διετίαν, γ) έξι τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς αν έχει συμπληρώσει τριετίαν, δ) δέκα τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς, αν έχει συμπληρώσει πενταετίαν,...", το δε τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 94 ορίζει ότι : ".....εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην εντός των ορίων άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρις πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως.".
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 και 5 και 94 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως το άρθρο 63 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 720/1977 και το άρθρο 94 με το άρθρο 3 του ν. 1093/1980, συνάγεται ότι ο δικηγόρος κατ` εξαίρεση μόνο μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια μηνιαία αμοιβή υπό την άνω ιδιότητά του ή ως νομικός ή δικαστικός σύμβουλος.
Η σύμβαση αυτή, η οποία αποτελεί σχέση έμμισθης εντολής, λόγω του εμπιστευτικού της χαρακτήρα και είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, λύεται με έγγραφη καταγγελία του εντολέα και με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Η εν λόγω καταγγελία της έμμισθης εντολής είναι αναιτιώδης και έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, καθόσον με την περιέλευσή της στον καθού απευθύνεται, λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση αμέσως και ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη μέσα στα όρια του άρθρου 92 του Κώδικα των Δικηγόρων αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ. 1 εδ.
τελ. του ίδιου Κώδικα αποζημιώσεως. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4109/2013 (περί "Κατάργησης και συγχώνευσης νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα - Σύσταση Γενικής Γραμματείας για το συντονισμό του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις" ΦΕΚ 16/Α/23-1-2013), ως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4142/2013 (ΦΕΚ 83/Α/9-4-2013) και με το άρθρο 61 παρ. 2 και 3 του ν. 4155/2013 (ΦΕΚ 120/Α/29-5-2013) "Το Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε), Ν.Π.Ι.Δ.
με έδρα την Αθήνα, το οποίο συνεστήθη με το ν. 2021/1953 (Α` 36), ως ισχύει και εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καταργείται", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 περ. ε` του Ν. 4109/2013 "Η σχέση έμμισθης εντολής των δικηγόρων που έχουν προσληφθεί και υπηρετούν στα νομικά πρόσωπα που καταργούνται με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5, καθώς και με τις διατάξεις των περιπτώσεων α` έως και γ` της παραγράφου 9 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, λύεται αυτοδικαίως εξαιρουμένων όσων έχουν προσληφθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, οι οποίοι μεταφέρονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και καταλαμβάνουν κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης κατηγορίας νομικού προσώπου εποπτευόμενου από το Υπουργείο υποδοχής.
Σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων οι ανωτέρω μεταφέρονται σε κενές οργανικές θέσεις φορέων με σχετικές υπηρεσιακές και λειτουργικές ανάγκες. Για τη λύση και για τη μεταφορά εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό που εποπτεύει τον φορέα που καταργείται". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με την κατάργηση του ν.π.ι.δ.
επέρχεται αυτοδίκαιη εκ του νόμου λύση της σύμβασης δικηγόρου, που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους εντολείς, η οποία έχει το χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, εξαιρουμένων όσων έχουν προσληφθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, ήτοι κατόπιν προκήρυξης, οι οποίοι μεταφέρονται αυτοδικαίως και καταλαμβάνουν κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης κατηγορίας νομικού προσώπου εποπτευόμενου από το Υπουργείο Υποδοχής, ενώ για τη λύση και για τη μεταφορά εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό που εποπτεύει τον φορέα που καταργείται.
Ωστόσο, η νομοθετική ως άνω επιλογή περί αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής και η σχετική διαπιστωτική πράξη, με την οποίαν διαπιστώνεται η υπαγωγή ορισμένου προσώπου στο ρυθμιστικό πεδίο ενός ή περισσοτέρων κανόνων δικαίου και περιλαμβάνει δεσμευτικές διαπιστώσεις νομικώς σημαντικών ιδιοτήτων προσώπων ή πραγμάτων, είναι εκτελεστές και αποτελούν δεσμευτικές πράξεις υποχρεωτικές για το διοικητικό όργανο και αναγκαίες για την επέλευση νομικών συνεπειών είτε άμεσα, όταν οι συνέπειες αυτές προβλέπονται ειδικά στο νόμο και αρκεί η διαπίστωση της συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων είτε στη συνέχεια μέσω της έκδοσης νέων (συστατικών) διοικητικών πράξεων, δεν αποτελούν καταγγελία εκ μέρους του καταργουμένου ν.π.ι.δ.
της σύμβασης εργασίας των εμμίσθων δικηγόρων, που υπηρετούν σ' αυτό και δεν έχουν προσληφθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως απευθυντέας από τον έναν συμβαλλόμενο προς το άλλο για διάπλαση μιας νέας κατάστασης, ούτε μπορεί να γίνει λόγος στην προκειμένη περίπτωση της κατάργησης δια νόμου ν.π.ι.δ.
για πτώχευση ή διάλυση του νομικού προσώπου, που συνιστούν ειδικές νομικές καταστάσεις, ώστε με την αυτοδίκαιη δια νόμου λύση, κατόπιν έκδοσης σχετικής διαπιστωτικής πράξης, της σύμβασης έμμισθης εντολής του δικηγόρου να δικαιούται αυτός αποζημίωση απόλυσης, λόγω καταγγελίας (άρθρο 94 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων), καθώς και την ex lege αποζημίωση (άρθρο 94 παρ. 1 εδ.
τελευταίο Κώδικα Δικηγόρων), η οποία ορίζεται ρητά ότι μόνο σε περίπτωση λύσης της σύμβασης δια καταγγελίας του εντολέα παρέχεται το εν λόγω δικαίωμα στο δικηγόρο. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση εάν ο νομοθέτης ήθελε την καταβολή αποζημίωσης στην περίπτωση της αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου με την κατάργηση του ν.π.ι.δ., σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 13 περ.
ε του ν. 4109/2013 θα το προέβλεπε ρητά, όπως προέβη σε ειδική πρόβλεψη για τους προσληφθέντες με βάση το άρθρο 11 του ν. 1649/1986, ενώ η σαφής και περιοριστική διατύπωση του άρθρου 94 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων δεν μπορεί να ερμηνευτεί διασταλτικά με βάση τον μεταγενέστερο Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), ο οποίος στο άρθρο 46 περιέλαβε την περίπτωση κατάργησης του εντολέα- νομικού προσώπου, ως λόγο λύσης της έμμισθης εντολής, που γεννά υποχρέωση αποζημίωσης, δεδομένου ότι μια τέτοια ερμηνεία αποδίδει στην εν λόγω διάταξη του νέου Κώδικα αναδρομική ισχύ, την οποίαν όμως δεν έχει.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, δικηγόροι του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, προσλήφθηκαν με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου έναντι πάγιας αντιμισθίας από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ταμείο Διαχείρισης των Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων" (ΤΔΠΕΑΕ) και παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως νομικοί σύμβουλοι στο τελευταίο, το οποίο εποπτευόταν από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Ότι το εν λόγω ΝΠΙΔ καταργήθηκε την 31.5.2013 με το άρθρο 3 Ν. Ν. 4109/2013 και η σχέση έμμισθης εντολής λύθηκε αυτοδίκαια (άρθρο 13 παρ. 1 περ. ε Ν. 4109/2013) και ότι οι ενάγουσες δικαιούνται την προβλεπόμενη από το άρθρο 94 Ν. 3026/1953 αποζημίωση, καθώς και τις πάγιες αντιμισθίες, καθόσον το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ως καθολικός διάδοχος του καταργηθέντος ΝΠΙΔ αρνείται την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την από 26.2.2018 και αριθ. κατάθ. 18871/1275/27.2.2018 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 206/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε δεκτή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν η από 12.6.2014 και αριθ. κατάθ. 91994/240/31.7.2014 αγωγή των εναγουσών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή μόνο κατά το κεφάλαιο της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, κατά το οποίο και κράτησε και δίκασε, και καταδίκασε το εναγόμενο- εκκαλούν να καταβάλει στις ενάγουσες-εφεσίβλητες τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ανερχόμενα στο ποσό των τριακοσίων (300) για κάθε μία απ' αυτές.
Με τις παραπάνω παραδοχές και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 εδ. α` και τελευταίο του ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση του με το Ν. 4194/2013, και 13 παρ. 1ε του ν. 4109/2013 με το να αναγνωρίσει ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος του καταργηθέντος δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 4109/2013 ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΤΔΠΕΑΕ), είναι υποχρεωμένο να καταβάλει προς τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες την αποζημίωση του άρθρου 94 παρ. 1 εδ.
α` του ν.δ. 3026/1954, ποσού 4.956 ευρώ στην πρώτη και 3.952 ευρώ στη δεύτερη, λόγω αυτοδίκαιης λύσεως της ένδικης σχέσης έμμισθης εντολής, καθώς επίσης με το να αναγνωρίσει ότι αυτό είναι υποχρεωμένο να τις καταβάλει, και τις πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες ποσού 37.996 ευρώ για την πρώτη και 45.448 ευρώ στη δεύτερη, που προβλέπονται από το άρθρο 94 παρ. 1 εδ.
τελευταίο του ν.δ. 3026/1954, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η αποζημίωση και η απόληψη της αμοιβής που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις, παρέχονται μόνο όταν η συμβατική σχέση της έμμισθης εντολής λυθεί με καταγγελία του εντολέα και όχι σε περίπτωση αυτοδίκαιης δια νόμου λύσης της, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του δεύτερου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί η έφεση του εναγομένου από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α` ΚΠολΔ. αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, 1162/2013). Δεδομένου δε, ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη έπρεπε να γίνουν δεκτοί οι συναφείς κατά το μέρος αυτό λόγοι έφεσης του εναγομένου. Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, ως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183, 191 ΚΠολΔ 22 Ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3058/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση. ΔΕΧΕΤΑΙ την από 26.2.2018 και αριθ. κατάθ. 18871/1275/27.2.2018 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 206/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-6-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης ποσού εξακοσίων (600) ευρώ. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ